12.9.20
το βράδυ που έχασες τα λογικά μου
κι η πίτσα ψηνόταν
και τα χρήματα γίνονταν χαρτιά στον τοίχο
είπα πως ο κόσμος αυτός δεν έχει τίποτα πια
άξιο πέρα από τα τελευταία αυτά τραγούδια
που θέλησα να ακούσω
τα 'βαλα με τη σειρά 
κι ύστερα πάλι απ' την αρχή
κι ύστερα άνοιξες την πόρτα μου
κι άφησες ένα κομμάτι πίτσα
κάνοντας νοήματα μέσα στη διαπασών πως πρέπει
μάλλον να σταματήσω αυτήν την τρέλα
δεν ήξερες ακόμη πως με είχες εξαπατήσει
μα κι εγώ ακόμη δεν ήξερα το πόσο
πέταξα τότε τα λουλούδια που είχα φορέσει
τις δαντέλες μου
τα κόκκινα στρόγγυλα μάγουλα και τις γραμμές
των ματιών μου βαμμένες
όλη μου τη μαχητική αυτή στολή ενάντια 
στην πραγματικότητα έβγαλα
κι έφυγα στην πόλη 
μη γνωρίζοντας αν περπατώ πάνω σε ανθρώπους
κι αν κοιτώ τα μάτια των δρόμων
ο αέρας υπήρχε κι εγώ τον ανάσαινα
αλλά τότε αν με ρώταγε κάποιος
κυρία μου αναπνέετε;
θα έλεγα κύριε
δεν πάτε καλά, ο αέρας τελείωσε πριν λίγες ώρες
κι έκτοτε έχω ένα πρόσωπο κομματιασμένο
το μυαλό μου μπήκε νομίζω
πάλι στη θέση του
δεν τρελάθηκα όπως όλα δείχναν
μα κάτι έχει πάρει τη μορφή μου
και προχωρά στα πόδια μου
και μιλάει στο στόμα μου
και γράφει για πράδειγμα αυτό το ποίημα
σαν να ήταν κάτι το εύκολο η επιβίωση
ή σαν να επιβίωσα 
επειδή μονάχα στέκομαι
εδώ
μπροστά σας


9.9.20
θα φύγεις σε ένα μέρος
που θα έναι πολύ όμορφο
και θα ´σαι ευτυχισμένη για αυτό
και θα ´μαι ευτυχισμένος για αυτό
και θα είναι το πιο όμορφο πράγμα
που μπορούμε να μοιραστούμε
είσαι πολύ αστεία
ο κόσμος τελειώνει
δεν πρέπει να τελειώσει
κρατάς
στα χέρια σου τον κόσμο
καλή μου θυμάμαι
που μια φορά σου είχα πει ότι είσαι
το αγαπημένο μου άτομο στη γη
δάκρυα
τρέχουν από τα μάτια μας



κοτ.9.9
8.9.20
ευχήθηκα να βρω
την κατάλληλη μεταμόρφωση 
για την υπόθεσή μου
ήμουν ένας καλός άνθρωπος την ώρα 
που κάτι ανακαλύφθηκε
ένα βλέμμα τρομακτικό
που κοιτούσε κι αντανακλούσε ένα σκουπίδι
γιατί πρέπει να φεύγει ο όμορφος;
μια ιστορία που μου είπανε
δεν είχε τέτοιο τέλος
δεν είχε μίσος η άλυτη ψυχή μου
αν δεν υπάρχω δεν υπάρχει κανείς
μα αν δεν υπάρχει κανείς 
δεν μου καίγεται καρφί κι υπάρχω
αυτός ο τόπος είναι μια λάσπη
και μέσα της ζει εκείνος
το σκουπίδι
ο νεκρός
τον σιχαίνομαι γιατί γέμισε τον τόπο ασχήμια
κι όχι γιατί με έκανε άσχημη
δεν με νοιάζει πώς δείχνει το νέο μου πρόσωπο
μα βλέπω έκτοτε τον θάνατο
ζεσταίνομαι ξαφνικά
κι αν γέμιζε αυτό το μέρος με χιόνι 
πάλι το χιόνι θα ήσουν 
σου απευθύνομαι τελικά κατά πρόσωπο
όσο κι αν πέθανες
είσαι πανταχού απών
κι έτσι μένει μόνο να τα μαζέψω και να φύγω
κέρδισες τώρα κάτι που πρέπει 
να πας και να παραλάβεις
γυναίκα και στήθη
και φορέματα
σκοτεινιά
ήσουν από την αρχή
αυτό που ήσουν πάντα
μα εγώ σε αγάπησα πάνω από όλους
για εκείνο
το θάρρος που πια δεν έχεις
εγώ σε άφησα
ή ήσουν εσύ ο απεσταλμένος;
ήσουν εσύ ο λυπητερός λογαριασμός μου;
πληρωσα και πλήρωσα
η τσέπη μου είναι άδεια
η ψυχή μου
είναι άδεια
έγινα μια θλιμμένη ποιήτρια
που λυπάται τον εαυτό της
και γράφει τα αυτονόητα
σε αποχαιρετώ
εγώ
αφού δεν ήρθες εσύ να χαιρετίσεις
ή να με ζητήσεις
δεν έμεινε κάτι άλλο να φτιάξω εδώ πέρα
κι έχω αρχίσει να σε ξεχνάω
δεν αντέχω αυτή μου τη δυνατότητα
σου αφήνω χάρισμα μια ολόκληρη πόλη
τη γάτα Πελαγία που άρπαξα
ωστε να έχεις έναν φίλο
αφήνω
την οδό Ολύμπου στο πόδι μου
κι όλα τα ονόματα των εισόδων
προσπάθησα τρομερά να τα σβήσω
αφήνω
το πιάνο
να παίζεις
και το κρεβάτι που αγοράσαμε
αφήνω εσένα
ξανά και ξανά ελεύθερο
γιατί τέτοιος ήθελα να είσαι
από μακριά τώρα ακούγεται
η γραπτή φωνή μου
από πολύ μακριά
ένα σκυλάκι λέει
πατέρα κι εγώ σε αγάπησα
μια οικογένεια μπορεί να πεθάνει
όλη μαζί
μόνο αν έχει αγαπηθεί βαθιά
πίστευα κάποτε
μα ακόμα και αυτό κατάργησες
εσύ
η αναιμία
η ατολμία
η παράσταση
φεύγω αμέσως
αφού όλοι
φύγαν





7.9.20
δεν κατάφερα να σε ξεχάσω ακόμη
και σήμερα
έχει επέτειο ο αχρείαστος θάνατός σου
ήταν ένας μήνας φριχτός
κι ακίνητος 
καθώς σε σκεφτόμουν πρωί βράδυ
μα το ‘χω βάλει σκοπό
να σε διαγράψω
μαζί με άλλους που φύγανε
χωρίς να ‘χουν έναν καλό λόγο
συγχωρώ μονάχα εσένα επειδή 
τα πόδια σου δεν σε κρατάγανε
συγχώρα με κι εσύ 
που παλεύω να σε σβήσω 
έτσι αδύναμη 
που είμαι

6.9.20
Μ’ αφήνει ο κόσμος να ξεχάσω τον κόσμο; Ξέρει ο καθένας να απαλλάσει από την παρουσία του τον τόπο και τον χρόνο των οποίων είναι μονάχα ένα άχρηστο μέρος; Φοβερές μπορεί να γίνουν οι στιγμές που θα έρθουν κι ανέμελος κάποιος θα ξύνει το μολύβι του -ποτέ δεν επρόκειτο να το χρησιμοποιήσει για να ζωγραφίσει ξανά τίποτε παρά για να κάνει κάποιον ανόητο υπολογισμό- ενόσω ένα άλλο προμελετημένο και μυτερό θα μπήγεται στο χέρι ή και στο μάτι του καλύτερα από κάποιον απελπισμένο. Για να πούμε την αλήθεια, σπάνια κανείς διαθέτει τέτοιες παρορμήσεις, να βλάψει δηλαδή κάποιον που του είναι εξαιρετικά γνωστός -ή και όχι- εφόσον η νοημοσύνη του δεν είναι ένα κλούβιο αυγό, μα αν συνεχίσουμε να αναλύουμε την κάθε περίπτωση δεν θα αργήσουμε να φτάσουμε σε εκείνον που αδικημένος τρελάθηκε μα και με κάθε του δίκιο. Για να πούμε πάλι την αλήθεια, η αλήθεια πίστευα πως είναι ο μοναδικός σκοπός του ανθρώπου και τώρα, ακόμη περισσότερο, με βαθιά ευγνωμοσύνη γνώρισα πως καλώς διάλεξα αυτήν την αρετή να υπηρετώ και κάθε αντίθετη συνθήκη της να απεχθάνομαι και να μην κατανοώ. Μέσα από την αλήθεια μπορείς να σώσεις μια ψυχή που κάθε ημέρα από το ψέμα σου εμποδίζεται, γελοιοποιείται και δεν ετοιμάζεται για την πτώση. Ο ψεύτης είναι ένα σύνηθες είδος υπάνθρωπου που κι όμως πάντοτε η αληθινή του ταυτότητα μπορεί να σε εκπλήξει αφού πιο πριν σε έχει φλομώσει τόσο στο ψέμα ώστε δεν υπάρχει τρόπος να φανταστείς αυτό που πρόκειται να αποκαλυφθεί. Αντέχει ο ψεύτης τον εαυτό του; Ο ψεύτης λέει πως δεν αντέχει τον εαυτό του μα λέει ψέματα. Πάμε στοίχημα πως στέκεται κάπου τώρα αμέριμνος, ελαφρώς θλιμμένος ώστε να δικαιολογεί πάντοτε - πάντοτε- τον εαυτό του και ετοιμάζει τη συνέχεια της καλής του ζωής που όλο και καλυτερεύει, σαν να ελαφραίνει κιόλας μόλις να ένιωσε- και δεν θυμάται πώς στο διάολο έφτασε ως εδώ αλλά πάλι καλά να λέμε, λέει. Ο ψεύτης λέει πως δεν μπορεί άλλο μα λέει ψέματα γιατί άλλωστε είναι τεκμηριωμένα ένας ψεύτης και πώς μπορεί έτσι να πιστέψει κανείς εκείνον κι ο ίδιος τον εαυτό του; Συγκεκριμένα και παραδείγματος χάριν, ο ψεύτης λέει πως δεν ήθελε τίποτε τέτοιο η παρόμοιο να έχει συμβεί. Αυτό που συνέβη όμως, το προτιμά εκατοντάδες φορές από ό,τι δεν συνέβη. Το προτιμά από την πορεία που το ψέμα του ανέκοψε, να ‘ναι καλά του κόσμου οι ψευτιές που είπα λέει, κι οι δικές μου ήταν οι καλύτερες, απαλλάχτηκα, λέει τώρα, από οποιαδήποτε δυσκολία και δεν μου καίγεται καρφί, μάλιστα απαλλάχτηκα χωρίς να το μετανιώσω, είμαι ένας πολύ τυχερός παλιάνθρωπος, λέει και λέει. Κι εμείς τι λέμε; Λέμε καλύτερα να είχα πεθάνει πριν να γνωρίσω τέτοια σκατά. Αυτοί οι άνθρωποι όταν μιλάνε σχηματίζουν αληθινά σκατά, πιάνουν κάτι που μοιάζει με αντικείμενο λίγο πριν στα χέρια τους γίνει σκατά και σκατά είναι τα μάτια τους που τολμάν να κοιτάξουν το σώμα σου που κρατήθηκε σχετικά όρθιο μα τι έγινε με την ψυχή σου; Έχει ψυχή ο επιζών δολοφονημένος κι αν έχει, είναι εκείνη πια ακέραιη και γλυκιά, έχει η ψυχή του πια η εναπομείνασα ένα έστω μικρό αλλά καλό κομμάτι που θέλει να αγαπήσει οτιδήποτε κι αν είναι αυτό που ήρθε και θέλει πάλι την αγάπη του; Όχι, απαντούμε σε μια τόσο απλή ερώτηση, αν κάποια ψυχή γλίτωσε από την κτηνώδη απανθρωπιά του ψέματος ξέρει πια μόνο τον τρόπο να προχωρά, όχι αγαπώντας ή συγχωρώντας τον κάθε κοπρίτη σαν να ήταν ο ίδιος κανένας χριστιανός αδελφός με δεκάδες μάγουλα που γυρνάνε κάθε τόσο από την άλλη, αλλά ξεχνώντας. Μια μέρα ίσως να ξέχασες τα κλειδιά σου και μιαν άλλη μέρα ίσως να καταλάβεις πως ξέχασες σχεδόν τα πάντα. 

25.8.20
Στέφανε,

συνάντησα την κυρία Γ. και μ’ αναγνώρισε. Πώς γίνεται να με αναγνωρίζει κανείς ακόμη; Θα με αναγνώριζες εσύ αν μ’ έβλεπες να περνάω τον δρόμο;

Άνια, 13.08.20
18.8.20
Γεννηθήκαμε
αυτόν τον ωραίο μήνα
έχοντας ο καθένας έναν ήλιο
πάνω του να καίει.
Φαντάζεσαι εκείνους που είδαν το πρώτο φως
μιαν άχαρη μέρα του Νοέμβρη
η μια από εκείνες τις δύσκολες μέρες
του Φλεβάρη;
Δεν είμαστε άραγε εμείς το επιτελείο της ζωής
σύσσωμο
οι γεννημένοι φίλοι του Αυγούστου
που έχουν ένα στεφάνι περασμένο στο κεφάλι τους
εκείνο της ομορφιάς του γέλιου;
Έτσι
δεν γίνεται να νιώθουμε τον πόνο.
Δεν γίνεται εμείς
να είμαστε ανεξέλεγκτα θλιμμένοι.
Τραβάμε πάντοτε μπροστά
και πατάμε επί πτωμάτων.
Των δικών μας πτωμάτων.
Μπορούμε να ξεπεράσουμε ακόμη
και τον ίδιο μας τον εαυτό
όσο οι άλλοι
για το παραμικρό διστάζουν.
Μπορούμε να τα διαλύσουμε όλα
και ξέρω πως το ‘κανες κάμποσο
όπως κι εγώ από πίσω που ακολουθώ.
Εγραψα λοιπόν αυτό το γιορτινό ποίημα
αφότου γεννήθηκες εσύ και λίγο πριν πάλι
γεννηθώ εγώ
κι είναι Αύγουστος τώρα
κι είναι ωραία
κι οδηγώ ανεξέλεγκτα το αμάξι μου θλιμμένη
κι ούτε που φαίνεται αφού γελώ και αστειεύομαι.
Ο πόνος είναι μία πολυτέλεια για όσους πρέπει
να συνεχίσουν.
Δεν είχα τι άλλο να πω κι έτσι
έβγαλα την παραπάνω φράση
μόλις από το κεφάλι μου.
Ωραία δεν είναι να λες ό,τι βλακεία σου κατέβει
και να ‘χεις δίκιο;
Ωραία δεν είναι να είσαι σκληρός;
Αυτό είναι ο Αύγουστος.
Ένας σκληρός μήνας για να γεννηθεί κανείς.
Εκεί που όλοι είναι ξένοιαστοι η μάνα σου
πόναγε κι ίδρωνε και σε γεννούσε.
Μα το πώς γίναμε εμείς σκληροί είναι
σχεδόν μια άλλη υπόθεση
κι αν έχετε δει κάποιον φίλο να σας γλυκομιλά
ενώ κι εκείνος γεννήθηκε σ’ αυτόν τον μήνα
να ξέρετε πως μπορεί και χωρίς εσάς
ενώ εσείς
βάζω στοίχημα πως δεν κάνετε χωρίς εκείνον
γιατί κανείς δεν μπορεί χωρίς τον Αύγουστο
κι όλοι αυτόν κάθε χρόνο περιμένουν.
Άλλωστε
ο Αύγουστος αγαπά μόνο τον Αύγουστο
δεν είναι αλήθεια;
Είναι.
Χρόνια πολλά σε εσένα λοιπόν
και σε εμένα ειδικά
που ακόμη δεν πέθανα και που αν
με έβλεπες τώρα σε αυτά τα χάλια
θα έλεγες
να μια τρελή που αξίζει
την αγάπη μου.




12.8.20
Ήταν φριχτή η μέρα Πέμπτη και κάθε επόμενη
Στέλνουν μηνύματα αγάπης οι φίλοι μου
κι ύστερα συνεχίζουν τις δουλειές τους 
γιατί 
κανείς δεν μπορεί να αλάξει τα μάτια της 
που γίναν κρύσταλλα
και τα ‘βλεπα εγώ μονάχα ζητώντας ειλικρινά
συγγνώμη
Μόνο ένας ήξερε να παίρνει τον πόνο
και προτίμησε να τον δώσει
είπε συγκεκριμένα

Προτιμώ που δεν είμαι τώρα εκεί
να δω πτώματα και να πρέπει 
να σε κάνω να γελάς

Έτσι έσκαψα μόνη μου έναν λάκο
κι έβαλα μέσα τα πάντα
Εμένα
Εκείνη
Ό,τι ξέρω
Κι είπα πριν σκεπαστώ

Αυτό είναι ένα καλό σημείο να ξεκουραστώ
Δεν θα με βρει κανείς
Κι εκείνος που νόμιζε πως ήθέλα να γελάσω
μακάρι να ήξερε πως θα χρειαζόταν μονάχα να κοιτάξει
μέσα στα μάτια μου ελάχιστες φορές 
ώστε να μη γίνουν πέτρες σαν εκείνα που ξαπλώνουν
τώρα δίπλα μου
Άντε κόσμε 
ήσυχος μου φαίνεσαι πια
μα τόσο μόνος
δεν σε μπορώ
γεια σου


11.8.20
Έπινε, Στέφανε και καθώς εγώ συνέχιζα να τον αγαπώ εκείνος έπινε ακόμη περισσότερο ώστε να με αποτρέψει. Τίποτα φαινομενικά δεν με κούραζε αφού πίστευα και στη δική του απόλυτη αγάπη μα και στον πόνο της ψυχής του που τον έπνιγε περισσότερο κι από όλα τα ποτά που μπορούσε μέσα σε μια βραδιά να πιει. Κοιτώντας πίσω αναρωτιέμαι ποια ήταν η στιγμή που έκανα το πρώτο μου λάθος αποκρύπτοντας από τον εαυτό μου την αλήθεια και θυμάμαι τις μέρες εκείνες που αρρώστησα και που εκείνος δεν με φρόντισε όπως ήξερα πως οι άνθρωποι φροντίζουν ο ένας τον άλλο, θυμάμαι τη νύχτα που δεν άντεξα κι έφυγα με μια βαλίτσα στο παρακάτω ξενοδοχείο μα γύρισα την επομένη, θυμάμαι την επιμονή που ήταν μονάχα δικό μου προτέρημα όπως τελικά κι εκείνο της καθαρής αγάπης, της δύναμης, της πίστης. Το να βλέπεις αργά κάποιον να συντρίβεται κι εκείνος να πιστεύει πως αυτή είναι απλώς μια πορεία, το να ρημάζει το κορμί του το αγαπημένο σου και το μυαλό εκείνο που συχνά έλαμπε μα τώρα για το τίποτε αργοσβήνει, είναι μια διαδρομή σαδιστική κι εξαντλητική. Κατάκοπη σου γράφω αυτό το γράμμα μέσα στο οποίο προσπαθώ να εξηγήσω την επιλογή ενός ανθρώπου να αφανιστεί μα να πάρει κι έναν άμαχο μαζί του, σε μία κάθοδο που το τέλος της είναι ένας πάτος μόνο του ενός, εκείνου που άοπλος πίστευε κάποτε στη νίκη. Πίστεψα και δούλεψα με όλη μου τη δύναμη να επιτύχω τον σκοπό μου. Έναν σκοπό είχα κι αν θες δεν τον αποκαλώ ξανά σκοπό. Να καταλαβαίνω κάθε στιγμή πώς και γιατί τον αγαπώ, να κατανοώ κάθε φορά την ποσότητα της αγάπης μου αυτής μέσα από τις καθημερινές μου αμφιβολίες που με έφερναν αντιμέτωπη πάντα με την ίδια απόφαση. Κι η απόφασή μου ήταν όπως όπως να τον αγαπώ, να τον αγαπώ ό,τι κι αν γίνει, να τον αγαπώ ακόμα κι όταν φαίνεται πως δεν τον αγαπώ καθόλου, να λέω πως δεν γίνεται να τον αγαπώ κι εγώ να πεθαίνω από την αγάπη μου την ίδια εκείνη ώρα. Ματαιωμένη σήμερα αυτή η ανόητη αγάπη μου με δείχνει και γελά, γελώ ξέπνοα κι εγώ μαζί της μα και με την ευκολία του αλλοτινού της δέκτη να την ξεγράψει ώστε να νιώσει λιγάκι πιο καλά. Ξέρω ποια είμαι Στέφανε και ξέρω ποια υπήρξα όπως ακριβώς ξέρω τον τρόπο που πλέον δεν νομίζω πως υπάρχω κι αυτή μου η γνώση με κάνει να μπορώ να πω πως αγάπησα έναν κλέφτη έτσι όπως μετρώ τι έχει απομείνει στην κάσα μου κι αν πιστεύεις πως εννοώ τα χρήματα, ναι, θα μπορούσα να αναφέρομαι σε αυτά μα ποτέ εννοώντας αυτό ειλικρινά όταν λέω πως έδωσα ό,τι είχα και δεν είχα σε έναν άνθρωπο ώστε να λάβω τελικά μια κοροϊδία αντάξια του μεγέθους όλων μου των κόπων. Κόπος είναι η αγάπη και το σθένος, μα μεγαλύτερος τα όνειρα που έχεις ξεχάσει να κάνεις και που σου δίδαξε εκ νέου εκείνος μέσα από τη μεγάλη του πειθώ καθώς εσύ με μία ακόμη μεγαλύτερη έπειθες ως και μια γυναίκα σαν τη μάνα σου πως πρέπει να στηρίξει τον άξιο αυτόν σου σύντροφο με τον οβολό της. Έπεισα τον κόσμο για το βάθος της αγάπης αυτής μα δεν ήμουν μόνη μου σε αυτήν την κωμωδία κι η αλήθεια είναι πως ούτε καν γνώριζα πως είχα κάποιον ρόλο αφού έπαιξα τον εαυτό μου και τίποτε άλλο. Ρήμαξε ό,τι ήξερα αυτός ο άνθρωπος πιστεύοντας ως και τώρα πως αφού είναι, όπως τον αποκαλούμε, ένας άνθρωπος, μπορεί να κάνει ένα λάθος κι έπειτα να συνεχίσει και αν δεν το πίστευα αυτό δεν θα ήμουν αντίστοιχα άνθρωπος μα εδώ δεν σου μιλώ για ένα λάθος Στέφανε, σου μιλώ για κάτι σαν διάλυση των κρατιδίων της ψυχής μου, σου μιλώ για το λάθος που εκείνος αριθμεί ως ένα μονάχα ενώ όσα έκανε ήταν εμπρησμοί, ήταν ένα μπαράζ που δεν άφησε τίποτε όρθιο και που πρόσφατα ανακάλυψα πως έχει στον εαυτό του ήδη σχεδόν συγχωρήσει. Μην μπορώντας να εξαφανιστώ κρατώντας για το καλό της λογικής μου τις καθημερινές μου συνήθειες στην πόλη, έχοντας ήδη αφήσει την πλατεία, το σπίτι μου και την οδό Ολύμπου σε εκείνον τον ανήμπορο να τα αγαπά όσο εγώ και αποφεύγοντας τη συναναστροφή μου με όσους συντέλεσαν μαζί του αυτήν την καταστροφή, αποφάσισα να μπω εδώ από όπου σου έγραψα πριν και συνεχίζω τώρα να σου γράφω καθώς έχει βραδιάσει κι έξω από την καμπίνα μου αντιλαμβάνομαι ένα πιο ευνόητο χάος. Πρέπει τώρα, εδώ μέσα, πουθενά αλλού και ποτέ ξανά, να σου μιλήσω για τον εγωισμό, πρέπει να σου πω πως αφότου έμαθα τον τεράστιο εμπαιγμό που εκείνος έφτιαξε για εμένα και για πολύ καιρό έπειτα, η κατανόησή μου και η στήριξή μου ήταν η φοβερή απόδειξη πως δεν διαθέτω τη φυσική αυτή τάση του ανθρώπου για αυτοσυντήρηση κατά την οποία θίγεσαι και ξεχνάς κάθε σου αξία. Τον στήριξα και τον προστάτευσα από τον ίδιο του τον εαυτό και τις ενοχές των πράξεών του έχοντας ελάχιστες, μηδαμινές αντιστάσεις στην πηγαία μου συμπόνια ακόμη και για εκείνον που με έβλαψε τόσο ισχυρά. Αν σήμερα σου γράφω τόσο πικραμένη είναι γιατί πέρασε τόσος καιρός -πολύ λίγος μα αρκετός για να εμφανιστεί η αληθινή πλευρά ενός προσώπου- ώστε είδα τη βολή και την ανάπαυση του ενόχου επάνω στο πτώμα του θύματος και στην αφωνία του και άλλαξα όσες φορές μπόρεσα την τακτική μου ώστε να σώσω ό,τι έχει απομείνει από τον όχι και τόσο γνώριμό μου πια εαυτό και να μπορέσω σε εκείνον κάποτε να στραφώ και να του ζητήσω συγγνώμη. Είμαι ένας από αυτούς που με τσάκισαν γιατί και μόνο έλαβα μέρος. Ξαπλωμένη τώρα, το ένα μου χέρι σηκώθηκε και χαϊδεύει το άλλο που σου γράφει και πονά γιατί δεν παύω και στην ανυπαρξία μου μέσα να αγαπώ την ανάμνηση του εαυτού μου, τη σκιά του που παχιά δρόσισε τους άλλους ώστε τώρα άδικα να εκλείπει. Λυπάμαι για αυτό το τέλος και πιο πολύ λυπάμαι που ποτέ δεν το φαντάστηκα σαν να ήμουν κάποια ανόητη ή μια άβγαλτη στη ζωή έστω, μα τώρα περήφανα ξέρω πως αγάπησα αληθινά κι έτσι δεν έβλεπα παρά μονάχα το καλό. Τώρα που ξέρω και πως δεν αγαπήθηκα, μπορώ να αφεθώ σε τούτη τη μη ύπαρξη έχοντας το κουράγιο να το κάνω μόνο και μόνο επειδή δεν αντέχω να ζω σε έναν κόσμο ψεύτικο και δειλό. 

Θα λάβεις όλα τα γράμματα που γράφονται από σήμερα και στο εξής μεμιάς αφού φτάνω σύντομα στον τόπο που σκοπεύω να κλειστώ. Ελπίζω ο όγκος τους να σου θυμίζει πάντα την αγάπη της φιλίας που τρέφω και για εσένα. 
10.8.20


10.8.20
Στέφανε,

είμαι μέσα μου. Είμαι μέσα μου!
Τι τόπος!
Δεν μπορω να αναπνεύσω εδώ μέσα.

Σου μιλώ από τα βάθη της σκοτεινής καρδιάς μου που έχει απομείνει μια μικρή, στενή καμπίνα κι από εδώ αγναντεύω τον κόσμο προσπαθώντας να κρατήσω τα μάτια μου ανοιχτά. Κλείνουν και τώρα που σου γράφω. Κλείνουν χωρίς ύπνο. Κλείνουν γιατί μπορούν να παραδεχτούν το τέλος που δεν έχω τη δύναμη να εξιστορήσω. Κι όμως έχω την ορμή ενός κύκνειου άσματος το οποίο απευθύνεται, τώρα που η αγάπη με εγκατέλειψε, σε εσένα τον μοναδικό απόλυτο σύμμαχό μου που δεν είναι εδώ για να με καλέσει να λογικευτώ όπως θα έκαναν όλοι μα για να πολεμήσει μαζί μου κάτι παράλογο. Οι φίλοι μου ενδέχεται να με ψάχνουν μα δεν θα με βρουν, η αγάπη μου η μία πέθανε για τα καλά προχτές κι η άλλη μπορεί και πεθαίνει εκ νέου κάθε μέρα και χωρίς καμιάν αγάπη, Στέφανε, η ύπαρξή μου είναι αμφιλεγόμενη. Φαίνομαι σίγουρα, μιας και κάποιος με συνόδευσε μέσα σε αυτό το υποβρύχιο δωμάτιο, μα αυτό δεν σημαίνει πως υπάρχω. Η κατάσταση του μυαλού μου όταν λιγάκι συνέρχομαι, όπως τώρα, είναι μια διακριτική, ακανόνιστη ανάσα, ένα παρόν που μοιάζει με ανάμνηση και δεν μου θυμίζει ταυτόχρονα τίποτα. Βρήκα τον τρόπο να μπω στο πλοίο, όπως θα βρω τον δρόμο για το μέρος του τελικού μου προορισμού που δεν είναι άλλος ούτε μπορεί να είναι άλλος από την Κρήτη. Είναι δική μου η Κρήτη, είναι ό,τι απέμεινε και ενδέχεται να με παρηγορήσει, κατευθύνομαι προς το νησί που μπορεί να φροντίσει την ψυχή μου ή να τη διαλύσει και είμαι έτοιμη για κάθε έκβαση. Θέλω μονάχα να τελειώνω, αφανίζοντας είτε εμένα είτε τον οξύ μου πόνο κι αν είναι στο τέλος εκείνος ασυναγώνιστος όπως δείχνει, τότε δεν μου μένει παρά να αφεθώ σε έναν τόπο που ξέρει να με αγαπά αιώνια.

Άνια, μέσα σε μια στενή καμπίνα, 10.08.20