26.2.17
προήλθα
από την περιπέτεια
τζάμια σπάγαν
σαν γεννιόμουν
τυφλοί ξανάβρισκαν
το φως τους
κι οι υπόλοιποι
κοιμόντουσαν γλυκά
παράλληλα καθώς τα χρόνια
περνούσαν
περιπολικά σταμάταγαν
σε πλαγιές
και τα μαλλιά των ανθρώπων
μάκραιναν αγρίως
άρχισα να διαβάζω σταδιακά
άντρες με χάρλευ
με ακολουθούσαν
σε αυτήν τη διαδρομή
πάπιες πετούσαν ψηλά
γυναίκες γεννούσαν αυγά
έφηβη είδα
καλλιέργειες
ολόσκληρων ποτών
και ντουλάπες να χάνουν
τη χρήση τους
τωρα λίγο πριν
τα τριάντα
η ανασκόπηση είναι μάταιη
μπρος στο ολοκαύτωμα
των ζωών
γίναν όλα χίλια
κομμάτια
οι σκύλοι δεν περπατάν
και το ανέβασμα
σημαίνει υποχώρηση
ποιος ξέρει τι ακολουθεί
ίσως ένας
φοβερός υπόγειος Θεός
ίσως πάλι
κάτι υπέροχο
σαν μια καλή κι ωραία
αρχειοθήκη
που ανοίγει
20.2.17
δε με συναντάς
παρά μόνο
στο χωλ
ενός μικρού διαμερίσματος
στο μεσημεριανό φαγητό
στο ποτήρι
που θα μοιραστούμε
λόγω ανάγκης
σε κάποεις ιδέες
κοινές όσο και
άβολες
στο μπάνιο κάθε
μάυρο πρωί
στην κουζίνα
κάθε κατάμαυρο βράδυ
στο κρεβάτι
του ύπνου
των δικαίων
και στη
διαδρομή
του τραμ
που μας πηγαίνει
στις δουλειές μας
δε θα έρθεις
όπως υποσχέθηκες
στην επόμενη
βαριά δεκαετία
τα παιδιά μαύρισαν
η σκόνη πετάχτηκε
από τους ώμους
εσύ μεγάλωσες
κι έγινες άσχημος
και πικρόχολος
πού να θυμάσαι
την υπόσχεση ενός
ανόητου
ανόητου
γράμματος
 
18.2.17
αυτός είναι ο ήχος
του κακού
και του βρώμικου κρύου
αυτός είναι ο ήχος
της πληρωμής
ο ήχος του πολύ νερού
που τρέχει
ο ήχος του λάθος τονισμού
όπως ανιά ανιά παμέ παμέ
αυτός είναι ο ήχος της φωνής
του σπιτιού
που σε καλεί
του πρώτου άνδρα στον
κόσμο
του πρώτου που στάθηκε
εμπρός μας
και βυθίστηκε
ο ήχος της βύθισης
ο ήχος του γέρου και της φωτιάς
αυτός είναι ο ήχος
που ρέει
που δε σταματά
όσοι κι αν πεθαίνουν
αυτός είναι ο ήχος
της στιγμής
ο ήχος του εγκλωβισμένου
πυρήνα
και της αληθινής αστραπής
όχι όχι της βροντής που έπεται
είναι ο αληθινός ήχος
του άθλιου κλάματος
μωρών και μανάδων
και όλων
είνα ο ήχος του πρωινού
στη βεράντα μόνος
κι ο ήχος που κάνει
το κλείδωμα
ο ήχος της χωρίστρας
ο ήχος της βάτας
ο ήχος του πεθαμένου
αυτό που ακούμε
είναι ο ήχος
της προκοπής
και του περάσματος
ενός
η απελπισία
δεν είναι μαύρη
όπως πολλοί
θα πίστευαν
η απελπισία
είναι κάτασπρη
σαν ένα πολύ μεγάλο
φως
με ένα ακόμα μεγαλύτερο φως
που το φωτίζει
είναι λευκή σαν
τα χιόνια των Άλπεων
θα έλεγα
και σαν το πάλλευκο πουλί
που κάθεται σε κάποιον ώμο
κάποιων αγγέλων
κάποιων ουρανών
που φωτίζονται
με το φως που προανέφερα
η απελπισία
εκτός χρώματος
είναι απαλή
και γλυκιά
σε κατακτά αιφνιδίως
δε στέκεται αλλά
τρέχει εντός σου
διά του αέρα
αν ανασαίνεις αργά αυτή
πηγαίνει ανέμελα
κι αν σε βρει λαχανιασμένο
βίαια με τη σειρά της
θα χυθεί
και ύστερα από λίγο
δεν είσαι παρά εσύ
η ίδια
η απελπισία
δεν είσαι παρά ο ώμος
και το πουλί και το φως
των Άλπεων
και νιώθεις όλη τους την
ομορφιά
γιατί η απελπισία είναι
όμορφη
και λογική
και αν μπει
μέσα σου θα καταλάβεις
πως εκτός αυτής
ό,τι έχουν τα μάτια σου δει
είναι τελείως τρελά
ο μπαμπάς σου και τα καράβια
οι μύτες
οι ογδόντα όροφοι
οι βάρδιες, τα πόδια σου
όλα όλα
είναι παράλογα
εκτός από εκείνη
την έντιμη
απελπισία
που σε πιάνει
14.2.17
είναι πανομοιότυποι
αυτό έχω να πω κύριε πρόεδρε
όλοι οι υπάνθρωποι
οι ανεπαρκείς
μοιάζουν
σαν δυο σταγόνες νερό
τις ξεχωρίζεις;
δεν τις ξεχωρίζεις.
οι γλώσσες τους πάνε
κι έρχονται
τα στόματά τους είναι στεγνά
από την αγωνία
και την προσδοκία
του κακού ή του καλού
-ό,τι τους πετάξεις-
ζουν με τα ξεροκόμματα
τα αποφάγια σου οι κόρακες
και δεν ξέρουν
ούτε πώς να τα φαν
ούτε πώς να τα σηκώσουν
από το πάτωμα κύριε πρόεδρε
και συνεχίζουν να αποζητάν
την απογοήτευση
τη δίνη και τη στρόφιγγα
που δεν ανοίγει για αυτούς
δε γυρίζει η στρόφιγγά τους!
κι έτσι ως χαμαιλέων
τη μία μέρα ο μισακός επιθυμεί
διακαώς τη σύγκλιση
και την επομένη
ευθύς μαυρίζει και γίνεται
ίδιος με την ψυχή του
αντικρύζοντας την κατωτερότητα
και την τεμπελιά του βεβαίως
αποχωρεί η σαύρα
πισωπατεί το μαύρο τέρας
μπροστά στη δύναμη
μπρος στο αιώνιο κάλλος
της αυτόφωτης ψυχής
και πηγαίνει στο σκοτάδι
κύριε πρόεδρε
ξέρετε το σκοτάδι;
είναι η πίσσα
είναι η νύχτα
είναι η βορά
ο πυθμένας και το υπόγειο κάστρο
εκεί κλείνεται ο διπολικός νευρώνας
εκεί συζητιέται το λάθος
και επαναλαμβάνεται
γιατί πρέπει
ο υπάνθρωπος κάτι
να τρώει κι αυτός
ναι κύριε πρόεδρε
συγχωρέστε με που ξέφυγα
θα επιστρέψω αμέσως
στο χρονικό
μα βασιστείτε σε αυτή μου
τη φλυαρία παρακαλώ
στα χέρια σας
κρατάτε
ένα εξαιρετικό παράδειγμα
τέτοιων υποκειμένων
μα θέλει κάποιο
κόπο
από μέρους σας
ώστε να τον αναγνωρίσετε
αφού έχει μάθει
να πείθει και να κρύβεται
στο πέρασμα του καιρού
εγώ θα αποχωρήσω έπειτα
αν μου επιτρέπετε
είμαι άλλωστε βέβαιος για την έκβαση
ο σίμουρ
είχε ένα τρελό
ξανθό μουστάκι
που κάλυπτε
όλο του το σώμα
κι όταν αποφάσισα
να ζήσω
μαζί του
εκείνο μεγάλωσε
επικίνδυνα και
κάλυψε και το δικό μου
αν ο τριαντάφυλλος
δε μίλαγε τόσο
μα τόσο
αργά
θα έμπαινε άραγε
τόσο
μα τόσο βαθιά
στις ψυχές των ανθρώπων;
13.2.17
έχει ανέβει ψηλά
η σύγχυση
κι εγώ
έβαλα πλυντήριο
να μη γίνω
ο εύκολος
στόχος
το ραδιόφωνο έπαιζε
κάτι
κι η συνομιλία
αφορούσε έναν δούκα
δευτεράντζα
σε ακριβή μετάφραση: αντιδημοτικός
ένα μακρύ μόρτο αλέγκρο 
τον διαδέχτηκε
καθώς άπλωνα
ο θυμός είχε
άρωμα
φρεσκάδας
10.2.17
κατευθύνθηκε προς το κέντρο
του είχε πει
πως απ' το σπίτι λείπει
ζάχαρη
κι εκείνος
πήρε το αμάξι
και πήγε
τώρα που μιλάμε
στέκεται σ' ένα φανάρι
και δεν ξέρουμε
τι σκέφτεται