25.4.17
Την Πέμπτη
Το αυτοκίνητο στολή
Το φορητό κύμα ως
Τρία ζευγάρια παπούτσια
Που τρέχουν
Και ο ξεκάθαρος οδηγός
Ξεκινούν την πορεία
Που χαράχτηκε αντιθέτως
Προηγουμένως
Και απο τους ίδιους
Φταίχτες αμετανόητους καλώς
Πάμε όλοι μαζί μια βόλτα φίλοι μου
Αφήστε πίσω την ευκαιρία
Χαιρετίστε το άφαντο πλήθος
Πέρασε κι εκείνος από 'δω
Αλλά
Δεν είπε κάτι
Ένα παγωτό ως έπαθλο
Στον Κύριο με το ανεπίκαιρο
Κασκόλ
Ερχόμαστε από κάτι πολύ
Κρύο
Που μας πάγωσε την καρδιά
Κι έτσι τώρα δε διαθέτουμε
Κάποια
Γνωστά αισθήματα
Επιθυμητά στους ανθρώπους
Και τα ζώα
Μην ανησυχείτε
Είπε ο Γιώργος ενώ
Έβγαζε αντικλείδι
Δε θα τα χρειαστείτε
Εδώ
Έχει χώρο
Για ολέθρους
Και μεγάλες αλλαγές
Σας περιμένω


20.4.17
κανείς δεν ασχολείται
με τη ζωή
του άλλου εδώ
ο καθένας κοιτάζει
τη δουλειά του
το σπίτι του
τον δικό του κήπο
τα παιδάκια του
στο σουπερμάρκετ όμως
όλοι με κάποιον αλλόκοτο τρόπο
ξέρουν πως μόλις
μπήκε αυτή
που σηκώνει την κάβα

όταν θέλησα ν' αγοράσω
δυο-τρία λουλούδια
το ταμείο έκλεινε
κι εγω έτρεξα
κι είπα
ε περίμενε φίλε
φίλε μου!
τα λουλούδια αυτά πρέπει να 'ρθουν
μαζί μου!
κι εκείνος απάντησε
όχι, παρακαλώ
δεν μπορώ πια
έχω κλείσει
πήρα τα λουλούδια λοιπόν
τρία κίτρινα ξερόκλαδα
κι έτρεξα
έτρεξα γρήγορα
και μ' ακολούθησαν όλοι
όλη η γερμανία έτρεχε πίσω μου
κι εγώ έτρεχα
και κράταγα τρία ωραία λουλούδια

Η πόλη που μου ανήκει
λέγεται Αθήνα
κλαίνε τα δέντρα
16.4.17
Κάθε βράδυ που πίνω
Με πιάνουν τα κλάματα
Οι παρανοϊκοί στίχοι
Του μεσονυχτίου
Μου δείχνουν τη σωλήνα
Και το σχοινί
Η μοναδική ερώτηση λέει
Πότε θα φύγουμε από 'δω!
Σύντομα! απαντάν οι σχετικοί
Ο σκύλος πίνει πάλι νερό
-Πού είναι το πιάνο μας;
-Το πουλήσαμε.
-Πού βρίσκεται το 1608;
-Μέσα μου.
Το ράδιο παίζει γερμανικά τραγούδια
9.4.17
Εκείνος ο τρελός
καθόταν
σε κάποια γωνία
όσο εγώ σκούπιζα
φύλλα
και φτερά πουλιών
Ποτέ δεν του άρεσαν τα πουλιά
κι έτσι  έπρεπε να μη μείνει
τίποτα ως το βράδυ
που το μαγαζί άνοιγε
κι ο κόσμος ερχόταν
κάτι να πιει
και να φάει
Τα ετοίμαζα όλα εγώ
ρακές, μπύρες, γιαουρτλού κεμπάπ
συχνά έρχονταν κι οι φίλοι μου
το ένα τους μάτι ήταν στην μπύρα τους
και τ' άλλλο πάνω μου μην
κάτι και συμβεί
Μια νύχτα λοιπόν το αφεντικό
αποτρελάθηκε
άρχισε να πετάει σουτζουκάκια
σε μένα και την έξτρα κοπέλα
του Σαββάτου
μάλιστα εκείνη αντεπιτέθηκε
κι αυτός της δάγκωσε το αυτί
εγώ είχα κιόλας φύγει
ο αέρας φύσαγε πάντα σ' εκείνη τη γωνία
του νησιού
μανιασμένα και τώρα με πήγαινε
στην πόρτα του
Αλέξανδρου
που μ' έβλεπε απ'το μεγάλο παράθυρο
κι άνοιγε πριν φτάσω
κρατώντας ένα ακόμη βιβλίο
Παρηγοριά στην άκρη του κόσμου
τα αραχνιασμένα δώρα του
8.4.17
Φεύγω πια
Μια φωτιά καίει στο σπίτι
Φεύγω
Γιατί κάποιος το ´πε
Στάθηκα κάτω από το ξενοδοχείο
Στοιχειό κι έκλαψα πικρά
Ενώ δίπλα μου διασκέδαζε η Θεσσαλονίκη
Τότε ο Άγιος Εφραίμ πουλώντας κουλούρια
Με παρακίνησε να πάω να σε βρω
Κάπου
Δεν ήξερε ούτε αυτός
Η Εγνατία θάβει κύριε
Και προσεύχεται πριν τον ύπνο
Η φύση ξεπούλησε
Και το δάκρυ μου έσταξε πάνω στο σκέπασμα
Του Νικόλα
Πες μου εσύ πού είσαι η ώρα τρεις και μισή
Στέκομαι από κάτω
Κι είσαι το
Μπαλκόνι
Είσαι το κουλούρι
Η κυνηγημένη πόλη
Θαυματουργός
Χρειάζονται τα μάτια μου κάποια όψη
Γιατί το σπίτι μου κάηκε




Κάθε βράδυ
Τύχαινε κάποιο μπαρ
Ένα οκτάωρο είναι σκληρό σε συνδυασμό με
Δεκατρία σκαλοπάτια
Κι έτσι ανοιγόταν η πόρτα σχεδόν από μόνη της
Γυναίκες μου αγαπημένες
Χορεύτε κι ας είναι Δευτέρα
Είμαι ένα δίχτυ που άνοιξε την πόρτα
Και μπήκε
Τα μεσάνυχτα μεγαλώνουν όπως
Τα ανακαινισμένα σαλόνια
Πού είναι οι φίλοι μου;
Χαρίζω εντωμεταξύ την τυχερή μου δεκάρα
Στην Αγνή
Την μπαργούμαν της σκοτεινής αδικίας
Λέει της έφερε τύχη μα τη βλέπω ακόμη
Μόνη
Στέκομαι σαν ψυχούλα σε μια γωνιά
Η μουσική ειναι εντάξει
Η νύχτα είναι συνηθισμένη
Πεντακάθαρος καπνός
Πέντε πιθανότητες δεξιά
Πέντε αριστερά
Πρόκειται να δοθώ σε όλους
Μα φεύγω όπως ήρθα
Έτσι ο κόσμος
Αυθόρμητα σπάει κι απόψε το μαγαζί
Ακούω απο μακριά τον Τριαντάφυλλο
Που δε διαφωνεί
Τα χρόνια περάσαν
Κι εγώ
Αλύπητα φεύγω
Και ξανάρχομαι
Είναι χαζή
Ζώα την τρων
Κατα τ´ άλλα εσύ σκέπασες την αξιοπρέπεια
Πωλητής ή επιχειρηματίας ροκ
Στέγη νέα διόλου νεανική
Σκέψη υγιής
Να φάμε
Να δημιοργήσουμε το κατιτίς
Αθήνα του '70
Εσύ ήθελες εμένα
Και πήρες ένα επικυρωμένο αντίγραφο
Ρε οι νόμοι τρέχουν σαν τον άνεμο
Και η αναδρομή αφορά τους δυο μας
Ενα κλαμπ
Που χορεύαμε
Ένα γούστο που ισχύει
Το αξέχαστο μπούτι
Η συμφωνία
Που αθετήθηκε
Κι αφιερώνεται
Στη γυναίκα του ψυχιατρείου, εμένα
Την ομορφιά του γέλιου
Το τσακισμένο αντίποινο
Που σέρνεται
Και σας συνδυάζει
Ξένε
Η καρδιά μου πονά
Πολεμώ τον κόσμο
Και τους αγαπημένους μου
Ζεις μακριά αγαπημένε ξένε
Οι φόβοι μου γίναν σκυλιά
Και επευφημούν τον θάνατο ποιος να το πίστευε
Με σταμάτησαν ξένε μες στη μέση
Του δρόμου
Εγώ σκεφτόμουν εσένα και το δίλημμα
Να ζήσω
Ή να πεθάνω ευθύς αμέσως
Με σταμάτησαν λοιπόν και μου ζήτησαν τα χαρτιά μου
Εγώ τους απήγγειλα ένα ποίημα για το φεγγάρι
Κι εκείνος ο άρχων κατέγραψε τούτη
Τη δήλωση
Ύπέγραψα
Ξένε
Πού να βρίσκεσαι
Εγώ ξέρεις είμαι στη χώρα των ξένων
Εδώ αν σου πέσει το μολύβι στο πάτωμα την εβαψες
Απόψε ξένε δίψαγα αφόρητα κι ήπια
Τα χαρτιά μου πνίγηκαν
Βρήκαν το σώμα μου πιθανόν νεκρό
Σε νοιάζει ξένε;
Θυμάμαι μια φορα που είπες πως θα καώ
Σε κάποια πυρά
Εγώ λοιπόν απόψε
Πνίγηκα
Και τα λεγόμενα σου ήταν πάλι
Ένα λυπητερό ψέμα
Φλούδες
Κοράκια
Μικρούληδες
Παραστατικά
Ξένε παλιάνθρωπε
Χάσου ερημωμένε
Μοναχέ
Σαν δε με σκέφτεσαι χάθηκαν όλα τα ωραία