24.5.17
Αθηνά
εδώ 'Ανια
η αντιποίηση πρέπει να ενωθεί
και να ξεκινήσει

το πιάνο
καθώς και οι γλυκές ποιήτριες
ως σύννεφα
ας βρουν μια θέση
κάπου πίσω

χαιρετώ
και υπογράφω

Άνια (μια κοπέλα)
10.5.17
ένα ψέμα που μου'ρθε κι έλεγα
ήταν
πως κάποιος με βάρεσε
μα πως πρόλαβα και του 'ριξα καμιά
και πως εκείνος βέβαια έμοιαζε
χειρότερα
από 'μένα και το μάτι μου που ήταν μαύρο
η αλήθεια ήταν ότι με πάτησε
απλώς ένα μηχανάκι
ίσα που πρόλαβα να το κοιτάξω
κι ύστερα ήμουν σε μιαν άκρη
αναρωτιόμουν
πώς βρέθηκα εδώ
έλεγα στον κόσμο γεια σας
ναι είμαι καλά συνεχίστε
εκείνοι μάλωναν ως προς την εξυπηρέτηση
-μικροτσούτσουνε!
-πουτάνα! εγώ άλλωστε έφερα τον πάγο
ύστερα
είδα τον Κώστα
νόμιζα πως είχα πάθει
κάποια αμνησία
αν αυτό ήταν δυνατό
και πως η επιθυμία μου
επέλεξε
μια μνήμη της Ναυαρίνου
όροφος : 2,5
κλίση : εμφανής
έτη : τουλάχιστον 5
τα μαλλιά του ήταν ακόμα ξανθά
και μακριά
Κώστα εσύ είσαι;
είπα
κι εκείνος
Ναι ο Κώστας είμαι Άνια
είπε
ύστερα με πήρε το ασθενοφόρο
κι ήταν ωραία  
απ' έξω
περνούσε το τείχος
μόλις είχα έρθει


25.4.17
Την Πέμπτη
Το αυτοκίνητο στολή
Το φορητό κύμα ως
Τρία ζευγάρια παπούτσια
Που τρέχουν
Και ο ξεκάθαρος οδηγός
Ξεκινούν την πορεία
Που χαράχτηκε αντιθέτως
Προηγουμένως
Και απο τους ίδιους
Φταίχτες αμετανόητους καλώς
Πάμε όλοι μαζί μια βόλτα φίλοι μου
Αφήστε πίσω την ευκαιρία
Χαιρετίστε το άφαντο πλήθος
Πέρασε κι εκείνος από 'δω
Αλλά
Δεν είπε κάτι
Ένα παγωτό ως έπαθλο
Στον Κύριο με το ανεπίκαιρο
Κασκόλ
Ερχόμαστε από κάτι πολύ
Κρύο
Που μας πάγωσε την καρδιά
Κι έτσι τώρα δε διαθέτουμε
Κάποια
Γνωστά αισθήματα
Επιθυμητά στους ανθρώπους
Και τα ζώα
Μην ανησυχείτε
Είπε ο Γιώργος ενώ
Έβγαζε αντικλείδι
Δε θα τα χρειαστείτε
Εδώ
Έχει χώρο
Για ολέθρους
Και μεγάλες αλλαγές
Σας περιμένω


20.4.17
κανείς δεν ασχολείται
με τη ζωή
του άλλου εδώ
ο καθένας κοιτάζει
τη δουλειά του
το σπίτι του
τον δικό του κήπο
τα παιδάκια του
στο σουπερμάρκετ όμως
όλοι με κάποιον αλλόκοτο τρόπο
ξέρουν πως μόλις
μπήκε αυτή
που σηκώνει την κάβα

όταν θέλησα ν' αγοράσω
δυο-τρία λουλούδια
το ταμείο έκλεινε
κι εγω έτρεξα
κι είπα
ε περίμενε φίλε
φίλε μου!
τα λουλούδια αυτά πρέπει να 'ρθουν
μαζί μου!
κι εκείνος απάντησε
όχι, παρακαλώ
δεν μπορώ πια
έχω κλείσει
πήρα τα λουλούδια λοιπόν
τρία κίτρινα ξερόκλαδα
κι έτρεξα
έτρεξα γρήγορα
και μ' ακολούθησαν όλοι
όλη η γερμανία έτρεχε πίσω μου
κι εγώ έτρεχα
και κράταγα τρία ωραία λουλούδια

Η πόλη που μου ανήκει
λέγεται Αθήνα
κλαίνε τα δέντρα
16.4.17
Κάθε βράδυ που πίνω
Με πιάνουν τα κλάματα
Οι παρανοϊκοί στίχοι
Του μεσονυχτίου
Μου δείχνουν τη σωλήνα
Και το σχοινί
Η μοναδική ερώτηση λέει
Πότε θα φύγουμε από 'δω!
Σύντομα! απαντάν οι σχετικοί
Ο σκύλος πίνει πάλι νερό
-Πού είναι το πιάνο μας;
-Το πουλήσαμε.
-Πού βρίσκεται το 1608;
-Μέσα μου.
Το ράδιο παίζει γερμανικά τραγούδια
9.4.17
Εκείνος ο τρελός
καθόταν
σε κάποια γωνία
όσο εγώ σκούπιζα
φύλλα
και φτερά πουλιών
Ποτέ δεν του άρεσαν τα πουλιά
κι έτσι  έπρεπε να μη μείνει
τίποτα ως το βράδυ
που το μαγαζί άνοιγε
κι ο κόσμος ερχόταν
κάτι να πιει
και να φάει
Τα ετοίμαζα όλα εγώ
ρακές, μπύρες, γιαουρτλού κεμπάπ
συχνά έρχονταν κι οι φίλοι μου
το ένα τους μάτι ήταν στην μπύρα τους
και τ' άλλλο πάνω μου μην
κάτι και συμβεί
Μια νύχτα λοιπόν το αφεντικό
αποτρελάθηκε
άρχισε να πετάει σουτζουκάκια
σε μένα και την έξτρα κοπέλα
του Σαββάτου
μάλιστα εκείνη αντεπιτέθηκε
κι αυτός της δάγκωσε το αυτί
εγώ είχα κιόλας φύγει
ο αέρας φύσαγε πάντα σ' εκείνη τη γωνία
του νησιού
μανιασμένα και τώρα με πήγαινε
στην πόρτα του
Αλέξανδρου
που μ' έβλεπε απ'το μεγάλο παράθυρο
κι άνοιγε πριν φτάσω
κρατώντας ένα ακόμη βιβλίο
Παρηγοριά στην άκρη του κόσμου
τα αραχνιασμένα δώρα του
8.4.17
Φεύγω πια
Μια φωτιά καίει στο σπίτι
Φεύγω
Γιατί κάποιος το ´πε
Στάθηκα κάτω από το ξενοδοχείο
Στοιχειό κι έκλαψα πικρά
Ενώ δίπλα μου διασκέδαζε η Θεσσαλονίκη
Τότε ο Άγιος Εφραίμ πουλώντας κουλούρια
Με παρακίνησε να πάω να σε βρω
Κάπου
Δεν ήξερε ούτε αυτός
Η Εγνατία θάβει κύριε
Και προσεύχεται πριν τον ύπνο
Η φύση ξεπούλησε
Και το δάκρυ μου έσταξε πάνω στο σκέπασμα
Του Νικόλα
Πες μου εσύ πού είσαι η ώρα τρεις και μισή
Στέκομαι από κάτω
Κι είσαι το
Μπαλκόνι
Είσαι το κουλούρι
Η κυνηγημένη πόλη
Θαυματουργός
Χρειάζονται τα μάτια μου κάποια όψη
Γιατί το σπίτι μου κάηκε




Κάθε βράδυ
Τύχαινε κάποιο μπαρ
Ένα οκτάωρο είναι σκληρό σε συνδυασμό με
Δεκατρία σκαλοπάτια
Κι έτσι ανοιγόταν η πόρτα σχεδόν από μόνη της
Γυναίκες μου αγαπημένες
Χορεύτε κι ας είναι Δευτέρα
Είμαι ένα δίχτυ που άνοιξε την πόρτα
Και μπήκε
Τα μεσάνυχτα μεγαλώνουν όπως
Τα ανακαινισμένα σαλόνια
Πού είναι οι φίλοι μου;
Χαρίζω εντωμεταξύ την τυχερή μου δεκάρα
Στην Αγνή
Την μπαργούμαν της σκοτεινής αδικίας
Λέει της έφερε τύχη μα τη βλέπω ακόμη
Μόνη
Στέκομαι σαν ψυχούλα σε μια γωνιά
Η μουσική ειναι εντάξει
Η νύχτα είναι συνηθισμένη
Πεντακάθαρος καπνός
Πέντε πιθανότητες δεξιά
Πέντε αριστερά
Πρόκειται να δοθώ σε όλους
Μα φεύγω όπως ήρθα
Έτσι ο κόσμος
Αυθόρμητα σπάει κι απόψε το μαγαζί
Ακούω απο μακριά τον Τριαντάφυλλο
Που δε διαφωνεί
Τα χρόνια περάσαν
Κι εγώ
Αλύπητα φεύγω
Και ξανάρχομαι