18.5.18
Η πόλη με τα λιωμένα περιστέρια
που πριν έτρωγαν κι έσπαγαν τα φυτά μου
Με τους αβάσταχτους νέους
Τον περσινό έρωτα
Τις σερβιτόρες που κλαιν
Τα ισόγεια διαμερίσματα
Τα υπόγεια διαμερίσματα
και τα κεφάλια των παραθύρων
Τους πλατύποδες σκύλους
Η πόλη με τον μοναδικό φίλο εαυτό 
και φίλη την αφιέρωση πίσω από μια κορνίζα
Με αίμα στην άκρη της μύτης
Με το παγωμένο νερό 
και τα παγωμένα δόντια του χειμώνα
Με το καλοκαίρι των ασυνείδητων 
που αποχωρούν
Η πόλη μου με τα λιωμένα παπούτσια πλάι 
στα λιωμένα περιστέρια που έφαγαν 
κι έριξαν τα φυτά μου
Με το μπαλκόνι μου που γέρνει στον ακάλυπτο
Με τα περιστέρια που γεννήθηκαν μέσα από δυο μικρά αυγά
Η πόλη με τα αμάξια 
Η πόλη με τα λόγια μου για εκείνη
Με τα σκαλιά που οδηγούν στα διαμερίσματα τα βράδια
Με τα περιστέρια που κοιμούνται μέσα στην αγκαλιά τους
Με τις βρεγμένες αποδείξεις
τα βρεγμένα σουβέρ 
στα μπαρ που μέσα τους βρέχει
Με τη ρώσικη βότκα στο αίμα των δημοτών
Με τα αυτιά των γειτόνων που μεγαλώνουν
Με τον νεκρό ύποπτο 
Και τον ένοχο να χάνειται ρομαντικά στο ηλιοβασίλεμα
Η πόλη με την τσιλιαδόρο γυναίκα
Με τα λαστιχάκια στα χέρια 
Με τη μυρωδιά των αφύσικων ψαριών 
Η πόλη μου 
με τα έργα τέχνης που διαμαρτύρονται
Με τις βαριές κοιλιές
Τους ναούς
Τις αναμονές
Η πόλη
με το σκυλί που γαυγίζει 
σε όλους
και τους διώχνει



17.5.18
Η αλαζονεία μου κρίθηκε ένοχη
από τους μη έχοντες εργασία
Εκείνοι απλώς κοίταξαν
την επίβανθό μου γνώση
κι είπαν 
Σίγουρα πρόκειται για κάποια μεγάλη αυταπάτη 
τόυτη η οίηση
που πλήττει την πίστη μας
σε ό,τι γνωρίζαμε ως τώρα
Εγώ κοίταξα κι είπα
Είμαι η Αλαζόνα
Έρχομαι από τα βόρεια της Ολβίας
Έχω τατουάζ στο χέρι 
στο στήθος
και στη μονάκριβή μου πλάτη
Δεν επιθυμώ
σχέσεις με κανέναν
Νικητής στέκομαι
πλάι σε ένα άλογο
γιατί βαθιά γνωρίζω την αλήθεια


(Εκείνοι δεν μπορούν να δουν
Η Αλαζόνα φωτεινά πορεύεται στη νύχτα)

Γιομτώβ
ένα γυφτάκι παίζει βιολί
Τα πόδια μου ήταν πάντα μαύρα
Ο μπαμπάς μου φώναζε
είσαι ένα γυφτάκι
Γιομτώβ
Δεν μπορώ να μπω σε ένα ταξί 
όταν κουράζομαι
Ένας ταξιτζης κρεμασε μόλις
το κεφάλι του 
Τον βλέπω καθώς τα χρήματα λείπουν και κινουν
τα ποδια μου
Γιομτώβ
Είσαι ο Θεος
ή μια απλή εταιρία χρωμάτων;
Η απάντηση ερχεται
απ´τον γαλάζιο ουρανό

Λένα
Χρειάζομαι κάποιο ποτό
για να μιλήσω
Έπιασε ξαφνική βροχή
Ξάπλωνα σε ένα παγκάκι
στη θάλασσα
Είχα αφήσει χώρο δεξιά
Καθώς διάβαζα
μία κοπέλα ξάπλωσε δεξιά μου
Φόραγε ρολόι και τη ρώτησα
αν έχει την ώρα ενώ ήξερα
πως την κατέχει
Μου την είπε χωρίς να κοιτάξει το χέρι της
Κι άρχισε να βρέχει πολύ
Οι νέοι έτρεξαν και πιάσαν τις θέσεις
κάτω απ´τα περβάζια
Εγώ αναγκάστηκα να μπω σε ένα μπαρ
πάλι
Χρειάζομαι μια βότκα το ελάχιστο
για να μιλήσω
Μια γάτα τώρα περνάει πίσω
Το πάτωμα είναι ωραίο
Τα πόδια μου κρέμονται και δεν πατάν κάτι
Μπροστά μου
μια γερμανική τοιχογραφία
Δεν ξέρω τι λέει
Στον μπάρμαν καθρέφτη
βλέπω τον πάγο
Το νερό
Τη μαγιά
Την αντανάκλαση που διαφέρει
από το είδωλο
Βλεπω την αντανάκλαση
του μπάρμαν καθρέφτη
Σχηματίζει το βρεγμένο μου παλτό
Ακόμη το φοράω
Κρυώνω
Κάποιο ποτήρι έσπασε τώρα
Κάποιος ήχος σπασμένης μετάνοιας
ακούγεται στο βάθος
Ένας κύριος με κοιτάζει
Κρατάω τρία βιβλία και τα διαβάζω ταυτόχρονα
μα εκείνος πάνω από τη συνοδό του
πιάνει τα πόδια μου
Πειραματισμός
Δημοκρατία
Η Πετρούπολη
Λένα
Είσαι στα χέρια μου Λένα
Είσαι τα χέρια μου
που κρατάν
το κρύο παλτό
κι ένα
ξένο ποτήρι

12.5.18
μαύρη καρδιά μου
η ομορφιά σου
χτυπάει σε κάθε τόπο
μα
σε καθιστώ άπονη
θα σε φρόντιζα μα σε ορίζω
ως ένα
τυλιγμένο κι άχρηστο χαρτί
οι πολλοί λεν να μια καλή καρδιά που έσπασε
μα οι λίγοι είναι περισσότεροι και είπαν να!
να ένα τσαλακωμένο κομμάτι χαρτιού
που χτυπάει








23.4.18
Άντρες μου,
πήρα το θάρρος να σας καλέσω απόψε
εδώ όλους μαζί μακριά
από τις γυναίκες σας 
στις οποίες ψεύδεστε βαθιά, δυνατά και καθημερινά.
Βαθιά πολύ σαν τα πηγάδια.
Δυνατά σαν πέτρες που πέφτουν μέσα τους.
Καθημερινά σαν 
την κάθε μέρα που περάσατε μακριά μου.

Έχω ζητήσει να μη μιλήσετε 
αφού
πρόκειται να μην αφήσω γλυκές απορίες.

Ανάμεσά σας βρίσκεται η μεγάλη μου αγάπη.
Δε διαφέρει ιδιαίτερα από κάποιους εδώ
καθώς κι εκείνος πορεύεται ψευδώς
πλάι πλάι
σ' ένα σκοτάδι ημίνεκρο
σε μια παραλιακή οδό γεμάτη καμμένους φοίνικες.
Το κολιέ που μου χάρισε ήταν ένα κολιέ
κατασκευαστικής φαντασίας.
Ένα φαγωμένο ψωμί που αναστήθηκε.
Όταν αντιγράφηκε
έριξα το δικό μου
αμέσως στα σκουπίδια
όπως θα έκανα κι αν ήταν χρυσό
ή αν είχε μέσα του τον ουρανό που
δε θα ξαναέβλεπα.
Περπατάει μια γυναίκα τώρα
πλάι πλάι
με το λαιμό γεμάτο αγκάθια
με το χέρι της μέσα σε ένα ξύλινο χέρι.
Η μεγάλη μου αγάπη μου πήρε τον δρόμο της.

Η πρώτη μου αγάπη
πορεύεται κι αυτή
προχωράει σαν μυρμήγκι στον δρόμο που χάραξαν οι μπροστινοί
σαν ένας τυφλοπόντικας μέσα στη σκοτεινή του
τυφλή τρύπα που τυφλά
μα σίγουρα
προχωρά.
(απ' έξω στέκεται το γεράκι αλλά
ούτε το βλέπουμε
ούτε θα βγούμε στο φως ποτέ. ποτέ!)
Το ίντερνετ γέννησε τον έρωτά μας
την εποχή
που ακόμα δεν υπήρχε τίποτα γρήγορο
ή φανερό.
Μ' έναν γρήγορο
αρχαϊκό
και γνήσιο έρωτα
(όπως τα γρήγορα παιχνίδια σκραμπλ
που κέρδιζα πάντα και για πάντα
μην ξεχνάτε νάρκισσοι!)
χαθήκαμε απ' όλους.
Fammi dimenticare
μου είπε τη δεύτερη μέρα.
Την πρώτη
μου έδωσε το τηλέφωνό του
μέσα από ένα κουίζ για ανόητους.
Κάτι πρόσθεσα, κυρίως κάτι αφαίρεσα
κι ύστερα τον τηλεφώνησα απευθείας.
Κάνε με να ξεχάσω το μέλλον  που έρχεται! φωνάζει.
Έπειτα ορθώς
επανέλαβε τη φράση του
ορθώς αντήχησε η φωνή του
στους ίδιους τοίχους
ορθώς και φοβούμενος πια
ό,τι έχει οριστικά περάσει.
Έτσι κάνουν οι καλοί ηθοποιοί που δίνουν 
δυο ωραίες παραστάσεις 
τη μέρα
όταν είναι πετυχημένες κι όταν
πληρώνονται.
Η επιτυχία της επανάληψης ήταν δεδομένη
κι η πληρωμή της γίνεται με μια
οποιαδήποτε πιστή συντροφιά.
Η πρώτη μου αγάπη πήρε τον δρόμο της.

Ανάμεσά σας βρίσκεται κι η τωρινή μου αγάπη.
Ένα ελάφι τρέχει καθώς
μιλάω γι' αυτόν.
Κοιμάται
κοιμάται ανίκητος.
Όταν ξυπνήσει θα πει Φύγαν!
Φύγαν οι δειλοί.
Ας έμεναν να πιούμε
μία μπύρα.
Το ελάφι χάνεται στο μαύρο δάσος.
Η τωρινή μου αγάπη με πήρε στον δρόμο της.

30.3.18
Μέσα στο αστικό
πάντα
συναντώ κάποιον φίλο
Είναι συνήθως παλιός και δε γνωρίζω πια
το πρόσωπό του
Εκείνος
πάντα με θυμάται
Πιάνει τον ώμο μου ανάμεσα στον κόσμο
καθώς κοιτάζω έξω
Τρομάζω για λίγο
κι ύστερα μιλάμε για τα παλιά
Δε θυμάμαι τα παλιά
μα γνέφω
Ο σκύλος του
που είχα πει πως θ´ αγαπώ
και πέθανε
η δασκάλα μας με τα λιγοστά μαλλιά
που πέθανε
και άλλοι
Γνέφω σαν όλα κάποτε να γίναν
Κοιτάζω σαν να θυμάμαι
τον παλιό μου φίλο
Καθώς κατεβαίνει και με χαιρετά
το κεφάλι μου κρύο ακουμπάει
στο τζάμι



Τα χρήματα στέκονται μπροστά μου
Γύρω φωνάζουν Άνια!
Βαλ´τα μέσα θα τα χάσεις
Κάποιες φορές μου κάνουν πλάκα και τα κρύβουν
Δήθεν πως τα ´χασα
Κι υστερα παίρνουν εκείνο το ύφος πως έπρεπε να προσέχω
Τα εμφανίζουν μετά και τα ακουμπάν πλάι μου όπως ήταν πριν
Γελάν
Εγώ κάθομαι όπως ήμουν πριν
Συνεχίζω να πίνω και πότε πότε κοιτάζω τα χρήματα
Ο κόπος μου πληρώθηκε κι είναι χρωματιστός
Πίνω
Πίνω στην υγειά του μαύρου ιδρώτα
Που δεν πληρώνεται
Πίνω και γύρω γελάν
24.3.18
Η μητριά κόρη ξαφνιάστηκε
Πού πήγε ο καιρός
Πού χαθήκαν οι σίγουροι
Πώς έγινε και με καλούν σε συνεδριάσεις
Αν σταματήσω εδω και τώρα
Να σκέφτομαι
Σκέφτηκε
Ίσως όλοι συνέλθουν
Έτσι
Εγώ θα γυρίσω στο σπίτι μου
Σκέφτηκε
Οι σίγουροι θα ´ναι σίγουροι
Κι ο καιρός θα είναι όπως αυτός θέλει
Η ιστορία αυτή ας κλείσει
Λοιπόν
Το θέλημα της κόρης μητριάς
Ας γίνει
Που κάποτε ανάμεσα σ´ ένα παιδί
Και μια μητέρα
Μπήκε
11.2.18
ας μέναν όλα
πλάι μου
ο γέρος σκύλος
ο γέρος πατέρας μου
το φαγητό που έψησες πριν μια δεκαετία

στο δεξί μου χέρι θα κράταγα μία εκκλησία
στο αριστερό μου εσύ
κι ο γάμος μας
το στόμα μου θα 'επρεπε να μιλάει
έτσι
τα λουλούδια θα έπεφταν στο πάτωμα

(το πάτωμα θα ήταν παλιό
σαν την αγάπη μας)

ας μέναν όλα όμοια
ας μην πάχαινε η μέση σου
ας πορευόμασταν απαράλλαχτοι
πλάι ο ένας
στον άλλον

έστω πως κατοικούσαν όλοι
όσοι γνώρισα
στο διπλανό διαμέρισμα
θα μας χώριζε ένας τοίχος
και θα μας ένωνε
ο κρύος διάδρομος
η πολυκατοικία κι η ζωή θα ήτανε δικιά μας