15.7.19
μέσα σε αυτό
το άχαρο καλοκαίρι απόψε
θυμάμαι κάποιον
όχι με πόνο
ή σκοπό
αλλά γιατί
έχω την υποχρέωση
και το δικαίωμα
να ανακαλώ
στη μνήμη μου
τη νεότητα
που δεν είναι άστατη
ή ανόητη
αλλά αμφότερα αξεπέραστη
κι ηχηρή σαν το πάτωμα
που τρίζει σταθερά
στα ίδια σημεία
και τέλος
-κι αρχή-
θυμάμαι γιατί έχω δίκιο
κι είναι μεγάλο
σαν εργοστάσιο
και παλιό όσο εμείς
ένα δίκαιο
που δεν ζητώ να μου δοθεί
καθώς ήδη μου ανήκει και
μ´ αφήνει βέβαιη
μπροστά
στην αποσιώπηση
και την αδυναμία των ταραγμένων
να ξεχωρίσουν τον ευσεβή πόθο
από τα γεγονότα
την προσπάθεια
από την απλότητα
την αναπαράσταση
απ´ την πρωτόπλοη πορεία


Σε είδα
στον ύπνο μου
είχες γένια μέχρι και πάνω στη μύτη σου
έμενες ψηλά
σ´ ένα σπίτι με
πλακάκια και μάρμαρα
πολλά δωμάτια
κι ένα μπαλκόνι
με παιδιά του γείτονα
ήταν κι η μάνα μου εκεί
έτρεχε γυμνή να ντυθεί και να πρόλάβει
κάτι άλλο
αφού πριν σου μίλησε για την αλήθεια
κι εσύ τώρα
καθόσουν και μου ζήταγες να δώσω ένα τέλος
γιατί η ζωή ήταν μια σκιά
γιατί κανείς δεν μπορεί
να δει καλά μέσα σ´ αυτόν τον κλειστό χώρο
κι εγώ ξύπνησα κι έγραψα για σένα
και τα σκληρά σου γένια
τα σπίτια σου
που μέσα τους
συντηρείς εμένα
ως και τη μάνα μου
έγραψα για το πάτωμα
και ξέχασα να πω πώς έλαμπε
γιατί μέσα κάποια που ήξερε μόνο
να καθαρίζει καθάριζε
ξέχασα το μπαλόνι
στο ταβάνι
που έμοιαζε να θέλει να ανοίξει
μια τρύπα
αλλά θυμήθηκα να γράψω
για το τέλος
ένα τέλος στο οποίο
υπήρξες και μίλησες
επιτέλους κι είπες κάτι όπως
-ας σταμάταγαν όλα
δεν υπάρχει λόγος να υπάρχουν
συνφώνησα πριν ξυπνήσω
γιατί πάντα συμφωνούσαμε
και γιατί είδα πως ήσουν κουρασμένος
με μια πετσέτα
γύρω από τη μέση σου
που πρόδιδε τα χρόνια
και την άφεση
αμαρτιών
6.7.19
Έπινε
απ´το πρωί έπινε
κι έλεγε σωστά πως είμαστε 
όλοι μας
πορδοβουλώματα
Ύστερα σωριάστηκε στο πάτωμα 
κατά τις οχτώ
φορώντας τα γυαλιά
ηλίου του
που είχαν μείνει άθικτα
επάνω στα μάτια του
Κάποιοι τον σήκωσαν και
τον έβαλαν σε μιαν άκρη
Κοιμήθηκε πολύ
επάνω στην κοιλιά του
που ενίοτε 
περνούσα
να δω αν κουνιότανε
κι όταν σηκώθηκε 
έψαξε την έξοδο σε γλάστρες
και φωτιστικά
σε γυναίκες που πήγαιναν 
στην τουαλέτα 
και με καλοσύνη του έδειξαν 
την αντίθετη πλευρά μόλις τις ρώτησε
Πώς βγαίνουμε
από αυτό
εδώ το μέρος
Διέσχισε το μαγαζί
αγκαζέ με τον μοναδικό του
ακροατή 
που ώρες πριν
του έλεγε
Βαρέθηκα, θα ήθελα να πεθάνω
κι όταν εφτασε πια έξω
γύρισε προς το μέρος μας
και φώναξε
Εγώ λέω
να πάτε να γαμηθείτε όλοι σούμπιτοι
Καθώς περπάταγε μακριά μας
τον είδα να χορεύει
με τα χέρια του
έξω απ´το επόμενο μαγαζί
ύστερα να συνεχίζει
να προσπαθεί
και να χάνεται
κάπου στο βάθος
26.6.19
τώρα που η τύχη σου σ´ έφερε στη θάλασσα κι η ανάμνησή μας είναι σαν άγρια χορτάρια, θυμάμαι τον ασήκωτο έρωτα και τη δύναμη μας να κουβαλήσουμε το βάρος με υπομονή που έμοιαζε σαν παρηγοριά και ένα θάρρος πρωτοπόρο, ο πατέρας σου φώναζε κάτι ανάποδο κι η μητέρα μου πόσο σ´ αγαπούσε ενώ εμείς ήμασταν πιο πάνω καθιστοί σε έναν κίονα που ξεπερνάει τα καθιερωμένα ύψη και δεν κοιτάζαμε κάτω γιατί ήταν όλοι πολύ μικροί κι όταν φοβήθηκες για το μέλλον που ίσως δεν μας είχε μαζί ακούστηκε ένα τεράστιο σύσσωμο γέλιο της ανθρωπότητας που δεν πιστεύει στα λάθη καθώς κι ένας οξύς ήχος από ένα νόμισμα που έπεσε κι έδειχνε γράμματα αντί για κεφάλι οπότε και κάναμε ό,τι έδειξε η τύχη σου που σ´ έφερε στη θάλασσα ενώ η ανάμνησή μας είναι χόρτα με μια άγρια ρίζα που δεν ξεπατώνεται κι εγώ αυτό το ξέρω με αποτέλεσμα να τα αγαπώ τα επίμονα αγριόχορτα, που βέβαια αν τους ρίξεις δηλητήριο χάνονται για λίγο, πολύ λίγο ώσπου ξαναβγαίνουν σαν να ´ταν στόματα και να λέγανε νομίζατε πως μπορείτε να μας ξεπαστρέψετε; είμαστε αθάνατα, γιατί αθάνατη είναι η πηγή της μνήμης μας που μοιάζει με πόλη που μοιάζει με δάκρυα που μοιάζουν με πολλά φύλλα σαν σεντόνια που μπορούν ανά πάσα στιγμή να μας σκεπάσουν και καθώς καλώ τη λογική να επικρατήσει εκείνη δίνει τη θέση της στα λόγια σου που με κάλεσαν στο τηλέφωνο να αποχωρήσουμε μαζί από την κανονικότητα πολύ μετά τη διάλυση της θνητής μας σχέσης κι εφόσον είχες δει την ταινία ταξίδι στην άγρια φύση που ο ήρωάς σου άφηνε τα κοινά για να ζήσει μόνος κι ούτε αυτό σε έκανε να μην σκεφτείς εμένα πάντα πλάι σου και τα άγρια χορτάρια μας που όταν φιλιόμαστε κι όταν προχωράμε κι όσο ζούμε μας πνίγουν. 
23.6.19
Άλλαξες
Τα μάγουλα σου έχουν
πάρει ένα κακό σχήμα
Το χαμόγελό σου είναι θαμπό
και οι ώμοι σου σφιχτοί
σαν παλιά λάστιχα 
Το όνομά σου είναι το ίδιο
πράγμα πολύ ανόητο
Τα μπούτια σου κρέμονται πάνω
στα γόνατά σου
και στα γόνατά σου πάνω
έχεις
ένα παιδί που μοιάζει σε οποιονδήποτε άλλο
Περπατάς γέρνοντας
προς ένα φανταστικό στήριγμα
Κοιτάς κάπου πέρα
με μάτια κρύα και μικρά
Κάποτε
τα μάτια σου
ήταν δυο μεγάλες ασπίδες
Άλλαξες σαν να πέρασε από μέσα σου
μια πυρκαγιά
και κάποιοι σε έχουν συνηθίσει
έτσι ξερό
κι άτονο
μα εγώ
σε θυμάμαι
αγάπη των αγαπών
εσύ ευσπλαχνία
και νόημα των νοημάτων
γυναίκα των γυναικών
που ενέχεις τον κόσμο
για σένα
θα εγκατέλειπα
κάθε άλλη

νύχτα των νυχτών
και πρόσωπο των προσώπων
πιστά και κρυφά σε υπηρετώ
πόθε των πόθων
που μπορείς να ανακουφίσεις τα δεινά
και να με προστατεύσεις
από τη medianía

εσύ μουσική
και θαύμα
προσκύνημα των προσκυνημάτων
και ουρανέ των ουρανών
εσύ κρατάς το νερό
τη ζωή
την ευχαρίστηση
και κάθε ομορφιά

άνεμε των ανέμων
και κυρία των κυριών

Περπατάω
δίπλα σε μια πόλη
που περπατάει δίπλα μου
κάτω
βρίσκεται
ένας πλούσιος εμετός
πιο κάτω ένα ρωμαϊκό υπέδαφος
πιο κάτω
σκέτο άκαρπο
χώμα
περπατάω
δίπλα
σε έναν κύριο
που λέει
-Θέλω κι άλλο σκόρδο στη σούπα μου"
δίπλα
σε μια κυρία που λέει
"Κλείστε τα μάτια σας αμέσως"
περπατάω
και περνάω
μεγάλα εμπόδια
όπως ανθρώπους
και αμάξια
πατώντας πάνω τους
έχω μια σκέψη που μπορεί
να φτιάξει
κυρίους
και μπορεί να εφεύρει
τη λύπη
περπατάω
και πίσω μου ξεκολλάει
η άσφαλτος
ενώ μπροστά μου
βρίσκεται
η νύχτα
που με αφήνει
να μιλήσω
και να πω
"Περιμένετε!"
"Πόδια μου περιμένετε"
"Σταματάμε εδώ"


 
έχω έναν άντρα
που δεν στέκεται μπροστά μου
κι έτσι
τις περισσότερες φορές
είναι αδύνατο να τον δω
ενώ το ξέρω πως είναι κάπου γύρω
αφού το ψυγείο
έχει κέτσαπ για μένα
τα τρελά μου ρούχα διπλώθηκαν
το πιάνο παίζει
η αγάπη
που θυμάμαι
έχει ένα τεράστιο
μπλε γυάλινο μάτι κρεμασμένο
στην πλάτη της
εκεί συνήθως πέφτουν τα βλέμματα
των μακρινών δρομέων
που την ακολουθούν
κι ελπίζουν πως μπορούν
να τη συντρίψουν
ενώ δεν έχουν τη δύναμη
ούτε να την πλησιάσουν
και τρέχουν
σαν φίδια
και σαν βρώμικα
ορμητικά νερά
μα η καθαρή αγάπη με το μπλε μάτι
είναι πάντα πρώτη
χωρίς να βιάζεται
ή να νοιάζεται
για το τι ακολουθεί
δεν κοιτάζει πίσω
ούτε μπροστά
η αληθινή αγάπη
με το μπλε μάτι δεν έχει μάτια
έχει μόνο πόδια
που δεν μπορεί να τα φτάσει κανείς

μπορεί κανείς
να μιλά
μα δεν πρέπει να ταυτίζει
το δικαίωμά του αυτό με το δίκαιο

το δίκαιο έρχεται από το κέντρο
της ψυχής μας
κι είναι πάντα κοινό

κανείς βέβαια
δεν πηγαίνει κατά 'κει
γιατί το δίκαιο σπάνια είναι
με το μέρος του

έτσι εμμένει στο δικαίωμά του
να λέει ό,τι νομίζει πως εκφράζει την αλήθεια

κανείς δε θα παραδεχτεί πως είναι
για παράδειγμα ένας ψεύτης

κανείς δεν θα παραδεχτεί
πως κάθεται κάτω από τη μεγάλη
και παχιά σκιά κάποιου

ή πως ό,τι έφτιαξε
είναι μια αποδοχή όλων αυτών που αρνείται
ή πιο συγκεκριμένα
ένας κιμάς

θα προτιμήσουν οι άνθρωποι να ασκήσουν
το δικαίωμά τους να πουν ένα
ακόμη ψέμα στον
πεπεισμένο τους εαυτό

ένα ψέμα
που λέει
πως όλα θα πάνε καλά

και μπορούν
με δύναμη να το πιστέψουν
γιατί
πιστεύουν οι ψεύτες
τα ψέματά τους

μπορούν να πιστέψουν
πως υπάρχει
ζωή
αγάπη
πορεία
και λάμψη
μέσα
στον βούρκο
της αυταπάτης