20.6.16
Σούζυ
με το καυτερό όνομα
ποιος δε σ'αγάπησε
αφότου πέρασες
ποιος
σε αγάπησε αρκετά
μαύρη Σούζυ
με το υπέροχο όνομα
πέθανες ανηφορικά
με ταχύτητα
και τιμές
βασιλικός θάνατος
μοναδικός
μοναχικός σαν όλους
σκιερός τάφος
με ήλιο το πρωί όπως
στη ζωή
που έζησα μαζί σου
αν δε με κοίταγες έτσι
άραγε
θα σε φρόντιζα γλυκιά Σούζυ
με τα αδύνατα πόδια
αντάξια
του ονόματός σου
ήρθε η ώρα σου
κι ας διαφωνώ με τις επιλογές
του θανάτου
σφυρίζει τώρα σαν πουλί
σαν φύλλο
ο άντρας
σφυρίζει τα μάτια σου
την ξερή σου κοιλιά
τις πέτρες του χώματος
το νερό
την αρχαία σου φύση
Σούζυ
με το καθαρό όνομα
τα καθαρά μάτια
την καθαρή κοιλιά
το καθαρό
τελευταίο νερό
από τα χέρια μου
στα χέρια μου γερά
σε έσφιξα
πριν πας
νεκροί όλου του κόσμου
δεχτείτε σήμερα
την όαση
την καλοσύνη
τη μεγαλύτερη κυρία επί γης
την πίστη στην απέραντη ομορφιά
την πίστη
τη γλυκιά ζωή
-αποχαιρετώ.
19.6.16
δεν υπάρχουν
οι δικοί μου άνθρωποι
πια έφυγα πριν
καιρό
τώρα βρίσκομαι
εν μέσω μιας άγριας
καταιγίδας
χιονοπτώσεως
και ήλιου
ζοφερού
άνθρωποι μιλάνε
γύρω από το πτώμα
μου
με αγγίζουν επιδεικτικά
ζωντανή
με τρώνε πριν να σκεπάσει
ο θρήνος τη
χαρά
σκέπασέ με ω! σκέπασε
πρώτα
τις άγριες σκέψεις μου
άνθρωπε
θεέ των ανθρώπων
περιμένω
αμετανόητα την υπόδειξή σου των
λαθών μου
πάνω στη γέφυρα των
στεναγμών μου χτίζεται
μια γέφυρα
21.5.16
το ψάρι
ξάπλωσε στο πλάι
σαν μωρό
καθώς το έβγαζα απ´το
νερό δεν αντιστάθηκε
στο κυνήγι του διχτυού
ούτε σπαρτάρησε εισπνέοντας τον καθαρό αέρα
ξάπλωσε
στο πλάι στωικά
ώσπου να μπει στη μαύρη σακούλα
τρύπια τόσο
όσο να βιαστώ
στο δρόμο το νερό
χανότανε
το ψάρι ερχότανε μαζί μου
15.5.16
ο ομορφότερος άντρας του κόσμου
είν' ο Μήτσος
φοράει ποδιά ο Μήτσος
διαθέτει τυριά
όλων των ειδών
η πρότασή του
συνήθως
είναι το αρσενικό
εγώ
πάντα ακούω τον Μήτσο
κι έτσι
συνήθως
τρώω αρσενικό
κι ό,τι άλλο διαλέξει εκέινος
για 'μένα.
τα μεσημέρια
μου κρατάει το τραπέζι
στον ήλιο
φέρνει ρακή
και λέει
-Ορίστε πουλάκι μου
ή -γιαβρί μου
καμιά φορά -αγάπη μου
χωρίς ακόμα
να με αγαπά
με κοιτάζει στοργικά
-ποτέ ανόητα-
και με προσέχει
καθώς τα χοντρά χέρια του
κόβουν κρέατα
τηγανίζουν ή
σφίγγουν τον ώμο μου όπως φεύγω.
πίνω πλάι του
όσο μπορώ
περισσότερο μα εκείνος παραμένει όμορφος
σαν άγαλμα
μαύρο
σαν σκύλος του δρόμου
όμορφος σαν τον ηλιο
απλός
σαν ένα κλαδί.
22.1.16
απλώνω παντού
τα χημικα δηλητήρια της ψυχής μου 
βαθιά
στη συνείδησή μου 
μια πράσινη 
γλιστερή πανίδα
έτοιμη να λούσει 
πικρά 
τους ανθρώπους 
τα τραπέζια
τα παιδιά 
μου
οι σκέψεις
με μορφή απο τέρατα 
επικρατούν 
είμαι μια ανύπαρκτη όαση
είμαι μια θλιβερή εμπειρία
ο κάκτος που του κόλλησαν όμορφα λουλούδια
εγώ
12.1.16
Ερωτεύτηκα εναν οδηγό
τζιπ
Έκανε κοιλιακούς
ώσπου να ανάψει το πράσινο
δυνατός
Είχε σγουρά μαλλιά
σαν κάποιου δέντρου
δε θυμάμαι
Πίσω του πέρασε
ένα φορτηγό
με τα νεκρά
έλατα χριστουγέννων
μετά τα χριστούγεννα
Το στόμα μου γέμιζε κρύο
ανοιχτό
καθώς ήταν
Στεκόμουν
6.1.16
μιχάλη!
μιχάλη μου!
τρώω
μόνη
μόνος
οδηγάς στην εθνική
26.12.15
όταν μιλάει
τα μαλλιά του κουνιούνται
διότι
τα μαλλιά του
είναι ατίθασα σαν χόρτα
ή
παιδιά
φοράει γυαλιά
να βλέπει
μέσα απ´τα μαλλιά του
εγω δεν τα έπιασα
ποτέ
μα όλο το σκέφτομαι
θα σκάλωναν σίγουρα
σκέφτομαι
τα δάχτυλά μου
εμπόδιο
αν μη τι άλλο τα όμορφα μαλλιά του
και τα υπόλοιπα
4.12.15
πίνω
στο μαγαζί
γράφω ποιήματα μετά
τις έξι
ο ήλιος δύει
κι εγώ
αρχίζω να πίνω
ποτά
δωρεάν
αφού καθώς
είπαμε
τα δούλεψα
πρωτύτερα
σκληρά
γενναία
και μοναχικά
κυρίως
ανάμεσα ή μπροστα ας πω
σε τόσους ανθρώπους
ανθρώπινες παρέες
με απαιτήσεις
ή καλούς τρόπους
έπιναν
από τα χέρια μου
τώρα
πίνω απ´ όλους
καλύτερα
εγώ
μ´ αρεσει να πηγαινω
στην αθήνα
πού
και πού
στο τραίνο
σταυρόλεξα
νέοι
εγώ
φέρνω πράγματα
δικά μου ή
δώρα
αυτοί
κοιτάν έξω
εγώ κοιτάζω
αυτους
που κοιτάν
έξω
τα δέντρα περνάν
14.9.15
φοβάμαι πως θα φύγεις
θα μείνω μόνη
ύστερα
με τον σκύλο
που αποκτήσαμε μαζί

να τον σκίζαμε στη μέση!

μα σε διακατέχει γενναιοδωρία
τόση
ώστε να με αφήσεις στο σπίτι
μόνη
το δικό σου

θα πάρεις δυο τρία πράματα
τίποτα
που ν' αποκτήσαμε μαζί όπως
τον γκρι σκύλο
την τηλεόραση
τα κοτόπουλα στην κατάψυξη
βιβλία

θα μείνω μόνη ύστερα
με όσα
αποκτήσαμε μαζί
ο σκύλος θα κοιμάται
σαν να μη συνέβη τίποτα

εσύ θα είσαι κάπου
χωρίς λεφτά

δεν πήρες τα λεφτά!

προτιμώ να μείνεις
γλυκε μου

στη ζωή

να δούμε ντοκιμαντέρ στην τηλεόραση
κάτι να ψήσουμε
να ξαναφάμε
προτιμώ
εσένα
από μένα

κοίτα ένα σπίτι
λαμπερό
λάμπει
και χωρίς εσένα

είσαι προαιρετικός

οικογένειά μου
αδερφέ
φίλε μου
δε μ' αγαπάς
επειδή δεν
αγάπησες τίποτα
πριν και μετά

να σε σκότωνα!

δε θα νιωθα ούτε μια τύψη
μόνο
που θα 'μενα
μόνη
με τον σκύλο και τα υπόλοιπα
μια ώρα αρχύτερα

ας τελειώνουμε
με τη φαντασία μου

είσαι ένας μαύρος μπάμπουρας
αν το θελήσω
είσαι ένα σκατό
σε λατρεύω

πόλεμος!

μείνε
θα σε δημιουργήσω
ποιος θες
να είσαι
ο σούπερμαν
ο γκοντάρ
οι τριάκοντα τύραννοι
το μικρό μου μωρό

σκέφτομαι τον χειμώνα
που θα έχεις
φύγει
χιόνι
και ησυχία

αχ τι ωραία
ψέματα
που φτιάξαμε μαζί
μεγάλα
άσπρα
σαν το ήσυχο χιόνι

δε θα ξανά
έρθεις
πια
27.6.15
της λέγανε συνέχεια
ούτε αυτό
αυτό; ρώταγε
μήπως είναι αυτο;
ούτε αυτό της απαντάγαν όλοι
ο κόσμος περνούσε
κι έφευγε μετά από λίγο
έβρισκε πάντα κάποιον να ρωτήσει
αυτό;
μα δεν ήτανε κανένα
26.5.15
να το το μικρό κεράκι
έπεσε από ψηλά
μαύρο
τα παιδιά τού πέταξαν πέτρες
σακούλες
οι γονείς δεν το βρήκανε σωστό
αυτό πηγαίνει παραδίπλα
ακούει ψηλές φωνές
μα κοιτάζει κάτω
τώρα παραπατάει μακριά
στέκεται κάτω απ'το δεντρο
ακούει
μαύρες φωνές
περιμένει
μαύρο
27.3.15
στον δρόμο άνθρωποι
περπάταγαν σκυφτοί
έπεφταν πάνω μου

κρατούσα
ένα κουτί από πορτοκάλι
μελάνι από χαλκό
εξπρές ως προς εμένα
κατεπείγον να προλάβει
ποιον
κρητικά μαγαζιά περνούσαν
δίπλα μου
ζέβρες λεοπάρ
πράσινα καλσόν

κάποιος φώναζε
κάποιος έσπρωχνε κάποιον
άλλο
κάποιος έλεγε
γαμώ τον αντίχριστο
κι εγώ

περπάταγα σκυφτή
άνθρωποι πέφταν πάνω μου
26.3.15
το γράμμα σου θα παραβάλω
(λάβω)
μέσα του φωτογραφίες μου εγώ
(σου)
δείχνω (βήχω) ή μιλώ
κοιτάζω, αποχαιρετώ
έχετε γειά αγαπημένοι
σας ξεχνώ
(δεν)
9.6.14
Θυμάσαι που, αγάπη μου, σου έδειχνα
ό,τι ήθελες να δω
νά
ξε  φεύγω απ'τη ζωή
αλλά όμως
αισθάνθηκα πιο πριν τον εαυτό
η εγώ ή τα τανκς
ρωτάς με ερωματικό 
ετερωματική ερώτηση
ποιος ήρθε νωρίς ή
ποιος έφυγε
νωρίτερα
ρωτάς
σε ποιον να απευθυνθώ
ποιος απεφάνθη
τι διημείφθη μεταξύ ποιων
είδα κυλιόμενα όνειρα
που εξαιρούσανε εσένα
θλιβερές αϋπνίες που περιείχαν μόνο
αυτόν
εξαντλώ, εξηγώ και εξυμνώ τον κόπο σου
εξετάζω τα ενδεχόμενα κορμιά
γερά κορμιά 
γερασμένα
ξεχνώ, σε ξέχασα
τα μάτια μου είδαν να ρίχνεις το
5
τ' αυτιά μου είδαν την πόλη 
να 'χει κουραστεί
ή χωριό ήταν;
ή εγώ;
ουρές σκύλων δονούνται
ουρές ανθρώπων πάντα
μιμούνται
τι είναι πιο αυτονόητο
ποιο δεν έγινε ποτέ κατανοητό
 η θεία Αρετή αγαπάει τον άντρα της
η θεία Αρετή μυρίζει κουλουράκια
στην Αθήνα να πας
σήκω Άνια
φύτεψέ μου αυτόν τον στρατηγό
μαύρες κυρίες μαύρες σακούλες 
καλημέρα κοπελάρα μου
μάκη πάμε βόλτα;
οι ντομάτες σου μυρίζουν ροδάκινα
τα ροδάκινά σου τι μυρίζουν;
σημειώματα μέσα στα λαχανικά
ευφάνταστα ζαρζαβατικά
στεγνά
μάνα ίδια με κόρη
σιδερένιο νερό
στόμα από σίδερο
πάρε κοκαλένιο δώσε σιδερένιο 
ιδιοκτησία στο πλόβντιβ
βουλγάρικη ισημερία
ανήσυχή μου αγάπη
το πουλάκι πέταξε
πέταμα (να το πετάξω;)
ψηλός τρελός νέος
κρήτη κρήτη κρήτη
οι τρεις καμπαλέρος
το ρακούν κι ο αποχυμωτής
ο Γράφος
παραδέξου το βλέμμα σου 
θάνατος λεμούριου - ευθύνη σόμπας
γωνία από βαμβάκι
μύγες τρώνε τη γιαγιά
ο Θεός δικάζει;
κόκκινη τώρα γυναίκα 
κόκκινο αγροτικό
19/2 τρώω όρχεις και καρδιά
ψυχής της ψυχής μου
σιλκ μετάξι
πέθανε ψόφησε τα τίναξε
 τι εκστόμισες;
γιατί να φύγετε καθίστε μόλις ήρθατε
θα σου φύγω στο'χα πει
μη γυρίσεις ποτε στην πρώτη σελίδα
ποτέ μην
ποτέ
οικείο γνώρισα τόπο ζωή
ποτέ
τι μπύρες έχετε;
υπάρχει κάτι που δεν έχετε;
θέλησα κάτι που να θέλατε;
αμέσως μάλιστα ευχαριστώ
20.9.13
περιμάζεψα τη νεογέννητη
γάτα
για χάρη της
παλιάς.
η παλιά γάτα κάπου
χάθηκε.
μαζί σου
χάθηκε
ή
μαζί σου
έμεινε.
ίσως έχουμε δυο
γάτες
πια
ίσως να τις αγαπάς
πια
τις γάτες του κόσμου και
να τις ζεσταίνεις με
ρούχα
δικά μου.
εγώ
κάτι βρίσκω να
δώσω
μα όχι αγάπη.
κεφτέδες από χτες
νερό
μία ζεστή και
άνετη
γωνία
μα εσύ έχεις
αγάπη
και πρέπει
κάπου να δοθεί.
για χάρη της παλιάς που
χάθηκε
ή έμεινε
εγώ
θα μεγαλώνω μια καινούρια
κι εσύ να
μας αγαπάς
όλες.
5.7.13
Η γάτα στο απέναντι μπαλκόνι έχει
για παρέα της
έναν βαρετό λαγό.
Όταν ανοίγω τα παράθυρα,
μου φαίνεται να σκέφτεται πως θα'πρεπε να ζει
εδώ.
Τη χαιρετώ.
Λέω
μη λυπάσαι λυπημένη γάτα
κι εγώ θα'θελα εκεί
να 'ρθώ.
Ύστερα προσπαθεί να βρει
τον τρόπο,
ένα δέντρο,
ένα σχοινί,
ούριο άνεμο, κάπου να πιαστεί
μα τρόπο δίχως πριν να σκοτωθεί
δεν έχει βρεί.
Έτσι
πειράζει τον εναπομείναντα λαγό.
Αυτός,
μπορώ αν θέλω να φανταστώ,
διαισθάνεται την αδυναμία επικοινωνίας
δύο διαφορετικών
εκ φύσεως ειδών
και πηδάει πάνω στο μονοθέσιο σκαμπό.
Αφού η γάτα παραιτηθεί
κι εγώ
έχω αρκετά στεναχωρηθεί,
κλείνω τα παράθυρα για να μην μπορεί
με ευκολία να δει
την αβάσταχτη ελπίδα της φυγής
εδώ
στο σπίτι της απέναντι κυρίας αυτής,
που δείχνει επίσης να καταφέρνει να ζει
μια παρόμοια ζωή.
17.6.11
Λέγεται πως θα ζήσουμε μαζί. Δεν το μιλάμε μεταξύ μας, μεταξύ αλλων, μεταξύ κατεργαρέων, με κανέναν ειδικά. Λέγεται πως δε μας μένει τίποτα να αποκτήσουμε από εμάς στο ίδιο τοπικό επίρρημα. Εγώ φεύγω από αυτό το μέρος του επιλόγου, παρατάω το κωλόσπιτο, το βρωμερό το σπίτι που έλαμψε, το σπίτι που φιλοξένησε και αποξένωσε εσένα, ύστερα εσένα και λίγο αργότερα εσένα. Δεν το 'θελα το διαμέρισμα, ούτε τώρα το θέλω αλλά ποτέ δεν είπα να μην είν'εκεί. Δε θα'ναι εκεί. Εσύ δεν ξέρεις πού σε παν. Σε παν. Από 'δω κι από 'κει. Δε σε φέρνουν. Δε σε'φεραν. Σε πήγανε. Και τώρα μου ζητείται από εντός κι από απο επί τα αυτά να ακολουθήσω, να πάρω μία βαλίτσα, μία τελευταία φορά, μία μέρα, μία άνια στο καράβι ή σε αεροπλάνο, στο αμάξι το πολύ πολύ, να ταξιδέψω ολομόναχη από υπόλοιπους και μισογεμάτη από 'σένα. Θα σε βάλουν σε νησί, θα'σαι σε στεριά, θα'σαι στην κρήτη που'ναι κι απ'τα δυό. Μπορώ να ονειρευτώ διάφορα όπως μπαχτσέδες και σκοτεινές θαλαμοτουαλέτες. Δυό σκυλιά με καλή ανατροφή, έλλειψη παρανόησης και επινόησης και μετανόησης. Παιχνίδια με λέξεις, παιχνίδια με ανθρώπινες ζωές. Θα είμαστε εκεί όπου δοκιμάσαμε μία τύχη ακόμη. Εκεί όπου θα παίζονται απ'τα πενυμόνια σου κοντσέρτα για φαντάσματα που σε αναστενάζουν. Όπου εγώ θα έχω μια δουλειά προσγειωμένη, θα ακουμπάει σταθερά στο πάτωμα και θα'χει ρίζες τεσσάρων μέτρων με υπόγειο, 2μιση χωρίς. Σχολάς, σχολάω, ο πρώτος δεν κερδίζει τίποτα, μόνο φτιάχνει φαγητό, βγαίνει στην αυλή, κόβει ντομάτα, κόβει αγγούρι, κόβει τις μαλακίες και μαγειρεύει σωστά. Σε φούρνο κανονικό, με γήινα υλικά χωρίς γκουρμέ αηδίες, σκόνες γάλακτος, κρέμες γάλακτος κρεμ μπρουλέ α λα κρεμ και κρεμώδεις σούπες. Θα έχουμε μόνο το μπριάμ, τις μπάμιες, κόκορα και φασολάδα.Το ψάρι από τη θάλασσα που έχω περίεργες εσωτερικές πληροφορίες πως θα βρίσκεται κοντά. Εκτός φαγητών κι εκτός κουζίνας, θα'χουμε ένα γερό υπόλοιπο σπίτι με σκεπή, ένα δωμάτιο σίγουρα να χωράμε κάθετα και οριζόντια, ένα χωλ να ενώνει τις επιλογές, τουαλέτα απροσδιορίστου χρώματος και υφής και ένα χώρο στρόγγυλο μικρομεσαίων διαστάσεων όπου θα γίνεται προβολή ταινιών, βραδιές βιβλίου, ολονυχτίες βιβλίου, τετραήμερο φεστιβάλ βιβλίου, συναυλίες με έργα μουσικής δωματίου, μιλόνγκες μιλονγκέρων, συχνές ακροάσεις ανερχόμενης και ντροπαλής ηθοποιού, μαθήματα σάλσας, κατάποσης καυτερής σάλτσας, μαθήματα στήριξης ανθρώπων, αντιστήριξης παρειών, αποφυγής νοσταλγίας και πρακτική όλων αυτών των θεωριών. Ένα σπίτι όπως το βλέπω επαρκές, σπίτι φτηνό , επαρχιακό, ζωντανό και αβλαβές. Μια μέρα πριν φύγουμε, τη μέρα που θα ανακοινωθεί η ανωτέρω απόφαση των ανωτέρων και ανωτάτων υψηλόβαθμων ανθρωποειδών, θα κάνουμε το τεστ. Συμπληρώνεις ερωτηματολόγιο που σε ρωτάει τις γνωστές κρυόκωλες ερωτήσεις, όπως πόσο ζωντανός νιώθεις από το 0 ως το 1, πόσο συμπαθείς τη λέξη μηρυκαστικό, αν αντέχεις τα μουλιασμένα ψίχουλα μες στη σαλάτα, αν γλείφεις το μαχαίρι και το ξαναβουτάς στα βάζα, αν σκοτώνεις τα μυρμήγκια που σε περπατάνε κι αν υποφέρεις συχνά από λάθος σκέψεις. Θα φύγουμε μαζί αφού περάσουμε και αν αποδειχτεί πως εμείς οι δυό μοιάζουμε. Έτσι θα ταιριάζουμε σαν γάντι με χέρι, σαν λουρί σκύλου με λαιμό σκύλου, σαν μπάλα σε δίχτυ, σαν υπολογιστής στην κούτα του και σαν νερό μες στο ποτήρι. Θα πιω ναι, θα πεις ναι ναι και θα ξαναρχίσουμε. Ανιάρης στο καράβι ή σε αεροπλάνο, στο αμάξι το πολύ πολύ.