17.10.19
Χάλασαν την πλατεία Μαβίλη
παν τα παγκάκια
πάνε κι οι κυρίες
ένα σιντριβάνι πού και πού ανοίγει
και τότε
ο θόρυβος κάνει και τα σκυλιά να τρομάζουν
δεν έχω τώρα πού να σταθώ
απ’ τη μια τα νερά
απ’ την άλλη το καφέ Σαντάν κλειστό
κι ο Σίμος που πριν το κλειδώσει έλεγε πως όλα θ’ αλλάξουν
ενώ εμείς κουνούσαμε το κεφάλι διστακτικά
κράτησαν μόνο τα δέντρα γιατί έτσι
λέει ο νόμος
μα το πιο παλιό ξεράθηκε πάει κι αυτό
θα του χτύπησαν τη ρίζα για να τα φέρουν
όλα πάνω κάτω
σε μιαν άκρη βλέπω πως έβαλαν καθίσματα από μπετό
κανείς δεν τα προτιμά κι έτσι η πλατεία
ερήμωσε
γιατί είναι πια σύγχρονη κι άβολη
κάποια πράγματα δεν είναι για ν’ αλλάζουν
αλλά μόνο για να τα τρώει ο χρόνος και να γίνονται δικά μας
πού να το ‘ξεραν αυτό οι αρχιτέκτονες
που δεν κάθισαν ποτέ στην πλατεία τα μεσημέρια της άνοιξης
ή τα βράδια του καλοκαιριού
και τη μελέτησαν σαν να ‘ναι κάποιος χώρος προς βελτίωση
πάει τώρα η πλατεία Μαβίλη
δεν γίνεται πια τίποτα
έγινε ωραία
για τα μάτια των περαστικών





15.10.19
Πάει
πάει ο Πέτρος
αύριο
λογικά θα μας καλέσουν 
στην κηδεία του
και δεν έχει
σημασία πόσο νέος ήταν εκείνος
αν κι ήταν φοβερά νέος
κι όμορφος
όταν τον σέρβιρα πρώτη βραδιά στο μπαρ
σκέφτηκα
αυτός
είναι ένας ωραίος άντρας
απλός κι ωραίος κι εκείνος σαν να το κατάλαβε
κι ήθελε
από ´κείνη τη μέρα να με κουρέψει
πέρναγα έτσι κάθε μέρα
απ´το κουρείο της Αρχαίας Αγοράς
γιατί είναι άλλωστε
ακριβώς κάτω απ´ το σπίτι μου κι έλεγε
αυτά είναι τα καλύτερα μαλλιά που ´χω δει
μα και πάλι
θα ´θελα πολύ
να τα κουρέψω έλεγε
μα εγώ ποτέ δεν κάθισα στην καρέκλα του φοβόμουν
πως ο τρόπος του θα ήταν άγαρμπος
μιας και κούρευε μόνο άντρες
έτσι
μόνο μιλάγαμε
και μια φορά μόνο τον τράβηξα
με την κάμερα να κάνει τη δουλειά του
που αγάπαγε όπως φαίνεται στα χέρια του
(πετούσαν τα χέρια του πάνω στα κεφάλια)
κι έσκυβε να δει καλύτερα κάθε μια
χωρίστρα
έσκυβε
για να σκεφτεί την επόμενή του κίνηση κι εγώ
τον έχω στο αρχείο μου να φαίνεται σαν να
ψάχνει κάτι
μέσα στους άλλους καθώς
και να το βρίσκει ή και
να κοιτάζει
απλώς προς τα πάνω
όπου εκεί ακριβώς στεκόμουν εγώ και φώναζα Πέτρο!
Πέτρο! Κοίτα πάνω! Εδώ
είμαι! κι ύστερα τον χαιρέταγα κι έμπαινα μέσα
στο διαμέρισμα
μακάρι
να μην
τον είχα σε τόσα βίντεο να διαβάζει πλάι
στον Παύλο τον μαύρο
σκύλο του τα ποιήματά μου που έγραψα για την πόλη
αυτή
που απόψε στένεψε
Απόψε
είναι μια μέρα χωρίς τον Πέτρο
γιατί εκείνος απλώς αποχώρησε λες κι ήταν ένας
γέρος
Πέτρο απόψε
είπα σ´ όσους μπόρεσα πως σ´ αγαπώ
Αν η αγάπη δεν είναι ο θαυμασμός κι η πίστη
τότε ειλικρινά
δεν θέλω να ξέρω τίποτε
μακάρι
τα μαλλιά μου να ήταν
πάντα στα χερια σου σε χαιρετώ
σαν να πρόκειται να επιστρέψεις αύριο
αφού
τις Δευτέρες τα κουρεία είναι κλειστά
κι εγώ θέλω να ξέρω πως είναι αυτή
η αιτία
που δεν είσαι κάτω τουλάχιστον σήμερα Δευτέρα
που τα κουρεία
είναι πάντα κλειστά κι εσύ
ξεκουράζεσαι
στο σπίτι


10.10.19
Είμαι στον δρόμο και σου γράφω 
ένα γράμμα μέσα στο κεφάλι μου ο καιρός σου λέω
είναι καλός
ως και τα γρασίδια 
ανθίζουν λυπάμαι
για το πρόσωπό σου και τη νέα του έκφραση
η δουλειά
είναι μια κολασμένη πράξη
πηγαίνεις κι έρχεσαι ανάξιος να συνεχίσεις
μα συνεχίζεις κατηφής Στέφανε
για μένα είσαι
γρασίδι με άνθη
και πορτοκάλια που κυλάν στο πάτωμα πικρά 
κι όμορφα
είσαι για μένα ο μοναδικός Στέφανος που ξέρω
ένας μεγάλος άντρας με γέλιο και ψάρια στο τραπέζι του 
που μιλάει για αρχαίες συνήθειες
με μια τσάντα περνάς απόψε Στέφανε
πάνω από τον ωκεανό και κάνεις
σχεδόν έναν κύκλο
για να βρεις τον ξεχασμένο πολιτισμό της Αθήνας
τι να σκέφτεσαι τόσες ώρες εκεί πάνω
κοιμήσου καλύτερα
σαν τα πουλιά στον αέρα
που κλείνουν τα μάτια τους 
σε ξυπνάν πάντα κάποιοι 
όταν φτάσεις και λες 
περιχαρής έφτασα επιτέλους ας κατέβω

26.9.19
Αγάπη μου οι δρόμοι μας
χωρίζουν
Εσύ θέλεις να βλέπεις τον κόσμο
ενώ εγώ κάθομαι σε μια σκιερή
γωνία και τραγουδάω
μέσα μου ένα γερμανικό τραγούδι
που λέει με λένε 
Τζο
είμαι τριακόσια κιλά
ζω
στον ζωολογικό κήπο
κι έρχομαι από το
Κονγκό
Μου το ‘χε μάθει κάποιος
(τον αγαπούσα κι εκείνον)
μέσα σ’ ένα τρομοκρατημένο αεροπλάνο
που πήγαινε για το Βερολίνο κι έτσι
όταν φοβάμαι 
αυτόματα
εκείνο σιγοτραγουδιέται
Ειλικρινά απόψε δεν φοβάμαι
να σε αφήσω
δεν ξέρω
πώς μου ‘ρθε και τραγουδάω
αυτό το τραγούδι
και το άλλο ακόμη
που λέει απλώς 
Ναι
Ναι
Βλέπουμε τον Πύργο του Βραδεμβούργου
Όλα αυτά ίσως
οφείλονται στον φόβο μου για τον φόβο
και καθησυχάζουν την πιθανότητα
μα εγώ είμαι σίγουρη πια
Φεύγω και
τραγουδάω
άχρηστα γερμανικά τραγούδια
18.9.19
Μεγάλη χαρά
μου δίνει 
ό,τι δικαίως
λίγο λίγο ή μια κι έξω 
καταστρέφεται
με αιτία την εκούσια
κι ακούσια δύναμή μου
Τραπέζια θυμού κομμένα στα δυο
καρέκλες χωρισμένες απ’ τα πόδια τους
-ήμουν ένα μικρό κορίτσι όταν πέταξα
το σχολικό μου κάθισμα
στο κεφάλι της συμμαθήτριάς μου
ένα φίδι ήταν και την έφαγε στο δόξα πατρί-
γυαλιά
είδη υγιεινής
καθρέφτες
χάρτινοι χαρακτήρες
με ζωές και κοπρόσχημα έργα που στηρίχτηκαν
στην έλλειψη μιας νεογέννητης ιδέας λιώνουν
μέσα στα χέρια μου
Η ψυχή μου 
αν αντικρίσει μια αδύναμη μα αυτούσια ύπαρξη
πρόκειται άμεσα να υποχωρήσει
και να δεχτεί την καλοσύνη του φόβου αλλά
αν μπρος της σταθεί κάτι ολοκληρωτικά
ανόητο κι άψυχο
ένα άδειο χάρβαλο ράφι για παράδειγμα 
μια ψόφια ουρά
ή ένας ιλαρός κι επιμελής μιμητής
-αυτό είναι τα χειρότερο είδος-
τότε
τότε η ψυχή μου δεν θα διστάσει
η ψυχή μου δεν θα διστάσει να αφανίσει πιθήκους
παπαγάλους και μεταμφιεσμένους
γιατί δεν λυπάται 
την πονηριά
δεν λυπάται 
την υπόγεια κίνηση και την ανυπαρξία
Είναι ακέραιη η ψυχή μου
μπρος στους λιμνάζοντες και τους σαπιοπόδαρους
που κρύβουν τις πράξεις τους γιατί γνωρίζουν
την αλήθεια
-η αλήθεια είναι εκείνη
που δεν λεν στον εαυτό τους και στους φίλους τους
σε ψυχιάτρους
συζύγους και παιδιά
με αποτέλεσμα
να είναι ανειλικρινείς κοπρίτες-
εκείνους που σε λίγο θα κοιμηθούν τον ύπνο του φθόνου
και θα ξυπνήσουν δίχως ούτε
τη σκιά τους
Φθονούν
φθονούν ανελέητα και συνάμα μιμούνται
γιατί δεν έχουν τίποτε δικό τους
-ιδιαιτέρως αν πουν την αλήθεια
(Αμ δε! Σιγά μην την πουν!)
είναι σίγουρο πως δεν θα τους μείνει
τίποτε
τίποτε
ούτε ένα αποκούμπι-
έχουν μόνο τη μιζέρια της φύσης τους
κι ό,τι υφάρπαξαν κοιτώντας κατά ‘δω
διαθέτοντας μάλιστα το γνωστό
κι αυταπόδεικτα ανόητο θράσος να λένε
πως δεν το ‘καναν
γιατί η παραδοχή θέλει πρωτίστως ευφυία
ύστερα τόλμη και έναν ισχυρό εαυτό
που δεν φοβάται
τις συνέπειες της αλήθειας
Δεν λυπάμαι τα ανωτέρω σαπισμένα έπιπλα
που έσπασα σε μια στιγμή
καθώς και τα προαναφερθέντα υποκείμενα
που λυγίζουν στη σκέψη μου και στον επακόλουθο
εφιάλτη τους
της σύγκρισης -κοιμηθείτε πικρά
είστε χαμένοι σε κάθε μάχη
στο πρωτότυπο μεγαλείο του παρόντος μα
και του παρελθόντος
δεν θα πλησιάσετε ποτέ-
Πάνω τους πριν αυτοδικήσω
πρώτα πατώ ή κάθομαι
και ξαποσταίνω
γιατί κουράζομαι πότε πότε
κουράζομαι
να καταστρέφω
ό,τι έπρεπε να έχει μόνο του αυτοκαταστραφεί
17.9.19
ο μπαμπάς μου με παίρνει τηλέφωνο
ενώ βρίσκεται ακριβώς μπροστά μου
λέει
μόλις το σηκώνω Άνια
σ’ αγαπώ παιδί μου
δεν είχα ποτέ την πρόθεση
να κάνω κακό
Το ξέρω μπαμπά
είμαι η Άνια
το ξέρω και θα σ’ αγκάλιαζα
αν σ´ είχα εδώ μπροστά μου
θυμάσαι που πηγαίναμε μαζί
στη δουλειά
και πλήτταμε ώσπου ν´ ανοίξουμε
το πρώτο μπουκάλι;
σ´αγαπώ μπαμπά
είμαι φτιαγμένη από ‘σένα
το ρεύμα
είναι οριστικά κομμένο
η κατάψυξη έχει ζωντανέψει
κι είναι πια ένας ζωολογικός κήπος
απ´το ψυγείο τρέχει ένα ποτάμι νερό
που βρέχει γλυκά τα πόδια του πατέρα μου
εκείνος
κοιτάει τον εαυτό του ενώ εγώ
κοιτάζω τους πίνακες της κρεβατοκάμαρας
μοιάζουν
όλοι τους ξαφνικά
με πιντούρας νέγκρας δεν βλέπω
καλά τι πρόκειται να συμβεί
μέσα μου κυριαρχεί το σκοτάδι αλλά έξω
είχα συνηθίσει το φως
κάτι περνάει δίπλα
κι ίσως είναι το ποτάμι
ίσως είναι η σκιά του πατέρα μου
τα ξεπαγωμένα πουλερικά κι η αστυνομία ίσως
έχει κάνει πολλά λάθη έκαστος και τώρα
θα ήταν η κατάλληλη στιγμή για να μας πιάσουν
θα περάσουμε καιρό έτσι
κι ευτυχώς τα μάτια μου γνωρίζουν
το έρεβος μα ο πατέρας μου αντιστέκεται
και προσπαθεί να ζήσει
ή έστω να κολυμπήσει
κι εγώ λυπάμαι
τον άδικο κόπο του

15.9.19
Εδώ μέσα
μεγαλώνει ένας κήπος
δεν έχει φως
δεν έχει νερό
μα μεγαλώνει
ένας κήπος από λουλούδια και σπαρτά
λεμόνια
σκουλήκια και περιστέρια
όλα τους μοιάζουν
μ’ ένα υπόγειο σκοτάδι
που δεν χρειάζεται κανέναν ώστε να υπάρχει
ο αέρας είναι ένα ξεχασμένο φαινόμενο
εδώ μέσα ζει όποιος δεν επιθυμεί να αναπνεύσει
φυτά από χαρτί
ζώα από πλαστικό
πέτρες
πέτρες κι αλλόκοτοι άνθρωποι με αισθήματα
εδώ μέσα
μεγαλώνει ένας φανταστικός κήπος
με χρώμα αναγκαστικά μαύρο
τον βλέπω να απλώνεται
και να αρπάζει τον χώρο
γιατί μπορεί
και του ανήκει κάθε εύφορο χώμα
Εδώ μέσα
κάθομαι
και κοιτάζω
τον αγώνα της γης
την τύχη των παιδιών μου
βλέπω ένα μαύρο πουλί
κι ένα μαύρο χρυσό δαχτυλίδι
βλέπω ένα μαύρο καταφύγιο
ένα μαύρο
ένα μαύρο

14.9.19
Μαργαρίτα

σου γράφω
μέσα από το σπίτι μου
εκατό μέτρα μακριά απ’ το δικό σου

ελπίζω πως έλαβες την κολοκύθα μου
και ξέρεις ήδη πως είναι από εμένα

στην έστειλα με τον άντρα σου
που μ’ έπιασε στα πράσα 
να κατεβάζω απ’ το αυτοκίνητο
είκοσι τουλάχιστον κιλά σοδειάς

πήγε καλά και φέτος
ο κόπος μου πέρα από γήρας
αποφέρει και καρπούς

μπορείς να την βράσεις 
εάν πρώτα την κόψεις σε κομμάτια
να την τηγανίσεις μέσα σε καλής ποιότητας λάδι
αλλά και να την ψήσεις στον φούρνο
για να ταΐσεις την οικογένειά σου

έχω πολλές ακόμη
μη διστάσεις
να μου ζητήσεις 
κολοκύθες αλλά και πιπέρια
ντομάτες μελιτζάνες φασολάκια
αχλάδια σταφύλια και αυγά

θα σου δώσω ο,τι χρειαστείς

γιατί έχω