20.2.20
Πωλείται ένα μικρό μέρος της καρδιάς μου, ένα τραπέζι κουζίνας όπου το στήθος μου ακούμπησε. Έρωτας είναι να βάζεις εδώ και τώρα προς πώληση όλο το ιδιωτικό σου συμφέρον μα κι ένα αγαπημένο σου ατάραχο μικρό σπιρτόκουτο που κράτησες σπό την Ισπανία - τι έφταιξε; - το πουλάς. Έρωτας είναι η εξουσία των λίγων ενάντια στους πολλούς, τους θλιμμένους γέρους της ύπαρξης που ζουν μέσα από άλλους. Δεν μπορεί κανείς να θυμωσει και να καταπνίξει την άγνοια μα και τη θλίψη. Παγωμένες ψυχές που νιώθετε πως καταρρέετε, κρατηθείτε από τις σπασμένες σας άκρες, κανείς δεν μπορεί να σώσει ένα ύπουλο, πονηρό χέρι. Ας είναι. Ας είμαι ένα νέο μωρό που δεν κλαίει. Υπό προϋποθέσεις, θα αρχίσω ακόμη και να γελώ. Δεν με ενδιαφέρει τίποτε πέρα απο εμένα σε όλη μου την έκταση. Εγώ κι εγώ κι εγώ είμαστε το ποθητό φλουρί, εγώ κι εγώ κι εγώ είμαστε η πείνα σας κι η απελπισία σας κι όλες σας οι ελπίδες. Είμαι όλα κι εσείς ιδού! Ιδού! Δεν είστε τίποτε.
μεγάλωσες
το κεφάλι σου έχει γίνει στρόγγυλο και απρεπές
οι σκέψεις σου
δεν διαφαίνονται όπως άλλοτε
έμαθες
να κρύβεις τον πόθο
κι είσαι πια ένας κύριος
στέκομαι απέναντι
αγάπη μου γερασμένη
και σε χαιρετώ
ελπίζω
πως θυμάσαι
κάθε βράδυ
την αγάπη μας
αυτήν την κοτρόνα
από χώμα
που πύκνωσε κι έγινε
αιώνια -  πέτρα -  καρδιά μου
σ’ αγαπώ
και σ’ αγαπώ ακόμη
όπως
ξέρουν οι αγνώμονες
ν’ αγαπούν
τον εαυτό τους
τρέμω καθώς γράφω για εσένα
που ζεις μέσα στην οικογένειά σου
ασφαλής
κι αβίωτος
τι θα είχε γίνει
αν
οι μέρες είχαν ακόμη το όνομά μας
κι εμείς αλαζονικά υπήρχαμε
πριν
κι επάνω
από άλλους
φτωχούς
χαμένους
υπαλλήλους του μεγαλείου που προϋπήρξε
τρέμει το στόμα μου
καθώς λέει την αλήθεια
γιατί
είναι εκείνη πάντα πικρή
για όλους
εκτός
απο εμάς
που δεν φοβόμαστε
ακόμη και να μην είμαστε μαζί
αφού αυτό δεν μπορεί
παρά να σημαίνει τίποτε
τίποτε
αγάπη μου αιώνια και πρωταρχική
είμαστε ένα ακίνητο μέρος
απρόσιτο πια
και συνεχές σε αγαπώ
πάντοτε
γιατί μπορώ
18.2.20
Αν και ο γλυκός ανέφελος καιρός Χαμογελά ξανά στην κομητεία της καρδιάς σου Και τα χρώματά της επιστρέφουν, η καταιγίδα σ’ έχει αλλάξει— Δε θα ξεχάσεις, ποτέ, Που η σκοτεινιά έσβηνε την ελπίδα, η θύελλα Προφήτευε την πτώση σου. Πρέπει να ζήσεις με τη γνώση σου. Πολύ πίσω, πέρα, έξω από σένα, υπάρχουν άλλοι, Σε απουσίες ασέληνες που δεν έχεις ακουστά, Αυτοί όμως έχουν σίγουρα ακουστά εσένα, Υπάρξεις άγνωστου αριθμού και φύλου: Και δε σε συμπαθούν. Μα τι τους έχεις κάνει; Τίποτα; Το τίποτα δεν είν’ απάντηση: Θα φτάσεις να πιστέψεις –γίνεται αλλιώς;– Πως ναι, αληθινά, τους έχεις κάνει κάτι· Θα εύχεσαι να μπορούσες να τους κάνεις να γελάσουν, Θα λαχταράς τη φιλία τους. Δε θα υπάρξει ειρήνη. Χτύπα και συ λοιπόν, με όσο θάρρος έχεις Και μ’ όποιο κόλπο άτιμο κι αν ξέρεις, Καθαρός στη συνείδησή σου σ’ αυτό: Ο σκοπός τους, αν ποτέ είχαν, δεν υπάρχει πια· Μισούν για να μισούν.



13.2.20
Στέφανε,

είμαι στο τρένο που πηγαίνει για την Αθήνα. Κάθομαι ανάποδα κι έτσι δεν μπορώ παρά να αισθάνομαι πως πηγαίνω προς τα πίσω, κι έτσι είναι, είμαι σε ένα τρένο που πηγαίνει πίσω. Η Αθήνα είναι πίσω.
Καθώς ζαλίζομαι που όλα με προσπερνούν ταχύτατα, δέντρα, βουνά, σπίτια κι ό,τι μπορεί να τρέχει έτσι, το μυαλό μου περικυκλώνει τις σκέψεις του κι εκείνες αποκτούν μια στέρεη δομή, ενώνονται σε μία και μοναδική ιδέα, τον προορισμό αυτής της αμαξοστοιχίας και της ανεξήγητης επιθυμίας μου, την Αθήνα. 
Στα μέσα της διαδρομής κι ενώ πλέον βρίσκομαι μέσα σε ένα τούνελ, μπορώ να παρομοιάσω την αίσθηση αυτή με την αγάπη που μεγαλώνω για εσένα, μια αγάπη σκοτεινή κι άγνωστη που μόλις μπήκα μέσα της και φοβάμαι πως ποτέ δεν θα βγω όπως συνέβη με κάθε αγάπη που με βρήκε κι έκτοτε ζει και χαμογελά μέσα μου σαν ένα απολύτως τεκμηριωμένο επιστημονικά ζωτικό όργανο που με κάνει να ζω. Ζω στο επίκεντρο της νιότης μου έχοντας μέσα μου έναν βαθύ χώρο λουλουδιών και προσώπων μπλεγμένων μεταξύ τους, η αγάπη των οποίων κρατά το κορμί μου στιβαρό κι έτοιμο για κάθε εξωτερική συνθήκη. Τα λουλούδια στολίζουν τη γιορτή αυτή, στολίζουν τα μάτια των προσώπων που με βλέπουν και με φιλούν, στολίζουν όλα τα χαρακτηριστικά που μπορώ ακόμη να ανασύρω και φτιάχνουν  στεφάνια μελαγχολικά κι αλησμόνητα ώστε μέσα μου έχω πια έναν κήπο σαν ανθρώπινη άνοιξη, σαν λαχτάρα, έχω μέσα μου μια ανθισμένη πλαγιά ατελείωτης ευωδιάς κι αγάπης που αναπαύεται σκοτεινά.
Στο ατάραχο αυτό γράμμα μου που ταξιδεύει αφήνω τη μοναξιά να μεταφέρει τη γνώριμή μου φυσιογνωμία στη θέση της κι αναγνωρίζω πια την περιστασιακή μου αντανάκλαση στο τζάμι, τα χέρια που δειλά γράφουν, τα μαλλιά που πέφτουν στην ήρεμη πλάτη μου και τη ζεσταίνουν. Πού ήμουν; Καλώς ήρθα όπως και να ‘χει. Εχθές προαναγγέλθηκε αυτός ο ερχομός όταν επισκέφθηκα τη θάλασσα σε μια παγωμένη, σκυθρωπή ημέρα όπου ο αέρας φάνταζε να έρχεται από το Ρεθυμνο και το παλιό μου σπίτι στην οδό Μεσολογγίου 44 ως το μακρινό τώρα πια πρόσωπό μου καθώς μύριζε κι είχε μια αλλόκοτη ζεστασιά που έφτασε ως τη βαθύτερη σκιά της ψυχής μου και την ξεσήκωσε σε μια ανυπόστατη, χλωρή κι αδέσμευτη χαρμολύπη. Ο αέρας με χτύπαγε ζεστά όσο κι αν η παγωνιά θύμιζε την αλήθεια, οι βάρκες άγριες στη θάλασσα κι οι άνθρωποι έλειπαν σε ένα τοπίο όμοιο με εκείνο, όμοιο, όμοιο με εκείνο το νησί κι αψήφιστα δικό μου κι έτσι σήμερα κρατώντας τον λιβυκό άνεμο μέσα στα κλειστά μου μάτια χάνομαι σε μια ανώδυνη οπισθοχώρηση όπου κανείς δεν με συντροφεύει γιατί κανείς δεν φαντάζεται τη γιορτινή πλευρά αυτής της οπίσθιας πορείας.
Ο ήλιος είναι μαζί μου.

Άνια, κοντά στην Αθήνα, κοντά σε εσένα, κοντά σε όλους, 13.02.20
11.2.20
Ναι, κάποιοι θα μπορούσαν να πουν πως δεν ξέρω τι λέω μα εσύ, εσύ τι είσαι; Είσαι κανείς. Ένα οίκημα της φύσης που γνωρίζει κι υμνεί την αγνότητα της αλήθειας. Ποτέ δεν θα εγκατέλειπες το μέρος των επισκέψεών μας, αυτό το κενό ανήσυχο μέρος που μοιάζει να ενώνει ένα σαλόνι με τον διάδρομο. Ένα μέρος που κανείς δεν θέλει να σταθεί πέρα από εμάς, ένα μέρος που δεν έχει έπιπλα!

[Έπιπλα! Έπιπλα, γλυκά μου πρόσωπα που κοιμηθήκατε στο κρύο ύφασμα της απλότητας! Έπιπλα φαγωμένα των παιδικών μου χρόνων, χλιαρά βαριά έπιπλα της βολής και της συγκέντρωσης, λευκά έπιπλα που καθρεφτίζετε το γυμνό μου σώμα και φως, φως που φωτίζεις. Ακούστε με έπιπλα εφιαλτικά, ντιβάνια και καναπέδες, τραπέζια της αγωνίας και καρέκλες απλησίαστες! Σας κόβω τώρα στα δυο και τα ξύλα, τα πλαστικά σας πόδια, όλα σας τα σαράκια κι η σταθερότητα θα γίνουνε καπνός!]

Σε κοιτάζω για ώρα πολλή μέσα από την αξιολάτρευτη εικόνα σου που κρατιέται μέσα μου κι ο φόβος γιγαντώνεται, η αναχώρησή μου αμφιταλαντεύεται, σας αγαπώ, εσάς, εσένα, την επιθυμία μου, το σκέπασμα της σιωπής και την Αθήνα, τον απέθαντο έρωτα, σας αγαπώ όπως ένας βάτραχος τη λάσπη κι όπως η λάσπη τον μικρό της φίλο. Τι αχώριστη μοίρα! Μαζί για πάντα πάντα, αδέξια, μεγάλα, καταγάλανα, πάντα. Δεν ξέρω πια τίποτε άλλο πέρα από την ασύδοτη, ακίνητη αγάπη μου που στέκεται μπροστά σας.
4.2.20
Στέφανέ μου, φίλε μου ανεκτίμητε,

πόσες φορές ξεκίνησα να σου γράψω και πόσες έμεινα μετέωρη πάνω στην πρώτη μου λέξη, στο όνομά σου.

Στεφανε, Στέφανε,

τον καιρό αυτό νιώθω να είμαι μια γυναίκα που μαζεύει μελιτζάνες στον κήπο της, ένα παιδάκι που ανάβει ένα κερί, ένα απλό μελαγχολικό αξιοθέατο ή μια βίδα, ένα κλειδί, ένας κύριος που αδιάφορα  περιμένει στο φανάρι. Αδιάφορα κι εγώ κάνω ό,τι φαίνεται πως πρέπει να κάνω, μα απόψε καθώς σκέφτομαι πως η Αθήνα με περιμένει, κυριεύομαι από μια νέα αίσθηση για τη ζωή, ονειρεύομαι τον Κήπο της που μέσα του η μοναξιά είναι μοναξιά, η αλήθεια είναι η αλήθεια κι η όψη μου σκοτεινή κι ευκίνητη γίνεται ένα με τα πουλιά και τους διαδρόμους, γίνεται ίση και όμοια με τα δέντρα και τις σκιές τους, η όψη μου αποκτά τη χαμένη της δύναμη και με τη συγκατάθεσή μου μεταμορφώνεται σε μια αδυσώπητη είδηση. Η είδηση είναι πως είμαι εδώ. Είμαι εδώ!

Όνειρα! Mε κάνετε χαρούμενη!

Στην Αθήνα, Στέφανε, λαμβάνω μέρος σε δύο εκθέσεις αχρείαστης επεξήγησης μα τα πράγματά μου, τα πράγματα που θα έχω μαζί μου και θα δείξω εκεί είναι ό,τι πιο γλυκό έχουν φτιάξει τα χέρια μου, με ένα μικρό εικονοστάσι να συμμαζεύει τη νοσταλγική μου φύση μέσα του κι ένα κάδρο να θυμίζει πόσο πολύ θέλω να γελάσω, να γελάσω ζώντας μέσα σε μια ευτυχισμένη αιφνίδια στιγμή. Παγιδευμένη η αγάπη μέσα μου και μέσα στα έργα μου, σηματοδοτεί την αιωνιότητά της, μνημονεύει άριστα τη ζωή και τη ζωή μου και παράγει μια νέα ζωή, τη δική της αυτόνομη χάρη που τώρα θα βρει ένα ελάχιστο σπίτι στην Αθήνα και θα ξαπλώσει.

Καθώς πηγαίνω κι εγώ να ξαπλώσω απόψε, σε θυμάμαι Αθηναίε πολίτη, Στέφανε, που το ύφος σου πολεμά τη φθορά της μνήμης μα και την ανία της ζωής μου τις φορές που η φαντασία με εγκαταλείπει κι εσύ ως ένα γράμμα έρχεσαι στα χέρια μου να συναντήσεις την αδύναμη φλόγα της ψυχής μου. Καίει απόψε η ψυχή μου εκ νέου και ανυπομονεί  για το οτιδήποτε.

Άνια μέσα στην Αθήνα του θυμικού* και του επερχόμενου, 4.2.20

*χώρος στον οποίο κάθε αγαπημένο πρόσωπο έχει δεσπόζουσα θέση και δύναμη. 
19.1.20
Στέφανε,

τι ωραίο όνομα έχεις. Κάθε μου γράμμα γράφει το όνομά σου κι έτσι είναι εξαρχής όμορφο και δικό σου. Σήμερα, στο δικό σου αυτό γράμμα που πρόκειται να σε βρει σε λίγες μέρες μέσα στον δικό μου χρόνο μα στον δικό σου σε έχει ήδη βρει, θα σου μιλήσω και σου μιλώ για ό,τι με κυβερνά το τελευταίο διάστημα της ζωής μου και με παρακινεί να υπάρχω μέσα από τα γραπτά μου. Τα γραπτά μου που θα μείνουν φυλαγμένα στα χέρια σου χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τη ζωή μου, που ταξίδεψαν με όσο θάρρος λείπει σε εμένα και που νικηφόρα σε βρήκαν για να τα κοιτάξεις και να τα φροντίσεις. Γράφω σε εσένα, φίλε μου, για να επιτύχω κάποιο αληθινό ταξίδι πέρα από εκείνο της άγριας φαντασίας μου και για να υπάρχω σκορπισμένη εδώ κι εκεί με τη βαθιά επιθυμία μου της άγνωστης κατάληξης να υλοποιείται. Τι θα γίνουν όλα μόλις πεθάνω; Τι θα γίνουν τα γράμματά μου αν πεθάνεις εσύ; Όσο σκορπίζω τις σκέψεις μου στον κόσμο, κι όσο πιο μακριά τις απευθύνω, τόσο πιο μεγάλες γίνονται στον δρόμο τους και τόσο πιο δυνατή γίνεται η ύπαρξή τους μετά από εμένα σε μια φήμη που θα με αναβιώνει κι ας είναι ένα και μοναδικό το τυχαίο άνοιγμά τους από έναν αδιάκριτο νεαρό εκατό χρόνια μετά από εμάς. Μα ανέφερα τον θάνατο και όπως αυτός περνάει συχνά εδώ γύρω έτσι κι εγώ ύπουλα θα γυρίσω τώρα να τον κοιτάξω και να του πω 'Χαίρε Παγωμένε! Κι αν έρθεις, τα λόγια μου είναι μεγαλύτερα από εμένα κι αυτά δεν μπορείς να τα πάρεις μαζί σου'. 
Ο θάνατος. Τον είδα δυο μέρες πριν, όχι κατάματα μιας και τα μάτια των νεκρών είναι πάντοτε εύστοχα κι ευγενικά κλειστά, τον είδα κατάσαρκα όμως μέσα στο παγωμένο σώμα του πατέρα της μητέρας μου καθώς αυτός ξάπλωνε ανάμεσα σε όρθιους παραστάτες της λύπης και του φόβου, ξάπλωνε αναίσθητα κι εξίσου ασυνείδητα πλάι στη δική μας έμβια ασυνειδησία κι έπλεε νεκρός σε μια άλλη τύχη, σε μια ανεπιθύμητη στάση μα και βολική, δεν πήγαινε πουθενά, μονάχα έπλεε σαν τον ίδιο τον θάνατο που ακίνητος και σκληρός υφίσταται όπως μια πλώρη που δεν κινείται στα μάτια αυτών που έχουν την ίδια πλεύση. Όλοι έπιαναν και φιλούσαν το μέτωπο του πατέρα μα εγώ έπιασα τον ώμο του και τον έσφιξα δυο φορές. Ένα αντίο κι ένα μπράβο για τον πατέρα γιατί κατάφερε να ζήσει τόσα πολλά χρόνια μέσα στη γνώση του θανάτου που προδίδει τη ζωή. Κατά τα άλλα ήταν ένα άνθρωπος ανίδεος και παραπλανημένος, έτσι δεν έκλαψα Στέφανε, μονάχα τον χαιρέτισα εγκάρδια και τρυφερά γιατί ήτανε κι αυτός άνθρωπος.
Τώρα για το γράμμα σου που ήρθε κρυφά κι ανέβηκε στα ξύλα που στέκονται έξω από την πόρτα μου - ποιος καλός γείτονας ανέβηκε τόσους ορόφους με τα πόδια επειδή εγώ μέρες θέλω να είμαι μονάχα εδώ; - σ' ευχαριστώ για την ευγένεια ψυχής που αποκαθιστάς μέσα μου και μου αποδίδεις σαν δώρο, οι χαρακτηρισμοί μου ως ανοχύρωτη, φιλαλήθης, άδολη κι άοπλη μακάρι να έχουν ισχύ κι εσύ να ξέρεις καλύτερα, όπως πάντοτε, ακόμα και τι συμβαίνει στο σκοτεινό δωμάτιο του θρασέος πνεύματός μου. Μακάρι να έχεις δίκιο, φίλε μου Στέφανε, κι η ψυχή μου να είναι γεμάτη με ανυπόκριτη καλοσύνη όπως λες προς εσένα μα κι όσους συναντώ. Γιατί οι απαντητικές μου επιστολές επιτρέπουν, μέσα από την απέραντη μοναξιά και το πείσμα του σιωπηλού μου είναι, μονάχα τη γέννηση της αλήθειας της κάθε στιγμής, της κάθε πνοής, μονάχα το φεγγοβόλημα του πραγματικού μου προσώπου. Μακάρι να βλέπεις καλά, αγαπητέ και η σκληρότητά μου να είναι ένα εύπλαστο σχήμα λόγου.

Σε χαιρετώ κρατώντας το πολυσέλιδο γράμμα σου και σ' ευχαριστώ από τα βάθη της πρόσκαιρης ήρεμης χαράς μου.

Άνια, Θεσσαλονίκη, 19.1.20
14.1.20
Διαβάζοντας από την αρχή όλα τα γράμματά μου προς εσένα -πάντοτε θέλω να κρατώ ένα αντίγραφο πριν τα στείλω- δεν έχει μείνει τίποτα να πω μα και τίποτα φαίνεται εξίσου πως δεν είπα. Καλύτερο θα ήταν κάθε φορά να έτρωγα ένα μήλο αντί να γράψω, καλύτερο θα ήταν να έκανα κάτι ασήμαντο, όπως να ξύσω τα πόδια μου, μα και που σου 'γραφα ασήμαντο φαίνεται πως ήταν, ένας κύκλος άσκοπων συζητήσεων, ένα ταξίδι που ξεκινάει από την έγκλειστη σκέψη μου και καταλήγει πάλι σε εκείνη. Εδώ, σε αυτή τη στιγμή λαχταρώ μια αγκαλιά από ψυχής, μια ανόητη αγκαλιά που θα περικλείει τα χέρια μου, τα μαλλιά, το στήθος, την καρδιά μου και θα τα σφίγγει σε έναν ασφυκτικό δακτύλιο ξένων χεριών, χεριών μόνο για εμένα και την αχόρταγη πραγματική φύση μου που ανήσυχα εξυπηρετεί τον σκοπό της. Μοναδικός σκοπός ήταν να ονειρεύομαι και να καταγράφω, να ονειρεύομαι και να ταξιδεύω στα βάθη της εσωτερικότητάς μου τόσο αποκλειστικά ώστε μια μέρα να μην αναγνωρίζω πια τίποτε, να μην αναγνωρίζω την όψη του εαυτού μου, μια μέρα να ξέρω όσα περισσότερα πρέπει να ξέρει κανείς για να πορευτεί νέος και απρόσεκτος, άναρχα γαλήνιος κι ευτυχής, κενός και δημιουργημένος. Εκμεταλλεύτηκα κάθε πηγή δύναμης και φαντασίας ώσπου να επιτύχω τον στόχο μου, μίλησα για όσα κατέχω και κατασκεύασα την κατοχή όλων όσων με αφήνουν αδιάφορη μα δεν κατάφερα τίποτε παρά να γυρίσω σε εμένα, μια επιστροφή θαυματουργή μα κι επικίνδυνη γιατί γνωρίζω περισσότερα από πριν μα και λιγότερα από όσα πίστευα πως γνώριζα. Έγραψα, έγραψα και πνίγηκα μέσα στο λασπερό τοπίο των προτάσεών μου που εγκωμιάζουν άδολα τα μαραμένα πρόσωπα της καρδιάς μου, γιατί αυτά μονάχα γνωρίζω κι αυτά μπορώ πάντοτε να αγαπώ. Φίλε μου, είσαι κι εσύ ό,τι έχω και μαζί σου, στον κύκλο του αίματός μου κάθεται πλάι σου ό,τι θυμάμαι από κορμιά και χαρακτηριστικά, ένα θολό σκυλάκι στα πόδια σου, το χέρι της μαμάς, ο μπαμπάς μου ολόκληρος πηγαινοέρχεται, μάτια κάποιου, πλάτη ενός άλλου, μαζί κάνετε παρέα στο ευτυχές σημείο της ζωής μου, όλοι μαζί δίνετε τα καλά σας λόγια κι εγώ ανταποδίδω αυτό το δώρο γράφοντας για εσάς, γράφοντας σε εσάς, κατασκευάζοντας ό,τι μπορώ για να μην σας ξεχάσω, ο μόνος τρόπος να σας θυμάμαι είναι να μην σας ξεχνάω ποτέ. 

Άνια, 14.1.20


7.1.20
Στέφανε,

έτσι είναι όπως λες. Όπως τα λες φίλε μου αγαπημένε. Για να καταλάβεις, η Μαρία Αντουανέτα με είχε αναγνωρίσει στο μπαρ που δούλευα, με πλησίασε και μου είπε "Είμαι η Μαρία Αντουανέτα. Πήγα με τον άντρα σου". "Καλά τα λες", της είπα, "άντρας μου ήταν και πάντα θα είναι όπως φαίνεται, γιατί μέσα σου - απίστευτο μού φαίνεται κι απάνθρωπα ευτυχές - ψάχνει πάλι εμένα." Στέφανε, οι γυναίκες του διαδικτύου και τα γραφτά τους, το μέρος που ανυποψίαστα και απολύτως τυχαία μας ένωσε και όπου έπειτα  μέσα του γράψαμε και δημιουργήσαμε, ίσως να πίστεψε πως εσκεμμένα αυτή τη φορά να μπορούσαν να του ξαναφέρουν κάτι εξίσου άγριο και απόκοσμο, κάτι παρόμοια μεγάλο σαν τον έρωτά μας, πίστεψε πως μπορεί ο άνθρωπος να είναι ανυπολόγιστα τυχερός δύο φορές, πως κάτι μοναδικό μπορεί να επαναληφθεί κι η Μαρία Αντουανέτα, συμπαθής, τώρα γέλαγε, γέλαγε κι εγώ την κοίταζα να πίνει haig και δεν ένιωθα τίποτε καλό ή κακό, μονάχα μια μικρή λύπη για αυτήν την άσκοπη αναζήτηση, αυτήν την ενδόμυχη ανάγκη για ομοιότητα που φέρνει μονάχα καημό. Ο καημός αυτός, Στέφανε που σου ανέφερα, έχεις δίκιο, είναι ένα βάσανο στο οποίο μπαίνει κανείς μόνος και δεν βρίσκει έξοδο στην ίδια οδό. Η ανακατασκευή της αγάπης υπόσχεται μια αγάπη λειψή. Θα συμφωνήσουν όλοι οι άνθρωποι σε αυτό εκτός των εξ' αυτών τρομοκρατημένων, δέσμιων του ψέματος στο οποίο βολικά με τα χρόνια συνήθισαν, το ξέρεις κι εσύ καλύτερα από εμένα, ξέρεις όσα λέω καλύτερα και πριν από εμένα μα άσε με να σου τα γράφω, φίλε μου, ίσως κάτι να προσθέτω κι εγώ σε αυτήν μας την αιώνια συζήτηση που με κρατά ζεστή.

Άνια, που ποτέ δεν ζήτησε να ζήσει τίποτε ίδιο, που ποτέ δεν μιμήθηκε, που δεν φοβάται να πει την αλήθεια σε εσένα φίλε μου που ήδη την ξέρεις και την αντέχεις, 6.1.20