30.10.18
η ψυχή του το ξέρει
καθώς η σύζυγος περπατάει
στη Via Lambro
και σιγοτραγουδάει

Ήταν η μέρα κρύα σαν παγάκι
κι εσύ πιοτό,
κι εγώ που σ’ έπινα να ζεσταθώ,
σ’ έπινα να ζεσταθώ,
ήταν η νύχτα λίγη σαν δραχμούλα,
σαν μια δραχμή,

κι εσύ που μου `δινες καυτό φιλί,
μου `δινες καυτό φιλί.


η ψυχή του το ξέρει
καθώς όλοι κοιτάζουν πάνω
τα μεγάλα κτίρια
που γράφουν

Είθε να εκδιώξετε κάθε φαυλότητα μακριά

η ψυχή του το ξέρει
καθώς το τηλέφωνο καλεί
από ένα ελληνικό χωριό
κι ο Γιωβάν ρωτά
απ' την άλλη άκρη του βάλτου

Θες να φιλήσω σταυρό;

η ψυχή του το ξέρει
πόσο πονά
καθώς διασχίζει την πόλη
και μου γράφει

Μιλάνο. Καλημέρα. Περνάμε τέλεια.
15.10.18
Μια νέα ζωή
Θα σφετεριζόταν τη δική μου
Ο χρόνος θα ήταν ένας κρύος χειμώνας

Μια νέα ζωή
Δε θα φαινόταν νέα στα μάτια
Των παλιών

Μια νέα ζωή είναι
Ένα μικρό μωρό
Ένα μωρό που τώρα
Και πάντοτε
Κλαίει
Ένα μωράκι μέσα σε χέρια

Μια νέα ζωή
Θα κατέστρεφε δυνατά
Τη δική μου

Κάποιος θα μου ´παιρνε τη θέση
Στο μπαρ
Λέγοντας
Τελείωσε τώρα

14.8.18
Έξι χρόνια πέρασαν
καθόσουν -σαν κι απόψε μάλλον-
στην πλατεία
του χωριού
κόσμος μαζεμένος γύρω σου
κάτι θα έλεγες για την ωραία εκείνη βραδιά
που ξέγνοιαστα έμοιαζα να κρατάω
το χέρι κάποιου άλλου
Όταν σε είδα κόπηκε η καρδιά μου
κι εσύ έγινες ένα παγωμένο μάρμαρο
γιατί κανείς δεν περίμενε κανέναν
κι έπειτα γιατί όλοι περιμέναμε πολύ
Έντεκα χρόνια πέρασαν κι από τότε
που μαζί πρώτο γιορτάσαμε τον ερχομό σου
κι ύστερα τον δικό μου
στη ζωή
Καθόμασταν στην πλατεία
του χωριού
κόσμος μαζεμένος γύρω μας
πάντα κάτι έλεγες
κι όμορφα το χέρι μου κράταγες μέσα
στο δικό σου χέρι
Θαύμαζαν οι άνθρωποι κάτι θαυμάσιο
σαν να ´μασταν ο Σείριος
ο θεός Σοπντέτ του Μεγάλου Κυνός
Φως μεγαλύτερο του ήλιου
ποιος να ´ξερε τότε τι μας περιμένει



* Ο Σείριος είναι το λαμπρότερο αστέρι στον νυχτερινό ουρανό. Το όνομά του σημαίνει "φωτεινός". Αν και με γυμνό μάτι διακρίνεται ένα αστέρι, στην πραγματικότητα είναι διπλό άστρο. Πλησιάζει σταδιακά το Ηλιακό Σύστημα, κι έτσι η λαμπρότητά του θα αυξάνει για τα επόμενα 60.000 χρόνια. Μέτά, η απόστασή του θα αρχίσει να μεγαλώνει αλλά ο Σείριος θα συνεχίσει να είναι το λαμπρότερο αστέρι στον γήινο ουρανό για τα επόμενα 210.000 χρόνια.
(Πρόκειται περιληπτικά
για Δύο
που είναι Ένα
κι αυτό λάμπει
για πάντα
περισσότερο από οτιδήποτε άλλο
κι όταν έρχεται κι όταν
φεύγει)

1.7.18
Δεν κράτησα ποτέ στα χέρια μου
Κάτι ακριβό
Τα χρήματα
Έφταναν πάντα
Για το φαγητό
Το νοίκι
Και τα ποτά μου
Η πρώτη μου κάμερα ήταν αποτέλεσμα
Ενός ενέχυρου
Τέσσερα έτη αποπληρωμής
Με τυραννήσαν
Κάθε φωτογραφία μου χρωστούσε στην τράπεζα
Η δέυτερη κάμερα
Επρόκειτο για ένα απονενοημένο δώρο
Ένα αποκύημα αγάπης που σήμερα
Κοιμάται το λιγότερο
Για την ακρίβεια έχει ολοκληρωτικά νεκρώσει
Τα κουμπιά δεν πατιούνται
Η κάμερα είναι ένα άδειο κουτί
Έτσι
Δεν κράτησα στα χέρια μου ποτέ κάτι πραγματικά
Ακριβό
Η μητέρα μου δεν είχε χρήματα
Ο πατέρας μου δεν είχε
Η γιαγιά
Ο παππούς

Βαθιά μού ανήκουν όλα


28.6.18
Αν δεν είμαι έτοιμη να της απαντήσω
είναι γιατί
ο καιρός πέρασε
κι ήταν αλύγιστος
Η φωνή μου θα έχει αλλάξει
κι ίσως από την άλλη άκρη
εκείνη
θα ακούγεται να λέει

-Δώστε μου παρακαλώ την Άνια
την ψάχνω
μην παίζετε με την υπομονή μου

Κι η Άνια θα είμαι εγώ
μα δε θα έχω αποδείξεις
πως εγώ είμαι πάντα εγώ
πως εγώ
σ' εκείνο το νησί
άφησα ένα κομμάτι
γης
και σάρκας
και αοράτων
τόσο μεγάλο που τώρα
ένα υπερθαλάσσιο τηλεφώνημα
λιώνει τις γραμμές εντός μου

27.6.18
Σήμερα θάψαμε το ψάρι μας στον κήπο
Ο πατέρας μου λυπόταν
μα έκανε σαν να πρόκειται για κάτι το τυπικό
Το ψάρι ήταν χρυσό και μεγάλο
Η τρύπα ήταν μικρή και μαύρη
Η αντίθεση
προκάλεσε σε μένα και στον πατέρα μου
την επιθυμία για κάτι το απροσδιόριστο
Είπε
θα πάρω ένα καινούριο
Είπα
δεν είναι αυτό το θέμα
Ύστερα σκέφτηκα
πως καλό θα είναι να πάρει ένα καινούριο
Φύγαμε
Εκείνος κατευθύνθηκε νότια
Εγώ  κατευθύνθηκα προς τα πίσω
Οι γάτες σκάβαν
23.6.18
Όταν θυμάμαι εκείνους που μου κρατήσαν συντροφιά
δεν μπορώ να παραλείψω τον Κώστα
Βραχνό εραστή εκ της Καλαμάτας
Μέγας συγγραφέας της κολάσεως και της όρθιας σύντηξης
ο Βραχνός Εραστής μου
και του Πανοράματος
Ακαριαίο φιλί μπροστά στη βιβλιοθήκη
του Μιχάλη
που συζητήθηκε σε αμφίδρομες επιστολές μας των τριών
Σιγανά Σιγανά κοιμηθήκαμε το βράδυ ο ένας
πλάι στον άλλον
κι ο τοίχος μάς έκλεινε σαν φίλους κι εραστές
και ποιητές
20.6.18
να δουλεύεις σε μπαρ σημαίνει
να μισείς τους ανθρώπους
χωρίς καμία αμφιβολία
να νομίζεις ότι χαμογελάς
αλλά το πρόσωπό σου να είναι
μια πέτρα
κι η καρδιά σου να είναι πέτρα
και τα πόδια σου να 'ναι από πέτρα
μα κυρίως η καρδιά σου

να δουλεύεις σε μπαρ σημαίνει
να πηγαίνεις και σε άλλα μπαρ
σημαίνει να πίνεις ό,τι πίνεται
γιατί μπορείς
κι είσαι ο καλύτερος πότης

να δουλεύεις σε μπαρ σημαίνει
να ξέρεις πολλά για τους άλλους
που οι ίδιοι δεν ξέρουν
να μην είσαι αγενής κι αχάριστος
ενώ είναι το καλύτερο
που θα μπορούσες να κάνεις

να δουλεύεις σε μπαρ σημαίνει
να ξέρεις πως η μοναξιά σου
είναι χρυσή
και λάμπει μακριά
καθώς την αναμένεις και μιλάς
σε αγνώστους
σημαίνει να ξέρεις πως κάθε νόημα
δε βρίσκεται στους ανθρώπους
μα στη βροχή που τους διώχνει
στον αέρα που φυάσει και τους παγώνει
στα πουλιά που βλέπεις από το παράθυρο
31.5.18
Αρχίζει να με καταβάλει
Το ποτό
Που ζεστά μπήκε μέσα μου
Ο Στράτος
Με ρωτά αν θέλω κι άλλο
Θέλω του λέω
Ένα σπίτι
Μακριά
Οι άνθρωποι να λείπουν συνεχώς
Ώστε
Να ξεχάσω
Να μιλάω
Ο Στράτος χωρίς να μιλά
Μου βάζει
Ένα ακόμη
17.5.18
Η αλαζονεία μου κρίθηκε ένοχη
από τους μη έχοντες εργασία
Εκείνοι απλώς κοίταξαν
την επίβανθό μου γνώση
κι είπαν 
Σίγουρα πρόκειται για κάποια μεγάλη αυταπάτη 
τόυτη η οίηση
που πλήττει την πίστη μας
σε ό,τι γνωρίζαμε ως τώρα
Εγώ κοίταξα κι είπα
Είμαι η Αλαζόνα
Έρχομαι από τα βόρεια της Ολβίας
Έχω τατουάζ στο χέρι 
στο στήθος
και στη μονάκριβή μου πλάτη
Δεν επιθυμώ
σχέσεις με κανέναν
Νικητής στέκομαι
πλάι σε ένα άλογο
γιατί βαθιά γνωρίζω την αλήθεια


(Εκείνοι δεν μπορούν να δουν
Η Αλαζόνα φωτεινά πορεύεται στη νύχτα)