11.2.18
ας μέναν όλα
πλάι μου
ο γέρος σκύλος
ο γέρος πατέρας μου
το φαγητό που έψησες πριν μια δεκαετία

στο δεξί μου χέρι θα κράταγα μία εκκλησία
στο αριστερό μου εσύ
κι ο γάμος μας
το στόμα μου θα 'επρεπε να μιλάει
έτσι
τα λουλούδια θα έπεφταν στο πάτωμα

(το πάτωμα θα ήταν παλιό
σαν την αγάπη μας)

ας μέναν όλα όμοια
ας μην πάχαινε η μέση σου
ας πορευόμασταν απαράλλαχτοι
πλάι ο ένας
στον άλλον

έστω πως κατοικούσαν όλοι
όσοι γνώρισα
στο διπλανό διαμέρισμα
θα μας χώριζε ένας τοίχος
και θα μας ένωνε
ο κρύος διάδρομος
η πολυκατοικία κι η ζωή θα ήτανε δικιά μας
31.1.18
έχω κρατήσει λίγα
απ' τα παλιά μου μαλλιά
πώς λάμψαν τα νιάτα
πως λάμψαν τα μακριά μαλλιά μου
μια μέρα
τα 'πιασες και τα 'βαλες στην άκρη καθώς
στην άκρη καθόμασταν
του πλοίου
βυθίστηκε ύστερα
στο μαύρο νερό της θάλασσας
μαλλιά έπλεαν
εμείς 
και τα κουπιά
εγώ σου είπα πως πρέπει να πάμε πίσω κι εσύ
χαιρετούσες το μέλλον
σαν κάποιον γνωστό σου
εκείνο ήρθε
κι ήταν πράγματι γνωστό
γνώριμο
διόλου απρόσμενο και πλήρως καταγεγραμμένο
μέρες
χωρίς εμένα που πλέουν

21.1.18
-η αγάπη ήταν μία
 ένα δέντρο πέρασε μέσα από ένα σπίτι
 ένα παράθυρο κοιτούσε μέσα στην κουζίνα

 εγώ καθάριζα συνήθως πατάτες
 και φοβόμουν

-πάρε με μια φωτογραφία
 να με έχεις
 να με θυμάσαι
 κούκλα μου όμορφη 

 στέκεις ακόμη μες στην καρδιά μου

 τριάντα χρόνια πέρασαν
 τριακόσια
 δέκα σχεδόν

 τσακίστηκε η αλήθεια
 και τα λογάκια σου γίναν νερό
 για τα παιδιά μου

 περνάν τα παιδιά μου
 μέσα από τα πόδια σου
 τα πόδια σου κούκλα μου όμορφη πατήσανε
 το πάτωμα
 κι εγώ έσκαψα 

 τώρα από κάτω
 ακούγεται ένα τραγούδι
 λέει
 για τη χαμένη αγάπη της νιότης
 για το σκουλήκι που μας έφαγε
 για την ατυχία και τη θέληση

-αγάπη μου ακούω το νερό
 το δέντρο
 και το παράθυρο
 αγάπη μου ακούω τα παιδιά σου
 αυτή είναι άλλωστε μια συνομιλία
 με τα έγκατα
 σ'ακούω
 λες για την ατυχία της νιότης μας
 τι να γίναμε μετά και πώς να μοιάζουμε τώρα;
ποιο κόστος είναι κατανοητό
και ανθρώπινο;

-δεν πληρώσαμε τίποτα κούκλα μου όμορφη
 γλυκιά οπτασία
 και λεβέντισσα 
 η αρχοντιά σου δεν είχε ποτέ όρια

-πληρώσαμε με τα χρόνια που περάσαν




αν χάνονται οι ντουλάπες
και τα καράβια
αν πεθαίνουν όλα τα πουλιά μονομιάς
αν σβήνει ξαφνικά η μέρα
πριν τη νύχτα
κι η νύχτα φέγγει αντί να είναι
μαύρη
αν οι χώρες χάνονται
αν τα πουλιά χάνονται
αν οι ήπειροι
κι οι ήλιοι χάνονται
κι αν οι φωνές χάνονται
και οι εκτάσεις
και τα ψωμιά
και οι μεγάλες λίμνες
χάνονται
τότε
η αγάπη μας 
χάθηκε μαζί τους
πέρασα τη θάλασσα
πέρασα το σπίτι μας
-πού ήσουν;-
όσο το τραγουδάκι μας έπαιζε
η βαριά πόρτα ήτανε κλειστή
οι γάτες νιαούριζαν και φύσαγε
-πού ήσουν;-
πέρασα τη θάλασσα
πέρασα ώρες βλέποντας τη θάλασσα
το τραγουδάκι μας
έπαιζε
μπορεί να πέρασες
κι εγώ
να μη σε θυμάμαι
μπορεί να έφυγες για κάπου καλύτερα
έμεινα τρία βράδια
στο ξενοδοχείο πλάι στη λεωφόρο
περπάτησα και θυμήθηκα
περπατούσα ώρες νόμιζοντας πως δε θυμάμαι τίποτα
-πού ήσουν;-
η θάλασσα ήταν παντού
και φύσαγε


18.1.18

η θάλασσα πετάει
και τα πουλιά πήγαν κάπου
το βράδυ
η πόρτα έπεσε κι εγώ
δεν μπορούσα να ξυπνήσω
έβλεπα πως είχα στο πρόσωπό μου χιόνι
είχα το πρόσωπό μου στο χιόνι
κι η μαμά φώναζε
το χιόνι είναι άσπρο
το χιόνι είναι άσπρο!
ο αέρας φύσαγε το σπίτι
οι φακές χύθηκαν
και οι κουρτίνες γίνανε κόμποι
το πρόσωπό σου είναι άσπρο! έλεγε η μαμά
στον ύπνο μου και ξύπνησα
ήμουνα νησί
το βούτυρο δεν είναι στο ψυγείο
η κούνια κοκάλωσε
η κουβέρτα είναι παγωμένη
μαμά
μη γυρίσεις ποτέ

το παιδάκι σου.
17.1.18
παππού και γιαγιά,

ήρθα μα δεν κατάφερα να σας δω.
είχα δουλειές.
τρεις μέρες είχα τόσες δουλειές
που δεν έφαγα και δεν ήπια




λυπάμαι που δε σας τηλεφώνησα.
είχα κάποιες δουλειές.

το νησί είχε σβήσει
κανείς δεν περίμενε κανέναν στις αφίξεις
κατέβηκαν και πήγαν όλοι στις δουλειές τους
εγώ πήγα στο μουσείο
όπου κανείς δεν περίμενε κανέναν
ύστερα πήγα στο παλιό μου σπίτι
είχε σβήσει

κανείς δεν ήθελε να πετάξει
οι περισσότεροι λύναν
σταυρόλεξο
κάποιοι
τρώγαν τυρόπιτα

εγω
έτρωγα τυρόπιτα
και σκεφτόμουν
την επιστροφή στον εγκληματικό τόπο
δεν ήθελα να πετάξω

ύστερα πάτησα κάτω
δε συνέβη τίποτε
το ταξί έτρεχε
το ταξίμετρο έτρεχε
η καρδιά μου