1.7.18
Δεν κράτησα ποτέ στα χέρια μου
Κάτι ακριβό
Τα χρήματα
Έφταναν πάντα
Για το φαγητό
Το νοίκι
Και τα ποτά μου
Η πρώτη μου κάμερα ήταν αποτέλεσμα
Ενός ενέχυρου
Τέσσερα έτη αποπληρωμής
Με τυραννήσαν
Κάθε φωτογραφία μου χρωστούσε στην τράπεζα
Η δέυτερη κάμερα
Επρόκειτο για ένα απονενοημένο δώρο
Ένα αποκύημα αγάπης που σήμερα
Κοιμάται το λιγότερο
Για την ακρίβεια έχει ολοκληρωτικά νεκρώσει
Τα κουμπιά δεν πατιούνται
Η κάμερα είναι ένα άδειο κουτί
Έτσι
Δεν κράτησα στα χέρια μου ποτέ κάτι πραγματικά
Ακριβό
Η μητέρα μου δεν είχε χρήματα
Ο πατέρας μου δεν είχε
Η γιαγιά
Ο παππούς

Βαθιά μού ανήκουν όλα


28.6.18
Αν δεν είμαι έτοιμη να της απαντήσω
είναι γιατί
ο καιρός πέρασε
κι ήταν αλύγιστος
Η φωνή μου θα έχει αλλάξει
κι ίσως από την άλλη άκρη
εκείνη
θα ακούγεται να λέει

-Δώστε μου παρακαλώ την Άνια
την ψάχνω
μην παίζετε με την υπομονή μου

Κι η Άνια θα είμαι εγώ
μα δε θα έχω αποδείξεις
πως εγώ είμαι πάντα εγώ
πως εγώ
σ' εκείνο το νησί
άφησα ένα κομμάτι
γης
και σάρκας
και αοράτων
τόσο μεγάλο που τώρα
ένα υπερθαλάσσιο τηλεφώνημα
λιώνει τις γραμμές εντός μου

27.6.18
Σήμερα θάψαμε το ψάρι μας στον κήπο
Ο πατέρας μου λυπόταν
μα έκανε σαν να πρόκειται για κάτι το τυπικό
Το ψάρι ήταν χρυσό και μεγάλο
Η τρύπα ήταν μικρή και μαύρη
Η αντίθεση
προκάλεσε σε μένα και στον πατέρα μου
την επιθυμία για κάτι το απροσδιόριστο
Είπε
θα πάρω ένα καινούριο
Είπα
δεν είναι αυτό το θέμα
Ύστερα σκέφτηκα
πως καλό θα είναι να πάρει ένα καινούριο
Φύγαμε
Εκείνος κατευθύνθηκε νότια
Εγώ  κατευθύνθηκα προς τα πίσω
Οι γάτες σκάβαν
23.6.18
Όταν θυμάμαι εκείνους που μου κρατήσαν συντροφιά
δεν μπορώ να παραλείψω τον Κώστα
Βραχνό εραστή εκ της Καλαμάτας
Μέγας συγγραφέας της κολάσεως και της όρθιας σύντηξης
ο Βραχνός Εραστής μου
και του Πανοράματος
Ακαριαίο φιλί μπροστά στη βιβλιοθήκη
του Μιχάλη
που συζητήθηκε σε αμφίδρομες επιστολές μας των τριών
Σιγανά Σιγανά κοιμηθήκαμε το βράδυ ο ένας
πλάι στον άλλον
κι ο τοίχος μάς έκλεινε σαν φίλους κι εραστές
και ποιητές
20.6.18
να δουλεύεις σε μπαρ σημαίνει
να μισείς τους ανθρώπους
χωρίς καμία αμφιβολία
να νομίζεις ότι χαμογελάς
αλλά το πρόσωπό σου να είναι
μια πέτρα
κι η καρδιά σου να είναι πέτρα
και τα πόδια σου να 'ναι από πέτρα
μα κυρίως η καρδιά σου

να δουλεύεις σε μπαρ σημαίνει
να πηγαίνεις και σε άλλα μπαρ
σημαίνει να πίνεις ό,τι πίνεται
γιατί μπορείς
κι είσαι ο καλύτερος πότης

να δουλεύεις σε μπαρ σημαίνει
να ξέρεις πολλά για τους άλλους
που οι ίδιοι δεν ξέρουν
να μην είσαι αγενής κι αχάριστος
ενώ είναι το καλύτερο
που θα μπορούσες να κάνεις

να δουλεύεις σε μπαρ σημαίνει
να ξέρεις πως η μοναξιά σου
είναι χρυσή
και λάμπει μακριά
καθώς την αναμένεις και μιλάς
σε αγνώστους
σημαίνει να ξέρεις πως κάθε νόημα
δε βρίσκεται στους ανθρώπους
μα στη βροχή που τους διώχνει
στον αέρα που φυάσει και τους παγώνει
στα πουλιά που βλέπεις από το παράθυρο
31.5.18
Αρχίζει να με καταβάλει
Το ποτό
Που ζεστά μπήκε μέσα μου
Ο Στράτος
Με ρωτά αν θέλω κι άλλο
Θέλω του λέω
Ένα σπίτι
Μακριά
Οι άνθρωποι να λείπουν συνεχώς
Ώστε
Να ξεχάσω
Να μιλάω
Ο Στράτος χωρίς να μιλά
Μου βάζει
Ένα ακόμη
Αργά αργά
Η φτωχή του καρδιά
Μεγάλωσε
Χώρεσε έτσι αμέτρητα αντικείμενα
Δεκαπέντε μικρά δέντρα που μεγαλώνουν
Τη Μυρτώ που έφτασε αργοπορημένη
Μα χώρεσε
Τον Στάικο που βρήκε πρώτος θέση
Κι εμένα
Που βολεύτηκα
Μα έπιασα όλο τον τόπο
Έμεινε λίγος μόνο
Για τον αέρα που μέσα του
τώρα φυσάει
Φυσάει γρήγορα και δυνατά ο άερας
Κουνιόμαστε όλοι
Δροσερή είναι η καρδιά του πατέρα μου
18.5.18
Η πόλη με τα λιωμένα περιστέρια
που πριν έτρωγαν κι έσπαγαν τα φυτά μου
Με τους αβάσταχτους νέους
Τον περσινό έρωτα
Τις σερβιτόρες που κλαιν
Τα ισόγεια διαμερίσματα
Τα υπόγεια διαμερίσματα
και τα κεφάλια των παραθύρων
Τους πλατύποδες σκύλους
Η πόλη με τον μοναδικό φίλο εαυτό 
και φίλη την αφιέρωση πίσω από μια κορνίζα
Με αίμα στην άκρη της μύτης
Με το παγωμένο νερό 
και τα παγωμένα δόντια του χειμώνα
Με το καλοκαίρι των ασυνείδητων 
που αποχωρούν
Η πόλη μου με τα λιωμένα παπούτσια πλάι 
στα λιωμένα περιστέρια που έφαγαν 
κι έριξαν τα φυτά μου
Με το μπαλκόνι μου που γέρνει στον ακάλυπτο
Με τα περιστέρια που γεννήθηκαν μέσα από δυο μικρά αυγά
Η πόλη με τα αμάξια 
Η πόλη με τα λόγια μου για εκείνη
Με τα σκαλιά που οδηγούν στα διαμερίσματα τα βράδια
Με τα περιστέρια που κοιμούνται μέσα στην αγκαλιά τους
Με τις βρεγμένες αποδείξεις
τα βρεγμένα σουβέρ 
στα μπαρ που μέσα τους βρέχει
Με τη ρώσικη βότκα στο αίμα των δημοτών
Με τα αυτιά των γειτόνων που μεγαλώνουν
Με τον νεκρό ύποπτο 
Και τον ένοχο να χάνειται ρομαντικά στο ηλιοβασίλεμα
Η πόλη με την τσιλιαδόρο γυναίκα
Με τα λαστιχάκια στα χέρια 
Με τη μυρωδιά των αφύσικων ψαριών 
Η πόλη μου 
με τα έργα τέχνης που διαμαρτύρονται
Με τις βαριές κοιλιές
Τους ναούς
Τις αναμονές
Η πόλη
με το σκυλί που γαυγίζει 
σε όλους
και τους διώχνει



17.5.18
Η αλαζονεία μου κρίθηκε ένοχη
από τους μη έχοντες εργασία
Εκείνοι απλώς κοίταξαν
την επίβανθό μου γνώση
κι είπαν 
Σίγουρα πρόκειται για κάποια μεγάλη αυταπάτη 
τόυτη η οίηση
που πλήττει την πίστη μας
σε ό,τι γνωρίζαμε ως τώρα
Εγώ κοίταξα κι είπα
Είμαι η Αλαζόνα
Έρχομαι από τα βόρεια της Ολβίας
Έχω τατουάζ στο χέρι 
στο στήθος
και στη μονάκριβή μου πλάτη
Δεν επιθυμώ
σχέσεις με κανέναν
Νικητής στέκομαι
πλάι σε ένα άλογο
γιατί βαθιά γνωρίζω την αλήθεια


(Εκείνοι δεν μπορούν να δουν
Η Αλαζόνα φωτεινά πορεύεται στη νύχτα)

Γιομτώβ
ένα γυφτάκι παίζει βιολί
Τα πόδια μου ήταν πάντα μαύρα
Ο μπαμπάς μου φώναζε
είσαι ένα γυφτάκι
Γιομτώβ
Δεν μπορώ να μπω σε ένα ταξί 
όταν κουράζομαι
Ένας ταξιτζης κρεμασε μόλις
το κεφάλι του 
Τον βλέπω καθώς τα χρήματα λείπουν και κινουν
τα ποδια μου
Γιομτώβ
Είσαι ο Θεος
ή μια απλή εταιρία χρωμάτων;
Η απάντηση ερχεται
απ´τον γαλάζιο ουρανό