9.2.10
Είναι αυτό το μωρό που με τρώει καιρό τώρα. Με είδε μια φορά που η μάνα του και γειτόνισσά μου χτύπησε το τσιριχτό κουδούνι του σπιτιού μου. Προσπαθούσα να βρω το σύρτη κι ένιωθα σκατά. Πιο μετά που'δα τα μούτρα μου στον καθρέφτη ήμουν αρκετά τρομακτική, δηλαδή. Άνοιξα την πόρτα κι ο σκύλος άρχισε να τρέχει και να γαβγίζει. Η μάνα χοροπηδούσε, το μωρό ατάραχο. Κοιτούσε μια εμένα, μια το σκυλί. Έμοιαζε σοφό. Δε φοβήθηκε ούτε τη μάγια ούτε τη σκατόφατσά μου. Άκουσε τ'όνομά μου μια φορά μόνο εκείνο το πρωί. Κι από τότε, κάθε που βγαίνουν από το σπίτι τους να πάνε βόλτα, ακούω το μωρό να λέει αυτό το κωλοόνομα. Το προφέρει καθαρά, χωρίς κανένα λάθος, πράγμα παράξενο για την ηλικία του και τη σπανιότητα της δισύλλαβης αυτής λέξης. Καλούν το ασανσέρ κι αυτό μάλλον κοιτάζει κατά 'δω. Ίσως και να δείχνει την ψευτόπορτά μου όσο η φωνή του τη διαπερνά. Με φωνάζει και στο άλφα το τελευταίο βάζει κι ένα αληθινό ερωτηματικό. Η μάνα απανταέι πως έφυγα για να μην της τα πρήζει αλλά εγώ είμ'εδώ και τ'ακούω όλα. Και το μωρό το ξέρει. Κι επιμένει.
Δεν είμαι καλή με τα μωρά. Δηλαδή, δεν τους κάνω χαρές. Μόνο καμιά φορά που οι γονείς τους κοιτάν αλλού, τους κάνω το χταπόδι. Άλλα γελάνε, άλλα τρομάζουν, άλλα αδιαφορούν. Όταν ήμουν πολύ μικρή τα τσιμπούσα για να κλάψουν κι έσπαγα πλάκα. Η μάνα μου θέλει να κάνω παιδιά. Να βγάλω λέει δίμετρες γυναικάρες με ωραία καπούλια. Μα νομίζω πως είμαι απ' αυτούς που δεν είναι φτιαγμένοι για όλα αυτά τα δύσκολα. Τα μωρά με αγχώνουν. Τα κοιτάω, με κοιτάνε κι ύστερα νιώθω αμηχανία. Θυμάμαι ένα μικρό που γούσταρε τα βυζιά μου. Όλη την ώρα τα πασπάτευε δήθεν τυχαία όταν το έπαιρνα αγκαλιά. Ε, δεν το ξαναπήρα. Κι ένα άλλο που όλο μού'λεγε σ'αγαπάου. Δεν ξέρω γιατί. Τίποτα δεν του'χα κάνει. Μόνο το πήγαινα πολύ και νομίζω το'νιωθε. Παράξενα άτομα. Το μόνο που ξέρω να κάνω είναι να κάθομαι και να συζητάω μαζί τους. Έχω υπομονή. Σ'αυτό είμαι καλή. Δηλαδή, κάθομαι κι ακούω τα προβλήματά τους. Αλλά όταν μετά τους λέω κι εγώ τον πόνο μου, ανάθεμα κι αν καταλαβαίνουν. Βαριούνται και πηγαίνουν σ'αυτούς που τα παίζουν.
Σκέφτομαι αν ξανακούσω εκείνο το μωρό να με φωνάζει εδώ απ'έξω, να βγω να με δει. Να με κοιτάξει με βλέμμα ικανοποίησης σαν να'ξερε πάντα πως είμ'εδώ και τ'ακούω. Να δει πως υπάρχω. Γιατί άμα τέτοιος άνθρωπος εστιάσει στα μάτια σου, υπάρχεις στ'αλήθεια.
είπε η aniaris στις 03:49 | 5 λόγια
2.2.10
Έφτιαξα μακαρόνια πάλι. Για όλα τα μάτια και τα στόματα είναι σπουδαία μα εγώ, που έχω γευτεί τα καλύτερά σου, ξέρω καλύτερα. Έρχεσαι ξημερώματα και δεν ξέρω τι να σε πρωτοκάνω. Να γεμίσω το πεινασμένο σου στομάχι με μακρουλά ζυμαρικά ή να φορέσω το καλοκαιρινό μου φόρεμα να θυμηθείς πόσο χαρούμενη μπορώ να γίνω; Να σε αφήσω να κοιμηθείς στην αριστερή μου κλείδα ή να σε τυραννήσω όλο το βράδυ; Σήμερα το πολύ πρωί καθόμουν στα φρεσκοσφουγγαρισμένα σκαλιά μ'ένα σωρό χαρτιά στα πόδια μου. Ο δίωρος βραδινός ύπνος φαινόταν στα μάτια και στη στάση του κορμιού μου. Παράτησα τα αλφατέσσερα δίπλα κι έβαλα το κεφάλι στα πόδια. Άνοιξα τα μάτια όσο χρειαζόταν για να ξεχαστώ, διαβάζοντας για πολλοστή φορά τον τοιχο στ'αριστερά μου. Διάφορες βλακείες, βρισιές, φιλοσοφίες, εξυπνάδες, εκδηλώσεις αγάπης και μίσους κοσμούσαν την επιφάνειά του. Κάτι υπήρχε γραμμένο στη μέση και δεν μπορούσα να το διακρίνω. Έσυρα τον κώλο μου μέχρι την άκρη του σκαλιού και διάβασα καθαρά τ'όνομά μου. Από κάτω η λέξη τυράννια. Δικά μου γράμματα δεν ξέρω αν ήταν. Δε θέλω να με φωνάζουν έτσι πια κι αποφάσισα πως δε θα σου ξεγυμνωθώ απόψε μιας και να μ' αγγίζεις σχεδόν καθόλου δεν μπορείς. Μου'ρθε σ'εκείνο το τρίτο σκαλοπάτι να βγάλω τη σβήστρα από νωρίς αλλά ποτέ δε μου πάει η καρδιά να διαγράφω τα παλιά. Με άφησα εκεί μαζί με το σκληρό πολίτευμά μου και πήγα να καταγράψω το χασμώδες βαφτιστικό μου οριζόντια αυτή τη φορά. Ένας άντρας με πυκνές τρίχες στο πρόσωπο με περίμενε εκεί. Ήταν κοντός αλλά είχε όλα τ'άλλα. Το χέρι μου έγραφε άχρηστα πράματα και το μάτι μου ευφραινόταν. Μου δήλωσε ύστερα ότι ο χρόνος μου τελείωσε και αφού είπε αυτός ο μοναδικός όρθιος του δωματίου πως τελείωσα, κάτι θα ήξερε. Του παρέδωσα ό,τι μου ζητούσε σαν να του έδινα γράμμα ερωτικό και λικνίστηκα αφήνοντας τις μυρωδιές του ερωτικού καλέσματος. Μα τι όμορφα που είναι τα ζωώδη ένστικτα, σκέφτηκα. Οι άντρες είναι πολύ ωραία ράτσα πανάθεμά τους. Ειδικά όταν μπαίνουν στο σπίτι μου εκείνοι οι ολόκληροι με απ'όλα, νιώθω πολύ γυναίκα. Χτυπάν το κουδούνι λακωνικά και μόλις ανοίγω είναι λες και φωτίζεται όλο το χωλ με μπλακ λάιτ. Εκείνοι προχωράνε πάντα αργά. Εγώ βάζω το χερι στη μέση και ακολουθώ ξεκουράζοντας το μικρό μου δάχτυλο πάνω στο κόκκαλο της λεκάνης. Ύστερα μου πετάνε δυο τρεις λέξεις με λάμδα παχιά και το μειδίαμα στα χείλη μου κραταέι πιο πολύ απ'αυτούς. Τώρα που θα'ρθεις εσύ εδώ, πριν και μετά απ' όλους εκείνους, θέλω να μου φορέσεις το πιο αληθινό μου γέλιο για να κρατήσει όσο θα λείπεις. Λες πως ξεκίνησες κι εγω σε φαντάζομαι ήδη εδώ Άντρα ψηλό και ξεχωριστό να πηγαινοέρχεσαι στα δωμάτιά μου. Λες θα μαγειρεύεις και θα μαζεύεις τα μαμούχαλα και ξέχασα να σε ρωτήσω αν θα μου τρίβεις και τα πόδια. Ξέρω πως όλο θα φωνάζεις που δεν ανοίγω βιβλίο και θα μ'απειλείς. Μα εγώ θα συλλαβίζω εκείνο το χέστηκα που σου τη δίνει και θα σου σκάω ένα φιλί στο φρύδι. Πώς να αντισταθείς σε'μένα; Πώς αντιστέκεσαι; Αυτές τις τρύπιες μέρες κέρδιζέ με κάθε νύχτα. Κάθε που θα χτυπάει 12 το πλαστικό ρολόι δε θέλω να'μαι λιγότερο δική σου. Μπορεί να γυρίσεις για πάντα πολύ σύντομα, είπες μια μέρα που σχεδόν κοιμόμουν. Το μάτι μου άνοιξε γαρίδα. Χρόνια περίμενα να πω Ραντεβού εκεί ή Θα περάσω να σε πάρω ή Απόψε δε θέλω να σε δω. Τώρα που'ρχεται η ώρα να τα πω, φοβάμαι πως θα μου λείψει το να λείπεις με 'μου' μπροστά ή και χωρίς.
Πήγαινε πες σ'αυτόν που σέρνει το τρένο να κάνει γρήγορα. Κι αν δε λείπεις, τράβα εκείνο το κόκκινο το φρένο κι ύστερα ταξίδεψε πιο αργά και μ' άλλες μοίρες. Εγώ δεν ανεβαίνω σε ράγες πια. Παίρνω τις ρόδες μου και πάω. Κι αν είναι να'ρθεις μαζί, θέση έχω. Ανησυχώ μόνο που δεν είσαι ευχάριστος συνοδηγός εκείνες τις φορές που δεν κρατάς τιμόνι.
είπε η aniaris στις 21:36 | 15 λόγια
30.1.10
Έχει πανσέληνο λένε αλλα εγώ από'δω δε βλέπω και πολύ ουρανό. Πήγα και στις δυο γωνίες του ετοιμόρροπου προβόλου. Δε μου άρεσε που ένιωσα ρομαντική ψάχνοντας το βρωμοφέγγαρο και μπήκα πάλι μέσα. Ούτως ή άλλως, δεν ήταν πουθενά το ρημάδι. Ο Λέκκας έπαιζε στο Μύθο. Μαζί με το μελάτο που είχα φάει πρωτύτερα μου φέραν αναγούλα. Τον έκλεισα στα μούτρα. Πολλή ησυχία. Καλύτερα Λέκκα. Τον ξανάνοιξα με μισή καρδιά.
Οι μέρες κι ιδιαίτερα αυτές οι νύχτες περνάνε γελοιωδώς αργά. Χωρίς έμπνευση, χωρίς ζωή, χωρίς εμένα. Με μαρμελάδα σύκο το πρωί και γιαγιαδίστικο γιαουρτάκι τα μεσάνυχτα. Χτες κρυφάκουγα και την αποκάτω που πηδιότανε. Με αποσυντόνισε από το ψευτοδιάβασμά μου. Φώναζε πολύ αληθινά και κοπανιόταν στα έπιπλά της, νομίζω. Την πρώτη φορά που την είχα ακούσει, τη χάρηκα και τη συναγωνίστηκα επιτόπου. Χτες τη ζήλεψα. Ντροπή μου. Αλλά χιόνιζε χτες κι ήθελα κι εγώ ζέστη απο σώμα που δε χρειάζεται πετρέλαιο. Αποφάσισα να πάρω την αρνητική μου ενέργεια απ'τα σκέλια της και βγήκα έξω να κάνω κάνα-δυό βήματα στο φρέσκο χιόνι. Ήθελα να φτιάξω κι έναν χιονάνθρωπο αλλά δεν έχω γάντια και κάποιον που να θέλει να βάλει ένα χεράκι. Μια φορά θυμάμαι που ήμουν μικρή κι είχα φτιάξει έναν, ήθελα να τον πάρω μαζί μου σπίτι. Όχι, μου'λέγαν, δε γίνεται. Ο χιονάνθρωπος θα λιώσει άμα τον πάρεις μαζί σου. Έβαλα την γκρίνια μπροστά και κατάφερα να πάρω μαζί μόνο το κεφάλι του. Το κράτησα στη μεγάλη μας κατάψυξη ανάμεσα σε κοτόπουλα κι αρνιά και κάθε τόσο πήγαινα να δω αν ζει. Δε θυμάμαι πια τι είχε απογίνει. Μάλλον θα βαρέθηκα μετά από λίγες μέρες να τον προσέχω κι η μάνα μου τον ξεφορτώθηκε.
Δεν ήταν καλή η μέρα η σημερινή. Ο Salinger πέθανε. Ήταν μεγάλος και δεν πειράζει τόσο αλλά στεναχωρέθηκα κάπως. Άνοιξα το γκρι βιβλίο. Φίλη μακρινή ήξερε πως θα γινόταν τ'αγαπημένο μου. Πήγα κατευθείαν στην τελευταία σελίδα να το θυμηθώ.
Δεν πρέπει να διηγιέσαι ποτέ τίποτα, σε κανέναν. Έτσι και το κάνεις, τότε όλοι αρχίζουν να σου λείπουνε.
Οι δύο τελευταίες προτάσεις. Με οξείες, περισπωμένες και τα ρέστα. Χορταστικό βιβλίο. Τι παράξενη γραφή. Όταν το πρωτοείδα δεν ήξερα ακριβώς τι πάει να πει σίκαλη. Το αγόρασα με αμφιβολίες γι'αυτή μου την επένδυση. Είχα ανοίξει την πρώτη σελίδα μέσα στο βιβλιοπωλείο και δεν μπορούσα να βρω ρυθμό. Το πήρα σπίτι, το'βαλα κάτω και στην τρίτη σελίδα τα'χα βρει και τα'χα χάσει όλα. Κανέναν δεν κατάφερα να πείσω να το διαβάσει αλλά καθόλου δε με πείραξε γιατί ένιωσα πιο μοναδική.
Πριν μάθω για το θάνατο αυτόν, καθόμουν εδώ στην ίδια θέση και πάσχιζα να θυμηθώ από πού το βρήκα αυτό εδώ το όμορφο δαχτυλίδι. Το φορούσα στο χέρι το δεξί κι είχε καιρό μαλλον γιατι μου'χε κάνει σημάδι. Κάθε πρωί εδώ και μέρες μου'κοβε το αίμα. Δεν κατάφερνα να το βγάλω και τα βράδια το ξεχνούσα πάλι φορεμένο. Έψαξα όλα μου τα κουτιά με τα κοσμήματα μπας και βρω κανένα στοιχείο. Το τελευταίο παλιόκουτο που μπάνισα ήταν από μπλε ελεκτρίκ βελούδο. Είχε μια χαζοκλειδαριά και το άνοιξα άτσαλα. Ένα σωρό δαχτυλίδια ασημένια ξεχύθηκαν στα πλακάκια. Κατρακυλούσαν, χοροπηδούσαν και κροτάλιζαν. Έτρεχα από πίσω τους να τα περιμαζέψω κι αυτά πήγαιναν όλο και πιο μακριά. Ένα-ένα τα περνούσα στα δάχτυλα μη μου ξαναπέσουν και χαθούν κάτω απ'τα έπιπλα. Σκυμμένη πίσω απ'το κρεβάτι φόρεσα και το τελευταίο ασημικό στην άκρη του δείκτη που΄χε μείνει άδεια. Ακούμπησα την πλάτη στον τοίχο και θαύμασα κουρασμένη τα χέρια μου. Άστραφταν. Θυμήθηκα τα άλλα χέρια που μου τα'χαν δώσει με ευχαρίστηση σα να μου ανήκαν από πάντα. Είχα ντραποχαρεί τόσο τότε που με την ξαφνική αυτή θύμηση κοκκίνισα. Διάλεξα τέσσερα. Τα φόρεσα και τώρα κάνουν τζίγκιρ τζίγκιρ συμμετέχοντας καταπληκτικά σ'αυτό το παραλήρημα.
Τελείωσα το γιαουρτάκι, θ'ανοίξω την τηλεόραση στο τηλεμάρκετινγκ του τιβι σερρες και θα ξαναδιαβάσω το φύλακα στη σίκαλη. Μόνο μην ξεχάσω να βγάλω τα δαχτυλίδια πριν κοιμηθώ και φυλακιστούν πάλι στα φουσκωμένα μου πρωινά δάχτυλα. Ίσως τελικά αυτά τα πολύτιμα να μη φτιάχτηκαν για μένα.
είπε η aniaris στις 03:23 | 14 λόγια
23.1.10
Ανακάτευε το τσάι της στο ρυθμό των κόρνων. Είχε δημιουργήσει μια μικρή αδύναμη ρουφήχτρα που δε θα μπορούσε ποτέ να καταπιεί ούτε το μικροσκοπικό της κουτάλι. Όλα της τα μαχαιροπίρουνα ήταν φούξια. Σιχαινόταν το χρώμα, μα τα κρατούσε γιατί της τα είχε χαρίσει ένας πλασιέ κατσαρολικών. Δεν είχε αγοράσει τίποτα αλλά τον είχε αφήσει να μπει στο σπίτι της και να της δείξει ένα-ένα καθε τσίγκινο σκεύος. Εκείνος είχε μάλλον εκτιμήσει βαθύτατα το ψεύτικο ενδιαφέρον της και θέλοντας να αλλάξει τη θλιμμένη γραμμή των χειλιών της, της έδωσε ό,τι πιο ροζ είχε. Κάθε αντικείμενο στο σπίτι της είχε μια ιστορία. Τις περισσότερες τις είχε ξεχάσει αλλά θυμόταν μια σύντομη της κούπας, του αποξηραμένου τριαντάφυλλου και μιας κολόνιας. Μια άλλη πιο εκτενή ενός καλειδοσκόπιου και της κουνουπιέρας στο προσκεφάλι της.
Το τσάι τελείωσε νωρίς. Είχε ρουφήξει η ίδια τη ρουφήχτρα βλέποντάς την εκνευρισμένη να μην παρασύρει τίποτα απ'όσα θα'πρεπε. Το νερό δεν ήταν το στοιχείο της. Δεν το κουμαντάριζε ποτέ σωστά. Της χυνόταν στο πηγούνι σε κάθε της σπάνια γουλιά, το σπαταλούσε όταν προτιμούσε τη σωματική της ακεραιότητα απ'το να φωνάξει τον υδραυλικό να σφίξει τη βρύση και την ίδια. Έκανε μπάνιο μόνο όταν ήταν να βγει απ'το σπίτι και το μοναδικό νερό που έπινε με κάποια ευκολία ήταν του τσαγιού. Μόνο μία φορά το είχε χαρεί πραγματικά πριν πολλά χρόνια. Είχε αποφασίσει εκείνος πως θα γέμιζαν την μπανιέρα με καυτό νερό και θα έμεναν εκεί μέσα μέχρι να κρυώσει. Μετά από μισή ώρα που είχε αφήσει νερά και πόδια να την περικυκλώσουν, έβγαλε ξαφνικό κύμα. Η παλιρροια χτυπούσε το γυμνό της κορμί. Τη στριφογύριζε και την έπνιγε. Τα δυνατά του χέρια την είχαν κάνει να πιστέψει πως βρίσκεται στ'ανοιχτά. Με πονηρό χαμόγελο, μπήκε μέσα της ξεκινώντας παλι κύμα ρυθμικό κι ύστερα νηνεμία. Είχε βγει απ'το νερό για πρώτη φορά ανάλαφρη τότε. Πιο ελαφριά απ'ότι θα ένιωθε στην άνωση της πιο αλμυρής θάλασσας. Την επομένη είχε ξεκινήσει και πάλι η αφυδάτωση.
Τα κόρνα τώρα ζωντάνευαν διαλύοντας όλες αυτές τις σκέψεις. Κρατούσε το κουτάλι και το χτυπούσε στα τοιχώματα του ψημένου πηλού συμμετέχοντας στην ορχήστρα με ατσαλους ήχους. Ύστερα έγλειψε το φουξ και το έκανε δοξάρι στο διάφανο βιολί. Σηκώθηκε κι όταν δυσκόλεψε το έργο των μουσικών, το'κανε μπαγκέτα στο δεξί της χέρι. Με κλειστά τα μάτια εκτέλεσε το τελευταίο μεγαλόπρεπο νεύμα. Γύρισε με μία γρήγορη στροφή προς το κοινό και υποκλίθηκε με όλα τα τρομπόνια και τα κύμβαλα στην πλάτη. Πέταξε το κουτάλι στο πάτωμα, έδωσε μιά στη γατίσια κούπα, την κομμάτιασε κι η αυλαία έπεσε μπροστά της.
είπε η aniaris στις 14:12 | 17 λόγια
21.1.10
Την ώρα του συνοικεσίου δύο 30άρηδων στο άδειο πατάρι ενός αλχημείου, άκουσα απ'τα χείλη του πιο παρείσακτου πορνόγερου όμορφες λέξεις στη σειρά. Κοιτούσε μέσα απ'το φουντωτό μου κεφάλι και τις συλλάβιζε. Διαβάζει σκέψεις, σκέφτηκα και τις συμμαζεύει όλες σ' ένα απόφθεγμα. Μα είναι χαζός. Ή τουλάχιστον έτσι έδειχνε τόσα χρόνια ως πέφτουλας συμμαθητής και ανεπιθύμητος συμπότης. Τη στιγμή που ο πρώην χαζός έβαλε τελεία, οι μελλοντικοί εραστές γύρισαν και κοίταξαν το μυαλό μου. Το είδαν κι αυτοί. Το διάβασαν καθαρά και ταυτόχρονα πάνω απ'τα φρύδια μου, κοντά στις φύτρες των μαλλιών μου. Η επίδοξη φωτογράφος απέναντί μου είχε βγάλει ήδη τρεις φωτογραφίες και τώρα περνούσε την ακριβή μηχανή της στο μακρύ λαιμό του μοντέλου. Πάτησε ένα απ' τα εκατό κουμπιά. Ήμουν εγώ. Το βλεμμα μου σκεπτικό μα το μέτωπό μου άδειο από λέξεις. Στη γυψοσανίδα πίσω απ'το κεφάλι μου με καλλιγραφικά μπορντώ γράμματα ό,τι είχε απλά αναπαράγει ο νυν και αεί χαζός.

και τι δεν κάνατε για να με θάψετε

όμως ξεχάσατε πως ήμουν σπόρος

ν.χ.

είπε η aniaris στις 17:40 | 5 λόγια
19.1.10
Καθάριζα την άμμο απ'την πατούσα σου με προσοχή, μην τυχόν μπούνε τ' αγκάθια βαθύτερα. Έχασκαν κατάμαυρα στο μοναδικό άσπρο σημείο του κορμιού σου. Η παραλία μας ήταν απάτητη αλλά η θάλασσα γεμάτη αχινούς. Με παρακάλαγες πονεμένος να κάνω κάτι λες κι ήσουν εσύ ξαφνικά ο φοβισμένος ανιάρης κι εγώ ο ατρόμητος άντρας σου. Δε στα'βγαλα ποτέ αυτά όπως κι όλα τ'αγκάθια, μα σε κουβάλησα σχεδόν στην πλάτη ως τη μάνα σου να σε περιποιηθεί. Σου εξήγησα μετά, κρατώντας σε μες στ'αγαπημένα σου στήθια, πως όσοι αγαπάνε τόσο πολύ τη θάλασσα, αυτά παθαίνουν. Εμένα, είπα, δε με τσίμπησε ποτέ ούτε μια τσούχτρα κι ούτε ένα καβούρι δε με δάγκωσε. Τότε, χαϊδεύοντας ένα-ένα τα πλευρά μου, δήλωσες με σιγουριά: "Κάπου εδώ είναι και τα δικά σου βράγχια. Το ξέρω. Νομίζω πως αύριο θα τα δω ν'ανοίγουν κάτω απ'το νερό". Δε σου χάλασα χατίρι. Μπήκα στ'αλμυρά ξανά και ξανά μα δε δέχτηκες ποτέ πως είμαι της στεριάς. Ξαπλώνω στα χορτάρια, κατρακυλάω στα βουνά μα εσύ επιμένεις να βυθίζεσαι για να με βρεις. Οι φυσαλίδες λιγόστεψαν. Πάρε ανάσα, καλέ μου, και μην ξαναβουτήξεις.

είπε η aniaris στις 03:08 | 2 λόγια
16.1.10
Ξύπνησε ανήσυχη. Ένα αέρινο χέρι τη σήκωσε απότομα και την έσυρε μπροστά στο κλειστό από χρόνια ντουλάπι. Φοβόταν πάντα να το ανοίξει. Είχε πιστέψει πως εκεί μέσα είχε ζωντανέψει ό,τι θαμμένο σε παλιά γη. Σήκωσε το καλό της χέρι απότομα και με μια άτσαλη κίνηση άνοιξε το ένα φύλλο. Η αγαπημένη της βαριά μυρωδιά του παλιού χαρτιού την ανάγακσε να πάρει μια βαθιά ανάσα. Τα πόδια της κόπηκαν καθώς οι θύμησες πλανήθηκαν στο μυαλό της. Άνοιξε με μάτια εθισμένου που βρήκε τη δόση του και το άλλο φύλλο. Σκόρπισε αυθόρμητα και νευρικά στο βρώμικο πάτωμα ένα σωρό γεμάτα λέξεις τετραδιόφυλλα και ξεκίνησε. Όλα αναστήθηκαν με μιας, όπως το'χε φανταστεί. Ήταν μέσα στις μπλε πινελιές εκείνη. Ζωγραφισμένη, εξιδανικευμένη και ξεχασμένη. Πρωθιέρεια ενός πάθους και αιώνια έμπνευση μια παραδομένης ψυχής. Σηκώθηκε με χορό φιδίσιο και αγκαλιασε ό,τι είχε και δεν είχε. Τσαλάκωσε χάρτινες μνήμες και τις καταχώνιασε στις τσέπες της, στο στόμα, στο βρακί, στον κόρφο της. Ήταν η σειρά της να παραδοθεί. Άνοιξε την πόρτα και χάθηκε μες στο πλήθος, χοντρή από τα παραγεμισμένα της ρούχα και τα φουσκωμένα της μάγουλα. Αδύνατη στο μυαλό. Αδύναμη στην ψυχή.
είπε η aniaris στις 17:00 | 4 λόγια
14.1.10
Έτσι απλά το ένιωσα όταν ήρθε η ώρα. Ήταν μια ξενέρωτη μέρα με πολύ φως. Η μουσική του δανεικού ραδιόφωνου δεν ταίριαζε. Στέγνωνα τα πλεγμένα μου μαλλιά με το σκύλο να κάθεται στα γόνατά μου και την τηλεόραση στο μνιουτ. Μόλις είχα κλείσει το τηλέφωνο μετά από 10 λεπτά αδιάφορης κουβέντας και κοίταζα στον καθρέφτη ψάχνοντας για ίχνη συναισθήματος πίσω απ'το απαθές μου πρόσωπο. Εκείνη την ίδια στιγμή, πριν αποστρέψω το βλέμμα, είδα τα φρύδια μου να ισιώνουν σαν ευθείες γραμμές και τις ρυτίδες μου στο μέτωπο να εξαφανίζονται. Τα γυαλιστερά μου μάτια άνοιξαν επιβλητικά και η έξαψη που ένιωθα κοκκίνισε τα λευκά μου μάγουλα. Τα χείλη μου σχημάτισαν χωρίς φωνή μία και μόνο γνώριμη λέξη. Ήξερα τι έπρεπε να γίνει. Πήρα το ψαλίδι, έκοψα τις επί χρόνια βασανιστικές μου πλεξούδες και βγήκα στην αυλή. Δε φυσούσε μα ένιωσα τις λίγες ατίθασες τούφες μου να ανεμίζουν προς το νότο. Πρώτη φορά γνώριζα καλά τι ήθελα.

είπε η aniaris στις 23:21 | 8 λόγια
12.1.10
Σε μισώ. Παλιάνθρωπε. Έγινε το τηλέφωνο η προέκταση του χεριού μου. Δεν πρέπει να σε περιμένω ούτε μια μέρα παραπάνω. Σε μισώ. Εσένα κι ό,τι σε περιβάλλει. Το κορόλα σου, το σπίτι σου, την αθήνα σου, το φρύδι σου, τα ρούχα, τα φαγητά σου. Μισώ τον τρόπο που μιλάς, που κοιμάσαι. Μισώ το σοβαρό σου "μάλιστα".Μισώ τη δουλειά σου και τ'αφεντικό σου.Μισώ τη βρωμοελιά και την πλατυποδία σου, τη μυρωδιά σου και τον τρόπο που ρεύεσαι μετά την κοκακόλα. Σε μισώ ολόκληρο. Και πιο πολύ απ'όλα μισώ το οτι δεν μπορείς καν να σταθείς εδώ απέναντι να στα πω όλα αυτά μες στα μούτρα.
είπε η aniaris στις 21:33 | 9 λόγια


Αν είσαι Eσύ, φοβάμαι πως σε γνώρισα νωρίς.
είπε η aniaris στις 02:40 | 0 λόγια
9.1.10
Ψάχνω την Κατσαρίδα. Είναι τόσο χοντρή και ζουμερή. Ανοίγω συρτάρια, ντουλάπια, τάπερ. Τη βρίσκω, τη χάνω. Είμαι τόσο έτοιμη να τη δω αλλά κάθε φορά που εμφανίζεται τρομάζω. Δεν έχω όρεξη να ακούσω κανένα σπλατς απόψε, οπότε πιάνω το κωλόχαρτο που επείγει περισσότερο. Σηκώνω το καπάκι της λεκάνης. Σκουριές και σοβάδες παντού, γύρω γύρω, πάνω κάτω, μέσα βαθιά και πίσω. Πρέπει να κατουρήσω όρθια μες στο ίδιο μου το σπίτι. Ναι ναι, όταν θέλω να γκρινιάξω, ονοματίζω το κωλοχανίο σπίτι μου. Μα έχεις τόσο ωραίο σπίτι γυρνάνε και μου λένε. Και τις Σέρρες τις αδικείς. Όμορφη πόλη. Ρε σκατά είναι, δεν τη θέλω, δε μ'αρέσει, δεν έχει θάλασσα σας λέω. Και το σπίτι καλοφτιαγμένο, μα βλέπει τσιμέντο 40 χρονών απέναντι. Κι ούτε άνθρωποι ζουν εκεί μέσα να παίρνω μάτι να περνάει η ώρα. Ξαναβρίσκω την κατσαρίδα. Είναι τόσο μεγάλη.Ίσως να'ναι έγκυος. Δεν μπορώ να κάνω το κόλπο με το ποτήρι. Θα πρέπει να τη σκοτώσω πριν ξαναξεφύγει. Σπλατς. Σκότωσα τη μάνα και τα αγέννητα παιδιά της. Το ξεπερνάω στο λεπτό, την παρατάω κολλημένη στον τοίχο και κατευθύνομαι προς το σαλόνι. Τα πόδια μου κολλάνε σε κάθε βήμα. Θυμήσου. Τι μπορεί να έχει γίνει; Τι έκανες πριν φύγεις. Η κοκακόλα. Το βρωμοκουτάκι που χύθηκε 5 λεπτά πριν εγκαταλείψω βιαστικά το διαμέρισμα. Το είχα αγνοήσει τότε και τώρα μου γυρνάει πίσω όπως ό,τι αφήνω για μια-άλλη-μέρα. Επιλέγω να το αφήσω για μια-άλλη-μέρα και πάλι, κάνοντας ακροβατικές κινήσεις για να κάτσω στην αγαπημένη μου γωνία. Η σκύλα βλέπει όνειρο και τα υπόκωφα γαυγίσματά της με ταράζουν. Ανοίγω το Ότοκαντ και κάνω τριμ τριμ τριμ, πολλά αγχολυτικά τριμ σε παλιά σχέδια για να ξεχαστώ. Η τηλεόραση μονίμως ανοιχτή σε ένταση τέτοια ώστε να νιώθω ότι έχω παρέα. Ξαναερωτεύομαι τον τελευταίο γίγανατα της διαφήμισης ξέροντας ότι δεν είμαι η μόνη. Το τηλέφωνο χτυπάει ξανά και ξανά. Φίλες επίμονες που μου ζητάν να βρεθούμε, άντρες χαρούμενοι που ζητάν το ίδιο, μπορούν δεν μπορούν να εμφανιστούν στην πόρτα μου. Αγνοώ τους πάντες παραδόξως και ξεκινάω να τρίβω πατώματα. Η μαμά ανέφερε ένα διαβολάκο που αφαιρεί τη σκουριά και ντύνομαι να πάω να τον αγοράσω. Περνάω δίπλα από την πυλωτή που βρωμάει κατουρίλα ξεχνώντας να κρατήσω την αναπνοή μου για τα πεντέμιση εκείνα βήματα. Αηδιασμένη χαιρετάω μπακάλη, βιβλιοπώλη, φούρναρη, γνωστή πρώην γκόμενα πρώην γκόμενου και μπαίνω στο καινούριο σούπερμάρκετ που ευτυχώς δε δουλεύει πια η ταμίας που έδειχνε πάντα θριαμβευτικά τα μόλις αγορασμένα προφυλακτικά μου στην πωλήτρια τυριών. Ανεβαίνω στον όροφο, αγοράζω μια λάμπα κι ένα σκουπόξυλο, 6 αύρες, αραδιάζω τα ψιλούδια μου και φεύγω. Ξαναχαμογελάω ευγενικά σε φούρναρη, βιβλιοπώλη και μπακάλη, ο οποίος μου χαρίζει μια τσίχλα μαζί με τα τσιγάρα χαϊδεύοντας φευγαλέα το χέρι μου. Αποφασίζω να ανέβω απ'τα σκαλιά να φτιάξω κορμί και το βρωμόσκυλο με παίρνει χαμπάρι και γαυγίζει σπαρακτικά. Ακούει η διπλανή γιαγιά και ανοίγει την πόρτα της φοβισμένη. Δεν έφυγες κορίτσι μου; Όχι της λέω. Νόμιζα ότι έφυγες για πάντα. Όχι της λέω πάλι κρατώντας σφιχτα το ζωντανό που της γρυλίζει. Πότε φεύγεις; Σε έξι μήνες. Εγώ νόμιζα ότι έφυγες λέει πάλι. Γαμώ την τύχη μου. Πετάω τρία ευγενικά όχι το ένα μετά το άλλο και μπάινω μέσα. Κάτι βρωμαέι ως συνήθως. Η σκουριά. Σκατά. Για διάβολο πήγα και με τρεις παπαριές γύρισα. Σκατά. Χτυπαέι το κουδούνι. Δεν περιμένω κανέναν. Με αθόρυβα βήματα κολλάω το μάτι μου στο άλλο μάτι. Η τούλα. Η ιδιοκτήτρια του σπίτιού Μου. Ξέρω τι θέλει. Της ανοίγω. Ευγένειες, ευγένειες, ευχές, ευγένειες και στο ψητό. Τρία ενοίκια. Μα μου δεν ξέρω δεν είδα δεν είμ'εγώ λυπήσου με. Φεύγει σκεπτική με το νεογέννητο αγκαλιά. Στα χέρια κρατάω ακόμη το χαρτί με τα κοινόχρηστα. Καταριέμαι την ώρα και τη στιγμή που το σήκωσα απ'το πάτωμα αντικρύζοντας τον εξωφρενικό αριθμό 88. Τουρτούριζα όλο το Νοέμβρη και πήγαινα τουαλέτα μόνο όταν έφτανα στο αμήν για να μην παγώσει ο κώλος μου και αυτοί οι ηλίθιοι προσπαθούν να με πείσουν ότι κυκλοφορούσα με το βρακί απ'τη δήθεν υπέροχη ζέστη που εκείνοι μου πρόσφεραν. Το σκίζω αποφασισμένη να κάνω καβγά από Δευτέρα κι ανοίγω τον ΟΤΕ. Ίσως πρέπει να κόψω το σταθερό. Ίσως να κόψω και το κινητό. Μπορώ επίσης να σβήνω το φως της νύχτας,να χρησιμοποιώ λιγότερο νερό στο μπάνιο και να κόψω και τα πηγαινέλα με τ'αμάξι. Ίσως απλά πρέπει να κόψω τον κώλο μου και να βρω δουλειά. Δεν αρέζομαι στη σκέψη και ανοίγω το ίντερνετ που δε θα κόψω ποτέ. Μουσική, φάρμες, μπλογκ, μέηλ, ιοί, βαρέθηκα. Αφήνω τη γωνία πάλι, στραβοπατάω στο μπράτσο του καναπέ και σωριάζομαι πάνω στο Κουτί. Στο ξύλινο κουτι με τα μαμούχαλα γύρω γύρω. Σπάω το καπάκι και συνειδητοποιώ οτι δεν κλείνει πια. Κάνω ρομαντικούς και μοιραίους συνειρμούς, του δίνω μια κλωτσιά να μπει στη θέση του και βγαίνω στο μπαλκόνι. Κουτσουλιές παντού. Ξαναμπαίνω μέσα ελπίζοντας πως ο μπαμπάς θα έρθει σύντομα να κάνει τη δουλειά του και παίρνω το διάδοχό του τηλέφωνο. Βρίζω, ζηλεύω ελαφρώς, κάνω χιούμορ, γελάω με τη βλακεία μου, ξανατσατίζομαι και κλείνω χωρίς γεια. Πιάνω το πλεκτό, κάνω λάθος κόμπους, το ξηλώνω και το παρατάω κι αυτό στο σωρό. Τα χοντρά βιβλία μού τσιρίζουν διάβασε μας και αντ'αυτών πιάνω το τοστ ζαμπόν. Παράξενο που δεν το'χω ξανατελειώσει ακόμη. Ξαπλώνω βρώμικη στον τζάμπα καναπέ και με παίρνει ο ύπνος λίγο πριν ξημερώσει. Βλέπω τον μπουκόφσκι. Είμαστε σ'ένα καράβι, λέει, που εγώ είμαι υπεύθυνη να το σαλπάρω. Παράτάω το τιμόνι κι εκείνος ξεκινάει να με φτιάχνει. Είναι μαέστρος. Είναι πουρό, μα είναι ο τέλειος εραστής. Ο δικός μου μας κοιτάει κι εγώ του κάνω νόημα πως δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Ο ήλιος με χτυπάει στα μούτρα καθώς δύει. Ανοίγω το μάτι χωρίς να κουνηθώ. Το κωλόσκυλο με παίρνει πάλι χαμπάρι και με παρακαλάει να το βγάλω βόλτα. Για μια φορά στην ώρα μου. Σηκώνομαι από τύψεις, της φοράω το λουρί, κατεβαίνω με το ασανσέρ, παίρνω τζούρα απ'την τσικνισμένη πυλωτή και όλα πάλι απ'την αρχή.
είπε η aniaris στις 19:39 | 2 λόγια
8.1.10
Aυτό το σπίτι, απ'τα πολλά που ζω και τα λίγα που θα αποκτήσω, είναι το πιο κρύο απ'όλα. Μου παγώνει το κορμί όσα ξύλα κι αν κάψω. Εδώ μέσα γεννήθηκα με ρίγη. Μεγάλωσα με φτερνίσματα και κοιμάμαι με πολική μύτη. Πώς γίνεται κανείς να ιδρώνει εδώ άμα δεν έχει κάνει έρωτα; Μα κι όταν κάνω, κρύα είμαι απο 'κει μακριά ως εδώ πάνω. Τώρα που έμαθα να πλέκω, θα φτιάξω κασκόλ για όλους τους αγαπημένους μου λαιμούς. Και τερλίκια θα τους φοράω στα πόδια πριν πατήσουν στα κρύα μάρμαρά μου. Θα ρωτάω δήθεν τυχαία τον καθένα ποιο είναι το αγαπημένο του χρώμα. Ύστερα κρυφά θα το περνάω στις βελόνες και θα γεννιούνται σειρές με σχέδια ζεματιστά. Θα ξεχειμωνιάζουν όλοι εδώ, σ'αυτά τα τετραγωνικά που κάθε ψυχή ξέρουν όπως και να'χει να ζεσταίνουν κι ας την έχουν μες στα ρεύματα.
Καθε μαγικό καλοκαίρι ξεχνάω πώς είναι να κρυώνεις και τους χειμώνες ποτέ δεν μπορώ να θυμηθώ πώς είναι να σε καίει ο αέρας. Λίγους καύσωνες αγάπησα και περισσότερες παγωνιές. Γι'αυτό η γιαγιά μου'μαθε το μάσε-ρίξε του μαλλιού. Γιατί αν ήμουν παιδί του ήλιου σαν τα υπόλοιπά της θα μου'δειχνε πώς να βουτάω με τη μύτη ανοιχτή. Η Μούτι με τα δυό της σπίτια και το ένα παιδί. Σ'αυτήν θα φτιάξω το πρώτο μου κασκόλ. Σ'αυτήν που μου'μαθε μόλις χτες ότι οι άνθρωποι δεν είναι οι ίδιοι μ΄αυτούς που γνώριζα τότε που χωρούσα παντού.

είπε η aniaris στις 04:17 | 6 λόγια
29.12.09
Το αίμα στάζει στις πορσελάνες. Ο πόνος μικρότερος κάθε φορά. Είναι που έμαθα να πίνω το χάπι ολόκληρο. Είναι και που μεγαλώνω. Ο γιατρός είπε ότι μετά τη γέννα θα περνάει για πάντα. Το κόκκινο τον τελευταίο καιρό μ'ακολουθεί. Ανεβαίνει στις πιζάμες μου, βάφει τα χείλη μου στον αρραβώνα, δονεί την πηγή μου μέρες πριν κι ύστερα βγαίνει από μέσα μου πάνω στην ώρα. Μα εκείνο το βράδυ χρώμα δεν υπήρχε πουθενά. Μόνο όταν άνοιξα το στόμα φάνηκε το ξεφτισμένο κόκκινο της γλώσσας λίγο πριν λυθεί και πει τρεις λέξεις που άκουσες μες στο βαθύ σου ύπνο. Με ξεγέλασαν τα μάτια τα κλειστά.
Θυμήθηκα μόλις την πλατεία που τρώγαμε τα κόκκινα ροδάκινα. Που εσύ τα καθάριζες δηλαδή με υπομονή κι εγώ τα έτρωγα με άλλη τόση. Ο Ωνάσης εκεί μπροστά στις προσπάθειές μας ήταν πιο στρογγυλο- πρόσωπος από τον ηθοποιό που τον υποδυόταν απόψε. Η Κάλλας είπε στην ταινία ότι εμείς οι Έλληνες πιστεύουμε πως όταν γεννιέται ένα πλάσμα χωρίζεται στα δυό η ψυχή του και σε όλη τους τη ζωή ψάχνουν η μία την άλλη. Εκείνη είπε πως όταν βρήκε τον Ωνάση, σταμάτησε να ψάχνει. Κι ύστερα ήταν δυστυχισμένη τον πιο πολύ καιρό κι αυτό δεν το κατάλαβα. Μα σκέφτηκα μετά πως ο καιρός της ευτυχίας είναι πάντα λίγος κι αν ξέρεις πώς να μην ψάξεις θ'ανέβεις πάνω απ'τους Θεούς. Για λίγο, μα θα'ναι αρκετός. Κι αν είναι κόκκινος θα'ναι ο δικός μου.
είπε η aniaris στις 03:28 | 2 λόγια
28.12.09
Μου αρέσουν οι γιορτές αυτές. Μου τη δίνουν όσοι αντιδράν και λένε πως μισούν τα Χριστούγεννα. Γιατί κανείς δε μισεί το Πάσχα; Ξέρω γιατί. Είναι που τώρα όλα είναι στολισμένα και χαρούμενα και φωτεινά. Κι οι άνθρωποι που'χουν συνηθίσει μόνοι ή μαύροι ίσως να μην μπορούν αυτή τη ζεστασιά και την ονομάζουν ψευτοχαρά. Μα οι πόλεις αλλάζουν λίγο κι εμένα αυτό μ'αρέσει κι άλλωσετε είναι διακοπές. Όμως θυμάμαι τόσους ανθρώπους που μισούσαν τα στολίδια, τις ευχές, τα φωτάκια, τα τραγούδια, τους Αη-Βασίληδες και τα δέντρα. Κι όλους αυτούς τους είδα έστω μια φορά να χαίρονται με ό,τι θεωρούσαν κιτς και να γιορτάζουν πιο δυνατά από ποτέ. Γιατί τότε είχαν ερωτευτεί. Γιατί είχαν υπέροχη παρέα. Γιατί εκείνη τη χρονιά αγάπησαν την οικογένειά τους πρώτη φορά. Γιατί εκείνη τη χρονιά που ο καθένας τους αφέθηκε, ένιωθαν ολόκληροι. Κι όταν είσαι λίγο ολόκληρος ούτε περιμένεις τα Χριστούγεννα να σε γεμίσουν ούτε τα κακολογείς.
είπε η aniaris στις 13:28 | 0 λόγια
Δεν έχω βγάλει ούτε το παλτό. Με ρώτησε η μαμά κι είπα πως κρυώνω. Η μαλακτική μακαρονάδα μαλάξεις δεν έκανε αυτή τη φορά. Ίσως και μάλλον προφανώς επειδή δεν ήταν δική σου. Οι φίλοι μου είναι αλλού. Η φύση μου είναι αλλού. Προχτές έγινα δέντρο κι αγελάδα, λίγο πρόβατο, βουνιά, βατόμουρο και βελανίδι αλλά πιο πολύ έγινα δέντρο με κλαδιά λεπτά και γυμνά. Τώρα άνθρωπος δε θέλω να 'μαι πια. Τα χέρια που χόρευαν θ'ανεβάσω ψηλά και τα πόδια που άνοιγα θα πατάν στις μύτες. Το στόμα θα πλέξω με τις βελόνες της γιαγιάς. Τα μάτια που σ'είδαν κοντό θα κλείνω. Οι ώμοι οι γερτοί , ίσιοι θα τεντωθούν κι ψευτορίζες μου χοντρές θα με φυτρώνουν. Θα'μαι δέντρο ψηλό παντοτινό μα οι ρίζες αυτές οι μακρινές, στο υπόσχομαι, κάτω απ'τα σπίτια και τις θάλασσες σου θα μεγαλώνουν. Απ'τα νερά του πρωινού σου μπάνιου θα ξεδιψώ και τα καλοκαίρια οι καρποί μου αλμυροί θα ανεμίζουν.

είπε η aniaris στις 02:39 | 0 λόγια
22.12.09
Στην οθόνη κάτι άσχημοι με μαύρα κοστούμια και μπλε καμια φορά. Δίπλα εσύ. Αριστερά συγκεκριμένα. Κάτι ήχους βγάζεις. Μακάρι να μιλούσες στον ύπνο σου να πιάναμε κουβέντα. Να σου'λεγα όσα δεν πρόλαβα όλη μέρα. Την Αθήνα τη συνήθισα αλλά φοβάμαι να βγω μόνη μου τη νύχτα. Κι έτσι κάθομαι εδώ. Σε σκεπάζω άμα ξεσκεπάζεσαι. Αλλάζω θέση άμα πιάνομαι. Λιώνω τη σοκολάτα που μου'φερες για να μ'ευχαριστήσεις. Σκέφτομαι τι μπορώ να κάνω εδώ αύριο που θα'ναι μέρα. Δεν πήγαμε να δούμε ή να αγοράσουμε τίποτα χριστουγεννιάτικο. Προσπαθήσαμε δηλαδη αλλά κάναμε δύο ώρες και τα παρατήσαμε. Δε μας κάνει αυτός ο τόπος. Δε γνώρισα κανέναν που να μη θλίβεται εδώ, αλήθεια. Κι εγώ θλίβομαι άμα έρχομαι και κάθομαι πολύ. Μα εγώ δε μετράω γιατί θλίβομαι άμα θέλω παντού. Μ'ενοχλεί το κόντρα φως εκεί πίσω. Κι εσένα μάλλον μα δε θέλω να το κλείσω. Μου κάνει παρέα, όπως κι αυτοί οι κύριοι στο μέγκα. Μακάρι να'μουν κι εγώ εκεί να συζητούσα μαζί τους για σοβαρά πράματα. Σήμερα ο ουρανός ήταν πάλι ροζ κι ήταν πολύ ρομαντικό. Κι ας λες εσύ ότι είναι απ'το νέφος. Το νέφος είναι ωραία λέξη κι αφού βγάζει ωραία χρώματα, εμένα δε με πειράζει. Μόνο όταν πήγαμε στον Πειραιά ή κάπου εκεί που είχε θάλασσα με πείραξε. Γιατί μύριζε και με πονούσαν τα πνευμόνια μου. Κι εσύ είπες ότι είναι πετρέλαια και κάπως αλλιώς το'πες που μου'ρχεται να σε ξυπνήσω για να μου θυμίσεις τη λέξη. Σύγκρινες τη μυρωδιά με του Θερμαϊκού. Τι ντροπή. Ο Θερμαϊκός μυρίζει ξινίλα και ψοφίμι και μόνο για λίγους μήνες. Δε μυρίζει πίσσα. Εγώ νόμιζα ότι ο Πειραιάς θα ήταν όμορφος αφού τόσα τραγούδια είχαν γραφτεί. Γύρισες και με αποσυντόνισες. Φοβήθηκα μη δεις τι γράφω. Μα τώρα ξεκίνησες πάλι να τραγουδάς. Τι αλλόκοτος ρυθμός. Μου'ρχεται να τσιρίξω πάνω απ'το κεφάλι σου να μην ξανακοιμηθείς ποτέ. Να μη με ξαναφήσεις μόνη μου ποτέ φοβούμενος ότι θα τσιρίζω πάλι και θα'ρχεται η αποκάτω η ανέραστη να σου φωνάζει. Δε θέλω να'μαι εδώ, καμιά φορά. Ούτε κι εσύ, ξέρω, αλλά για'μένα θα πω τώρα. Δεν είναι το σπίτι μου εδώ. Ούτε η δουλειά, ούτε τίποτα. Εσύ μόνο αλλά λείπεις. Ίσως πρέπει να παίρνω το αεροπλάνο των 8 και μετά των 11 και την άλλη μέρα των 8 πάλι κι ύστερα των 11. Δε μου αρέσει όμως να ταξιδεύω νύχτα.Αν αύριο δε φωτοσυνθέσω, αλήθεια σου λέω, θα χελωνιάσουν κι άλλο τα πόδια μου. Κι οι πατούσες μου θα γίνουν πιο σκληρές και κανένας δε θα με παντρεύεται. Ούτε αυτοί που υπόσχεση είχαν δώσει. Μα αυτή είναι δική μου δουλειά. Αύριο λοιπόν θα πάρω το 622 και θα πάω δεν ξέρω πού, να δω δεν ξέρω τι, με δεν ξέρω ποιον. Πόσο ωραία θα'ναι. 3 μέρες ακόμη. Ξύπνα.
είπε η aniaris στις 01:01 | 2 λόγια
21.12.09
είπε η aniaris στις 16:34 | 0 λόγια
16.12.09
Ούτε ξέρω γιατί είμαι εδώ. Κάτι βγαίνει απ'τα ηχεία. Μια βαριά μυρωδιά σέρνεται από την κουζίνα προς τα'δω. Είμαι μάλλον στο σαλόνι. Μ'εστειλαν να καθαρίσω και να πάρω κάτι ρούχα να φορέσω, λέει. Κι ένα μάθημα κάποτε είχα κι έπρεπε να πάω. Είσαι στο μυαλό μου όλη μέρα. Όχι, όχι. Όλες μέρες. Μα σήμερα πιο πολύ μιας κι ήταν η τελευταία. Σου'φερα να τρως να βάλεις λίγα κιλά, να μου αρέσεις καλύτερα και να είσαι πιο πολύ ο άντρας της ζωής μου. Το'φχαριστήθηκες. Άραγε με θυμόσουν όταν το χορτάρι χόρευε σαν τη γλώσσα μου στο στόμα σου; Μέτρησα ύστερα ως το 30 πιο αργά απ'ότι έπρεπε μα πιο γρήγορα απ'όσο ήθελα. Κι έφυγα και κατέβηκα τόσα πολλά δεξιά σκαλιά. Κατάφερα να συρθώ ως την έξοδο που προς τα έξω μακάρι να μην άνοιγε. Σ' είδα και μ'είδες αλλά σημασία δεν είχε πια. Είχα βγει. Είχα φύγει. Είχα γιατρευτεί. Καλές γιατρειές σου είχα ευχηθεί εκεί πάνω κι εσύ Καλές γιορτές. Τι τεράστιες μαλακίες. Εγώ την ίδια στιγμή σου φώναζα μπρος τα μούτρα σου σε λαχταρώ κι εσύ μου έγλειφες τη μύτη και ψιθύριζες παντρέψου με. Σήμερα προσγειώθηκα μα αύριο πετάω. Έρχομαι σε 'σένα και στο σπίτι σου το άδειο το κίτρινο. Τι πρόβλημα έχετε εσείς οι άντρες με τα χρώματα και τα σπίτια. Είναι σαν αναπηρία να τα φτιάξετε σωστά και καθησυχαστικά. Μακάρι όλο κι όλο σου το σπίτι να ήταν η χρωματιστή τουαλέτα με το στραβό πλακάκι- αλήθεια νόμιζα ότι θα το είχες παρατηρήσει. Μακάρι να μη δούλευες αλλά να είχες δουλειά. Δεν ξέρω τι θέλω αλλά σε αυτο το αεροπλάνο θα μπω. Κι αν πέσει ελπίζω να πάθω μόνο κάτι ανάμεσα στο στόμα και τα ξακουστά μου κόκκαλα. Έτσι, εσύ θα με παραλάβεις σε σεντόνια άσπρα με το χιλιοφορεμένο παντελόνι σου και τα μαύρα σου μαλλιά. Και θα με κρατάς ψηλά να βλέπω πώς είναι εκεί πάνω. Κι ύστερα θα σου δείχνω τον πιο υπέροχο αφαλό του κόσμου. Να πέσεις μέσα να μη βγεις ποτέ. Θα φοράω μπλούζες δαντελένιες ν'αναπνέεις όσο θα ψάχνεις τα μέσα μου τα άρρωστα. Δεν κατάλαβα αλήθεια ποιος είσαι. Σ'είχαν φωνάξει μ'ένα όνομα κοινό μα τόσο παράξενο. Δε σου πήγαινε καθόλου. Σε μπέρδεψα εκατό φορές και σε θέλησα άλλες τόσες. Δε θα πέσει, το ξέρω. Θα ξαναπροσγειωθώ, θα ξαναφύγω, θα σε δω απ'το φανάρι κι όταν ανάψει κόκκινο θα φύγω με 5000 να χαθώ.
είπε η aniaris στις 16:51 |
15.12.09
Κακοήθης νεοπλασματική εξεργασία δεν διαπιστώθηκε. Το υπογράφουν δύο δόκτωρες. Το βρέχει αλμυρή χαρά. Το διπλώνω στα τέσσερα και το αφήνω πίσω με ό,τι άλλο μου έδωσαν εκεί. Τις εύθυμες ψαλμωδίες των καθολικών, τη μελαγχολία της μαύρης χωρίς όνομα, την γκρίνια της ραντζογειτόνισσας, τους δύο άψυχους, τον γλοιώδη πέφτουλα νοσηλευτή, τις συζητήσεις για ασήμαντες σαπουνόπερες ανάμεσα σε καταθέσεις ψυχής. Αφήνω πίσω τον πόνο του καθενός. Αφήνω αλλά δεν ξεχνώ λόγια ανθρώπων ίσων προς ίσους. Κι ας ήταν αμόρφωτοι με μορφωμένους, λευκοί με μαύρους, άντρες με γυναίκες, νέοι με γέρους, πλούσιοι με φτωχούς. Όλοι εκεί μέσα είμαστε ίσοι, είπε η διάσημη που δεν είδα. Κι είχε δίκιο. Γιατί ο πόνος είναι ίδιος παντού.
Ξέρω ότι θα ξεχάσω το συναίσθημα αυτό το τωρινό. Ας φύγει. Δε με νοιάζει. Αρκεί να θυμάμαι ότι κάποια Χριστούγεννα είδα τι πάει να πει θνητός.
είπε η aniaris στις 01:43 |
14.12.09
Γύρισα εδώ για λίγο μόνο. Σιδερώνω τις κιλότες της γιαγιάς. Θέλει ό,τι δικό της καθαρό κι ας είναι όλα γύρω σάπια. Την άφησα στην αγαπημένη της ασφάλεια φεύγοντας. Μ'εμπιστεύεται αλλά δε σταματάει να φοβάται χωρις την άλλη κόρη. Κοιμήθηκα βράδυ, ξύπνησα το ίδιο βράδυ. Έχασα τις ώρες, τις μέρες τους ρυθμούς. Μόνο τις σταγόνες της δεν ξέχασα να μετράω. Και μόλις τελείωνε η δροσιά στο αριστερό της χέρι, πεταγόμουν να φέρω άσπρες κυρίες κι ας ήξερα ότι δε χρειαζόταν. Πρέπει να πλυθώ τώρα και να γίνω όμορφη για Κανέναν. Τα μπούτια μου πονάνε σαν να έκανα έρωτα νύχτες αλεπάλληλες. Κι όμως τίποτα ερωτικό εκεί μέσα μέρες τώρα. Ίσως η μυγιάγγιχτη γιατρέσσα που φλερτάρει διακριτικά το φαλακρό γιατρό της. Ίσως η μουσική μου στα παράξενα, κρύα ακουστικά σου.
Τα τηλέφωνα χτυπάνε να μάθουν και να εισπράξουν. Οι σκέψεις και τα λόγια μου χωρίς ειρμό σ'αυτό το γράμμα. Καλημέρα δεν ξέρω αν πρέπει να πω ή καλησπέρα. Τα μάτια μου είναι μαύρα και η κίτρινη κυρία μας ρωτούσε πώς αρρωστήσαμε ταυτόχρονα. Δεν είμαι άρρωστη, κυρία μου. Είμαι άσχημη αλλά όχι άρρωστη. Οι κροταλίες με περιμένουν να τους γεμίσω κοκκινάδια. Θα βρω βιβλία και θα τα τελειώσω πάνω απ'το κεφάλι της, κρυφακούγοντας τους φοιτητές να κουτσομπολεύουν ό,τι κινείται, σέρνεται, βογγάει ή διατάζει. Δεν μπορείς να βαρεθείς εκεί μέσα. Μόνο να μάθεις ή να φύγεις.
Δεν έφυγα. Εγώ.
είπε η aniaris στις 12:57 |
13.12.09
Σήμερα ήσουν εδώ. Στην πόλη μου, στο πλάι μου. Γυρόφερνες με τα γουρλωτά σου μάτια κι ίσως με κοιτούσες λίγο. Αλλά πιο πολύ με γιάτρευες. Με πραγματικές βελόνες. Φορούσες τα γυαλιά σου για να δείχνεις πού πονάω. Και την πράσινη ρόμπα για να σε ξεχωρίζω από μακριά. Αλλά είσαι τόσο ψηλός που πάντα σ'έβλεπα να μπαίνεις ακόμα κι αν καθόμουν πλάτη. Η κοτσίδα σου σταθερά πιασμένη ψηλά όπως άλλοτε, να μου θυμίζει τι δεν αγάπησα. Η φωνή σου μόνο με ξένισε. Ίσως μεγάλωσες κι άλλαξε. Ίσως την είχα ξεχάσει. Ήθελα να μείνω όλο το βράδυ να με προσέχεις καλέ μου, γιατί ήσουν εσύ σ'αυτό το πρόσωπο. Ήσουν τόσο εσύ που ήθελα να τρέξω και να κάτσω πάνω στο κεφάλι σου. Να με κουβαλάς πέρα δώθε όταν εξετάζεις κι εγώ να σε βοηθάω λέγοντας βήξε στους δικούς μας αρρώστους. Ήσουν εσύ εκεί πίσω από τη θανατίλα κι έλεγες αστεία. Και πάνω που μ'έπιανε αυτή η ζάλη της υποχρέωσης να είμαι όρθια, με συνεπήρες. Ξέχασα πού είμαι και για ποιον. Θυμήθηκα μόνο πόσο μου έλειψε αυτή σου η παρουσία. Η μοναδική σου τέχνη να με κάνεις καλά, είσαι δεν είσαι γιατρός πραγματικός. Σήμερα ήσουν. Ένας γιατρός ψηλός με πλάτες ένα μέτρο, να χωράω να γυρνάω ανάσκελα στον έναν ώμο κι ύστερα μπρούμυτα στον άλλον. Πόσο μεγάλωσες. Ήξερα ότι θα γίνεις σπουδαίος. Μα γιατρός; Αύριο που θα'ρθω πάλι, μην ξεχάσω να σε φωνάξω με τ'όνομά σου. Κι όταν δε γυρίσεις στολίδι μου, μόνη θα μένω με νεκρούς να κυλάνε πίσω μου και ζωντανούς να παλεύουν μπροστά μου.
είπε η aniaris στις 03:19 |