Ψάχνω την Κατσαρίδα. Είναι τόσο χοντρή και ζουμερή. Ανοίγω συρτάρια, ντουλάπια, τάπερ. Τη βρίσκω, τη χάνω. Είμαι τόσο έτοιμη να τη δω αλλά κάθε φορά που εμφανίζεται τρομάζω. Δεν έχω όρεξη να ακούσω κανένα σπλατς απόψε, οπότε πιάνω το κωλόχαρτο που επείγει περισσότερο. Σηκώνω το καπάκι της λεκάνης. Σκουριές και σοβάδες παντού, γύρω γύρω, πάνω κάτω, μέσα βαθιά και πίσω. Πρέπει να κατουρήσω όρθια μες στο ίδιο μου το σπίτι. Ναι ναι, όταν θέλω να γκρινιάξω, ονοματίζω το κωλοχανίο σπίτι μου. Μα έχεις τόσο ωραίο σπίτι γυρνάνε και μου λένε. Και τις Σέρρες τις αδικείς. Όμορφη πόλη. Ρε σκατά είναι, δεν τη θέλω, δε μ'αρέσει, δεν έχει θάλασσα σας λέω. Και το σπίτι καλοφτιαγμένο, μα βλέπει τσιμέντο 40 χρονών απέναντι. Κι ούτε άνθρωποι ζουν εκεί μέσα να παίρνω μάτι να περνάει η ώρα. Ξαναβρίσκω την κατσαρίδα. Είναι τόσο μεγάλη.Ίσως να'ναι έγκυος. Δεν μπορώ να κάνω το κόλπο με το ποτήρι. Θα πρέπει να τη σκοτώσω πριν ξαναξεφύγει. Σπλατς. Σκότωσα τη μάνα και τα αγέννητα παιδιά της. Το ξεπερνάω στο λεπτό, την παρατάω κολλημένη στον τοίχο και κατευθύνομαι προς το σαλόνι. Τα πόδια μου κολλάνε σε κάθε βήμα. Θυμήσου. Τι μπορεί να έχει γίνει; Τι έκανες πριν φύγεις. Η κοκακόλα. Το βρωμοκουτάκι που χύθηκε 5 λεπτά πριν εγκαταλείψω βιαστικά το διαμέρισμα. Το είχα αγνοήσει τότε και τώρα μου γυρνάει πίσω όπως ό,τι αφήνω για μια-άλλη-μέρα. Επιλέγω να το αφήσω για μια-άλλη-μέρα και πάλι, κάνοντας ακροβατικές κινήσεις για να κάτσω στην αγαπημένη μου γωνία. Η σκύλα βλέπει όνειρο και τα υπόκωφα γαυγίσματά της με ταράζουν. Ανοίγω το Ότοκαντ και κάνω τριμ τριμ τριμ, πολλά αγχολυτικά τριμ σε παλιά σχέδια για να ξεχαστώ. Η τηλεόραση μονίμως ανοιχτή σε ένταση τέτοια ώστε να νιώθω ότι έχω παρέα. Ξαναερωτεύομαι τον τελευταίο γίγανατα της διαφήμισης ξέροντας ότι δεν είμαι η μόνη. Το τηλέφωνο χτυπάει ξανά και ξανά. Φίλες επίμονες που μου ζητάν να βρεθούμε, άντρες χαρούμενοι που ζητάν το ίδιο, μπορούν δεν μπορούν να εμφανιστούν στην πόρτα μου. Αγνοώ τους πάντες παραδόξως και ξεκινάω να τρίβω πατώματα. Η μαμά ανέφερε ένα διαβολάκο που αφαιρεί τη σκουριά και ντύνομαι να πάω να τον αγοράσω. Περνάω δίπλα από την πυλωτή που βρωμάει κατουρίλα ξεχνώντας να κρατήσω την αναπνοή μου για τα πεντέμιση εκείνα βήματα. Αηδιασμένη χαιρετάω μπακάλη, βιβλιοπώλη, φούρναρη, γνωστή πρώην γκόμενα πρώην γκόμενου και μπαίνω στο καινούριο σούπερμάρκετ που ευτυχώς δε δουλεύει πια η ταμίας που έδειχνε πάντα θριαμβευτικά τα μόλις αγορασμένα προφυλακτικά μου στην πωλήτρια τυριών. Ανεβαίνω στον όροφο, αγοράζω μια λάμπα κι ένα σκουπόξυλο, 6 αύρες, αραδιάζω τα ψιλούδια μου και φεύγω. Ξαναχαμογελάω ευγενικά σε φούρναρη, βιβλιοπώλη και μπακάλη, ο οποίος μου χαρίζει μια τσίχλα μαζί με τα τσιγάρα χαϊδεύοντας φευγαλέα το χέρι μου. Αποφασίζω να ανέβω απ'τα σκαλιά να φτιάξω κορμί και το βρωμόσκυλο με παίρνει χαμπάρι και γαυγίζει σπαρακτικά. Ακούει η διπλανή γιαγιά και ανοίγει την πόρτα της φοβισμένη. Δεν έφυγες κορίτσι μου; Όχι της λέω. Νόμιζα ότι έφυγες για πάντα. Όχι της λέω πάλι κρατώντας σφιχτα το ζωντανό που της γρυλίζει. Πότε φεύγεις; Σε έξι μήνες. Εγώ νόμιζα ότι έφυγες λέει πάλι. Γαμώ την τύχη μου. Πετάω τρία ευγενικά όχι το ένα μετά το άλλο και μπάινω μέσα. Κάτι βρωμαέι ως συνήθως. Η σκουριά. Σκατά. Για διάβολο πήγα και με τρεις παπαριές γύρισα. Σκατά. Χτυπαέι το κουδούνι. Δεν περιμένω κανέναν. Με αθόρυβα βήματα κολλάω το μάτι μου στο άλλο μάτι. Η τούλα. Η ιδιοκτήτρια του σπίτιού Μου. Ξέρω τι θέλει. Της ανοίγω. Ευγένειες, ευγένειες, ευχές, ευγένειες και στο ψητό. Τρία ενοίκια. Μα μου δεν ξέρω δεν είδα δεν είμ'εγώ λυπήσου με. Φεύγει σκεπτική με το νεογέννητο αγκαλιά. Στα χέρια κρατάω ακόμη το χαρτί με τα κοινόχρηστα. Καταριέμαι την ώρα και τη στιγμή που το σήκωσα απ'το πάτωμα αντικρύζοντας τον εξωφρενικό αριθμό 88. Τουρτούριζα όλο το Νοέμβρη και πήγαινα τουαλέτα μόνο όταν έφτανα στο αμήν για να μην παγώσει ο κώλος μου και αυτοί οι ηλίθιοι προσπαθούν να με πείσουν ότι κυκλοφορούσα με το βρακί απ'τη δήθεν υπέροχη ζέστη που εκείνοι μου πρόσφεραν. Το σκίζω αποφασισμένη να κάνω καβγά από Δευτέρα κι ανοίγω τον ΟΤΕ. Ίσως πρέπει να κόψω το σταθερό. Ίσως να κόψω και το κινητό. Μπορώ επίσης να σβήνω το φως της νύχτας,να χρησιμοποιώ λιγότερο νερό στο μπάνιο και να κόψω και τα πηγαινέλα με τ'αμάξι. Ίσως απλά πρέπει να κόψω τον κώλο μου και να βρω δουλειά. Δεν αρέζομαι στη σκέψη και ανοίγω το ίντερνετ που δε θα κόψω ποτέ. Μουσική, φάρμες, μπλογκ, μέηλ, ιοί, βαρέθηκα. Αφήνω τη γωνία πάλι, στραβοπατάω στο μπράτσο του καναπέ και σωριάζομαι πάνω στο Κουτί. Στο ξύλινο κουτι με τα μαμούχαλα γύρω γύρω. Σπάω το καπάκι και συνειδητοποιώ οτι δεν κλείνει πια. Κάνω ρομαντικούς και μοιραίους συνειρμούς, του δίνω μια κλωτσιά να μπει στη θέση του και βγαίνω στο μπαλκόνι. Κουτσουλιές παντού. Ξαναμπαίνω μέσα ελπίζοντας πως ο μπαμπάς θα έρθει σύντομα να κάνει τη δουλειά του και παίρνω το διάδοχό του τηλέφωνο. Βρίζω, ζηλεύω ελαφρώς, κάνω χιούμορ, γελάω με τη βλακεία μου, ξανατσατίζομαι και κλείνω χωρίς γεια. Πιάνω το πλεκτό, κάνω λάθος κόμπους, το ξηλώνω και το παρατάω κι αυτό στο σωρό. Τα χοντρά βιβλία μού τσιρίζουν διάβασε μας και αντ'αυτών πιάνω το τοστ ζαμπόν. Παράξενο που δεν το'χω ξανατελειώσει ακόμη. Ξαπλώνω βρώμικη στον τζάμπα καναπέ και με παίρνει ο ύπνος λίγο πριν ξημερώσει. Βλέπω τον μπουκόφσκι. Είμαστε σ'ένα καράβι, λέει, που εγώ είμαι υπεύθυνη να το σαλπάρω. Παράτάω το τιμόνι κι εκείνος ξεκινάει να με φτιάχνει. Είναι μαέστρος. Είναι πουρό, μα είναι ο τέλειος εραστής. Ο δικός μου μας κοιτάει κι εγώ του κάνω νόημα πως δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Ο ήλιος με χτυπάει στα μούτρα καθώς δύει. Ανοίγω το μάτι χωρίς να κουνηθώ. Το κωλόσκυλο με παίρνει πάλι χαμπάρι και με παρακαλάει να το βγάλω βόλτα. Για μια φορά στην ώρα μου. Σηκώνομαι από τύψεις, της φοράω το λουρί, κατεβαίνω με το ασανσέρ, παίρνω τζούρα απ'την τσικνισμένη πυλωτή και όλα πάλι απ'την αρχή.