18.1.17
δούλευε ντιλιβεράς
τότε
στη γερμανία το πρωί
ως το βράδυ
πήγαινε πίτσες
σούπες
και συνήθως
γαρίδες
ο κόσμος
-μου 'λεγε πριν κοιμηθεί-
τρώει πολλές γαρίδες
στις τρεις το πρωί έφευγε
για τις εφημερίδες
πριν ξημερώσει γύρναγε
κι έλεγε
ο κόσμος
διαβάζει ανιώ
εγώ τότε
δούλευα στα ξενοδοχεία
ήμουνα
τσίμαμέντχεν
το κορίτσι των δωματίων
ο κόσμος ταξιδεύει
θυμάμαι
του 'λεγα στην αρχή
ύστερα
ο κόσμος έχει λεφτά
κι ύστερα
ο κόσμος είναι άσχημος
αγάπη μου












18.1.17
13:11
με κοιτάζει
ο χέμινγουεη
καμιά διαφορά
απ'τον μπάρμαν
που με κοιτάζει επίσης

στο κάδρο στέκονται
δυό μπουκάλια κρασί
κι εκέινος που τα 'πιε
και τα πέταξε
πριν
κάποιες δεκαετίες

ποιοι είμαστε
εμείς οι απέναντι
άραγε που καθόμαστε στη σειρά
τύφλα
και κοιτάμε τον τοίχο
και ποιος είναι αυτός
που απ'τον τοίχο
μας κοιτάζει;
αυτός είναι ο μαλάκας ο χέμινγουεη
απαντάει ένας

πρέπει να φύγω
το κλίμα
δε με σηκώνει
κούβα μου κούβα μου κούβα μου κούβα μου κούβα μου κούβα μου κούβα μου κούμπα μου κούμπα μου κούμπα μου κούμπα μου
τι να κάνουν άραγε
εκείνοι
οι ορφανοί ιπποπόταμοι
που ο βασιλιάς
τους μίλαγε γλυκά;
θα 'πρεπε να γνωρίζεις την απάντηση
εσύ
και τ'όνομά σου
τι να σκέφτεσαι άραγε
τώρα εσύ
κούμπα μου
κούμπα μου
μέσα στο γιγάντιο ταξί
που φεύγει;
(τους ιπποπόταμους σκέφτομαι τους ιπποπόταμους, δυστυχείς)
μου αγόρασε
ένα τετράδιο
για να γράφω ποιήματα
δεν ήξερε
ότι θα τα γράψω μια μέρα
μα το μυρίστηκε
ο βρώμικος χάρυ
όπως μυριζόταν κάθε
αναποδιά
το έφερε (το τετράδιο)
στη συνάντησή μας
που επρόκειτο
να είναι η τελευταία
κι έλαβε χώρα
στη λίμνη Οχρίδα
ένα κοράν
φάγαμε
τρία μπουκάλια κρασί
θυμάμαι να εξέρχονται
στην εντοιχισμένη μπανιέρα
της βίλλας
καθώς
ο έρως έληγε
πάραφορα πνιγόταν
μέσα στη λίμνη
που αν έχετε δει
θα καταλάβετε τη θλίψη
θα νιώσετε αγαπητοί μου
την απέραντη αιωνιότητα
που μπορεί και θέλει βέβαια
βαθιά μέσα της να πάρει
όποιον κοντά της σταθεί
διερωτώμενος
Τα αισθήματά μου
για 'σένα
ήταν μεγάλα
σαν μια ντουλάπα
ή ένα
κήτος
Τώρα χάθηκαν
ως ένα
είδος υπό εξαφάνιση
που θα αρνιόταν
τη σπανιότητα βέβαια
αν ήταν αυτό
δυνατό
Αδύνατον! είπαν
Είναι αναμφίβολα κάτι το μοναδικό
κι έπειτα εκείνο
εξηφανίσθη
16.1.17
το μπαρ λεγόταν εποχές
κι ήταν όλες
τις εποχές
κατασκότεινο
ανοιχτό απ'τα μεσάνυχτα
ως το πρώτο πρωινό φως
γεμάτο τρελούς
ήταν όλοι τους τρελοί
εκεί μέσα
κι ήμασταν εμείς
οι καλύτεροι πελάτες
η γωνία ήταν πάντοτε δική μας
κοιτούσαμε τον πεντάμορφο λαντζέρη
ως το τέταρτο ποτό
που μας έβρισκε όλους μαζί
ξαφνικά να χορεύουμε
-ήταν άραγε χορός;-
σαν λυσσασμένοι
ένα μακρύ σάντουιτς τρελών
μια μεγάλη φωτιά στο κέντρο του μπαρ
στις εξής σκοτεινές φιγούρες:
-κόκκαλα και κόκκινα πανιά
-ακροδαχτυλάκια μου
-ανάποδα κεφάλια
-φάτε πιείτε πολύ
-γίνετε άμεσα ένα γεράκι
-κάθετο σύμπαν
-φως φως πλημμυρίζει
-η μαργαρίτα με αγαπάει
-χωρέστε ο ένας μέσα στον άλλον
-τέλος όλα
ήμασταν ένα φοβερό θέαμα
τώρα που το σκέφτομαι
μα τότε
δε μας καιγότανε καρφί
για κανέναν
κι έτσι δεν καταλαβαίναμε
πόσος κόσμος
ερχότανε
και περίμενε υπομονετικά
κάθε βράδυ την παρέα
να μπει
ώσπου μια μέρα
η παρέα δεν ξαναμπήκε
πουθενά
ούτε στις εποχές
κι εκείνες έμαθα
έκλεισαν
λίγο μετά
γιατί όλα κλείνουν
και τελειώνουν
πεθαίνουν σαν όμορφα πουλάκια
στην άσφαλτο 
12.1.17
όταν πεθάνει ένα άγριο
πουλί
δε νιώθω τίποτα
το παγερό του βλέμμα
στέκεται
πάνω μου
κι εγώ
δε νιώθω τίποτα
οδηγώ το αμάξι μου
κάτω στον δρόμο
είναι
γάτες
και σκύλοι
λιωμένοι
εγώ
δε νιώθω
τίποτα
κατεβαίνω στο υπόγειο
όπου
τα παλιά μου πράγματα
χαθήκανε
δε θυμάμαι τίποτα
κι έχω ένα μακρύ χέρι
που δέρνει
τι νιώθω
με ρωτάν
γι' αυτήν την πολλαπλή μου
δύναμη
είναι μια πολλαπλή δύναμη
αυτό νιώθω τους λέω
και αυτοί λεν
πως αυτό δεν είν' συναίσθημα
αυτό είναι μια απλή
αλήθεια
κι εγώ αλήθεια
αλήθεια δεν βρήκα
άλλο
τίποτα να πω
παρά σήκωσα κι άφησα
το χερι μου
από ψηλά να πέσει
τιμωρός
το άγνωστο
δεν είναι ορατό
από κάτω προς τα πάνω
όπως
o κόντρα τενόρος
που συντηρητικοί φιλόδοξοι ακροατές
δε θα διακρίνουν
σκληρά καβούρια τα αυτιά τους
όσο η φωνή εκείνου
συνεχής
ιδιόμορφα μεταστρέφεται
και μοιράζεται
σαν αγάπη
υψώνεται
και πολεμάται βέβαια
από τους ως άνω
τυφλούς
και τους κωφούς καθοδηγητές τους
ή διπολικά εναγκαλίζεται
με αγκάλη σφιχτή εάν και μόνο συνεχίσει
εάν και μόνο μοναχική
η φωνή συνεχίσει
να καλεί
στον δρόμο που ανοίγεται
ανοίγεται πλατιά
σφιχτή γλυκιά φθονερή αγκάλη
ωσάν μία μέγγενη!
από μαύρα χέρια λιγνά
που ποθούν να πιάσουν την άκρη ενός
πουκάμισου
έστω
είναι αυτά
τα ξένα λιγδερά χέρια της
ανοησίας
που τρέμουν στην όψη του μεταφυσικού
η παράταση της ζωής
είναι βέβαιη
και πικρή
για εκείνους που ξεμακραίνουν
με τα μαύρα χέρια τους
άδεια
σίγουρα άδεια
θα είναι ετούτη
η κατάληξη του
ύπνου