9.12.16
το ποτό μου
καίει

τα φρουτάκια γυρνάν
κανείς δεν κέρδισε
όσο κάθομαι εδώ
ώρες;
πάντα;
το ποτό μου
καίει

μπορώ να δω από μέσα του
αφού πάντα μοιάζει
με νερό -σαν νεράκι το πίνω-
κάψου γυναίκα!
με την μπάλα
ή τη διαφάνεια
με το άπιαστο μήλο
μπροστά κυρίες-μάρτυρες χτυπιούνται με κλαδιά
αφράτες μύγες
πεθαίνουνε
το ποτό μου καίει

πέφτω μέσα του
κι είναι
διαμερίσματα
αμάνικες φανέλες
ο φρέντυ μέρκιουρι ο γνωστός ταυρομάχος 
και κάτι
που ξέχασα να κάνω
ο μπαμπάς-νοσταλγός φυσικά
ο αδερφός-νεκροθάφτης
μια ανόητη
και το ποτό μου που
καίει 

και τρέχει
και πιάνει δουλειά
και αγωνίζεται
το ποτό μου
θυμάται τα νιάτα
θυμάται τον γλυκό ύπνο
το γλυκό νερό μου
παίζει στοιχήματα, κερδίζει
δεν πάει στη διανομή κερδών
ζωγραφίζει κτίρια
φωτογραφίζει κτίρια
θέλει να πιει
το ποτό μου
και με καίει
με καίει
8.12.16
γράφω ποιήματα
όσο το σπανακόρυζο
βράζει
παν κάπως έτσι
τα ποιήματά μου:
"καθόμουν και κοίταγα
κάτι έγινε
κάπου
εγώ συνέχισα"
έτσι και τώρα
το σπανακόρυζο έγινε
κι εγώ
έγραψα ένα ποίημα
αυτός
ο άντρας
είναι ό,τι καλύτερο
μου έχει συμβεί
του το τραγουδάω συχνά
το εννοώ εννιά
στις δέκα
η μία γιατί μπορεί να θύμωσα
με μένα
ή να ήπιε πολύ
ενώ εγώ δεν πρόλαβα
του 'χω πει
τα χειρότερα
δε θυμάται κάποιαν άλλη
δε νομίζει να 'μαι κάποια άλλη
όπως εγώ
καπνίζει ήρεμος το τσιγάρο του
έξω
στο κρύο
όσο εγώ
βράζω στη ζέστη καίγομαι
μέσα χριστέ μου
αυτός
είναι το πρότυπό μου
θέλω να γίνω σαν την αγάπη μου
όταν μεγαλώσω
βγαίνει γυμνός στο κρύο
δε φοβάται
το πρησμένο μάτι του
την άστατη
διάθεσή του
τη συνεχή αγάπη του
στο πρόσωπό μου
δε με φοβάται
η αγάπη μου
πολύ
ακούει μαζωνάκη
με την ίδια χαρά που αμέσως ύστερα
θα βάλει
μάνο χατζηδάκι μου
πίνει πίνει
η αγάπη μου
κοιτάει βαθιά
-κοιτάω αλλού-
τρίβει τα πόδια μου μετά
τη δουλειά
κι αυτό είναι μια ασήμαντη
πράξη
άλλωστε
αφού η δύναμή του να'ναι
πλάι μου
είναι αντάξια θαυμασμού
μπράβο
στην αγάπη μου
που τώρα κοιμάται
που τώρα
και τώρα
και τώρα
μ'αγαπά
7.12.16
διάβαζα τον ρίλκε
έγραφε για τη ζωή
και όλους τους καλούς
δυσεύρετους τρόπους
να τη ζεις
στην ουσία μας μίλαγε για τον θάνατο
εκείνη την ίδια ώρα
που ο ήλιος έλαμπε
πάνω στο άσπρο βιβλίο
στο άσπρο πρόσωπο
στη μάυρη
μαύρη χώρα
δυό άντρες κουβαλούσαν
ένα φέρετρο αργά
αργά
στην απέραντη καταπράσινη αυλή
στην άλλη άκρη της
κάποιος
πετούσε τα σκουπίδια
η γιαγιά μου έλεγε
πάτα ελαφριά!
μην αφήνεις ίχνη!
τότε νόμιζα πως μάλλον δεν έπρεπε
να κάνω θόρυβο
μιας κι η από κάτω
συχνά ρώταγε τη μάνα μου
άλογα έχετε στο σπίτι σας;
ήξερα ότι εννοούσε εμένα
αυτή η τρελή
έτσι προσπάθησα
σ'όλη μου τη ζωή
να περπατάω ελαφριά
όπως είπε η γιαγιά μου
κομψά κιόλας
έκανα και ειδικές ασκήσεις
γιόγκα
για τα πόδια μου
αφού μια άλλη κυρία που έμενε
από κάτω μου
προσφάτως
ήτανε γιόγκι και μου πρότεινε δωρεάν
ιδιαίτερα μαθήματα ανάλαφρου πατήματος
μάταια βέβαια όπως απεδείχθη
αφού απόφάσισε
πως θα μετακομίσει
η γιαγιά πρόλαβε βεβαίως
να μου εξηγήσει
την αλληγορία της παλιάς της
συμβουλής
δεν την πείραξε ποτέ
ανέφερε
το πώς περπάταγα στ'αλήθεια
-πώς χάρηκα!-
μόνο που
άλλοι θα πατήσουν όπου πάτησες
μου είπε
πάτα ελαφριά ώστε να χάνονται
αυτοί που θέλουν με μανία να σου μοιάσουνε
να μένουν πάντα πίσω
μ'αρέσουνε τα μπαρ
που διαθέτουν
φωτορυθμικά
πίνω το ποτό μου
και τα λαμπάκια - πολύχρωμα συνήθως-
πηγαινοέρχονται
κανείς δεν κουνιέται σ'αυτά τα μπαρ
όλοι πίνουν
τα ποτήρια τους
ήσυχοι
αφού η ζωή
γυρίζει γύρω
4.12.16
στο παλιό μου σπίτι
η κουζίνα
είχε ένα μπαλκόνι
το πίσω μπαλκόνι το λέγαμε
και βγαίναμε για τσιγάρο
πρωί βράδυ
κι ήταν ένας τοίχος απέναντι
όχι απέναντι
ακριβώς μπροστά
τον έπιανες άμα τέντωνες το χέρι σου
κάποιες φορές καθόμουν
εκεί και σκεφτόμουν
κι όταν σκέφτομαι
δε βλέπω
κι έτσι αφού δεν έβλεπα τον τοίχο
βαθιά μέσα μου
ένιωθα πως είναι ο ουρανός
κι όταν το κατάλαβα
ο τοίχος ήταν πάλι τοίχος
τώρα
ήρθα στη γερμανία
κι εδώ έχουν πολύ χώρο
κανείς δε βλέπει τον τοίχο
του άλλου
έτσι απ'το μπαλκόνι μου
βλέπω τον ουρανό
παντού είναι ο ουρανός
εκτός απ'όταν σκέφτομαι
που νομίζω οτι ο ουρανός
είναι
ένας απέραντος τοίχος
3.12.16
δούλευα παλιά
σ' ένα μπαρ
κι ήμουν η βασίλισσα
του μπαρ
ξάπλωνα άμα ήθελα
πάνω στην μπάρα
κέρναγα ποτά
κι άμα ήθελα τα' σπαγα όλα
οι πελάτες μου ήταν τύφλα
κι εγώ ήμουν τύφλα
κι έτσι δεν ξέρω τι λέγαμε
ή αν μου 'πιαναν καμιά φορά τον κώλο
θυμάμαι όμως τη μουσική
και το σκοτάδι
το μπλε νέον της πινακίδας
που έκανε τους μεθύστακες να
μοιάζουν με πορτρέτα
της γαλάζιας περιόδου
και το αφεντικό που ερχόταν πού και πού
έπαιζε online πόκερ
ώσπου να πιει και να πιει
και ν'αρχίσει να τα σπάει κι αυτός
οι πελάτες τότε έφευγαν
γιατί το αφεντικό
ενώ τα 'σπαγε
τους έβριζε
κι αυτό ήταν κάτι που εκείνοι δεν ανέχονταν
βέβαια την επομένη
ήταν και πάλι
εκεί
στην μπάρα μου
τους γέμιζα τα ποτήρια και
δε θυμόνταν τίποτε από χτες
ήταν μπλε σαν χτες
και προχτές
κι ήταν όλα ίδια
είχαμε μόνο έλλειψη ποτηριών

2.12.16
πες μου εσύ
το στοργικό φιλί
πατρικό
στον λαιμό ανατρίχιασα
πάτερ
αγαπώ τον θρήνο
φοβερό μάτι γραμμές φωνές
τα χεράκια μου σφίγγουν
η γνώμη σου μετρά
ας ερωτηθεί
το πολυμορφικό κοινό
κι ύστερα ξεπροβάλλει η αλήθεια
και το καλό
η δικαιοσύνη
η γραμμή και το φως
το κρύο άσπρο φως
μέσω απαντήσεων τολμηρών το φιλί
θεωρείτο ύποπτο
κοντά δε ο σκύλος μου
που είδε
ξέρει την πάσα αλήθεια
το κακό
την πάσα αδικία
αν ποτέ μιλήσει
πρώτη θα πει τη λέξη
σκότος
ζεστό μαύρο σκότος
24.11.16
κάτω στην αυλή
νομίζω συνήθως
ότι υπάρχει ένα πιάνο
κοιτάζω κάτω
και φαίνεται ένα
μαύρο κουτί
μοιάζει με πιάνο
κι έτσι πάντα μπερδεύομαι
νομίζω ότι είναι
κάθε φορά
ένα πιάνο
στη βροχή
και στον αέρα
χωρίς άνθρωπο
παίχτη
μιά φορά
μόνο
κάθισε πάνω ένα πουλί
αφού ήπιε νερό κάθισε
και πέταξε μετά
έμεινε το μαύρο κουτί
σκέτο
και κατάλαβα
πως είναι μάλλον
ένας μεγάλος σκουπιδοτενεκές
ή μπαούλο
ένας γερμανικός συμπιεστής χαρτιών
στην αυλή
κατάμαυρος
χωρίς παίχτη
χωρίς άλλο πουλί
χωρίς πιάνο και χωρίς αυλή
ως αύριο
που θα δω ξανά
εκεί κάτω
το πρωί
στη μεγάλη αυλή
το μεγάλο μαύρο κουτί
το ξεχασμένο μαύρο πιάνο μου
το μαύρο απατηλό σκουπίδι της αυλής.
28.9.16
στο μόναχο μαμά λυπητερό
στο μόναχο εγώ zu leben mit λάμπρος λυπητερό
έχουμε το πιο όμορφο σπίτι θλιβερό της ανατολικής ελλάδος
με μαύρα πατώματα με τα χέρια μας όχι πως θυμάμαι
μόνο κρύο
ποιοι είναι έτοιμοι; ο τάδε κι ο τάδε
you know sometimes I think I should live fast and die young
ΣΑΜΕΡΤΑΗΜ
θέλω να φύγω;
θέλω κάτι το εξής:
να μην είμαι πουθενά που να μην είναι το μέρος μαγικά χαρτιά
come on now φεύγω την κάνω στο λάθος
κάτσε 'δω άμα φύγεις πάντα θα φεύγεις πού θα πας;
να πηγαίνεις συνεχώς απαπα το λάθος είναι αυτό το σκοτάδι
θα πλέει μαύρα πατώματα μόνη μου στο σπίτι και
τη ζωή δε δοκίμασα να πω α καλά είναι ή θέλω αυτό μάνα μου
γκλαν γκλανγκλαν ο αρμάντο κάτι λέει πού θα πας πού πού
μοναχό μονακό πριγκίπισσα λάθος μαύρο λάθος
η ιστορία των χρόνων μου καταπώς οι ουρές
καταργήθηκαν
δεν περιμένεις πια εσύ κανείς φεύγεις
πας κάπου σου στέλνουν φωτογραφίες από κάπου αλλού καταπληκτική επιλογή
αρένας
τα σχέδια μην ξεχάσεις τη δουλειά σου τι θα πάρετε;
ich hab dich lieb λάθος δρόμος το τοπίο
θολό κυρίες και κύροι φοβερά γεγονότα εξελίξεις
στα μετόπισθεν στέκομαι
τρίνιτι α μη φύγεις δεν έχει καλύτερα δεν έχει
χειρότερα
πήγες άλλωστε μόνη για καφε;
κατάφερες να μη μιλήσεις μη ζητήσεις τρίψιμο ποδιών
πόνων
πονώ παντού σιγά τρίψτε με δούλοι
αγαπάτε αλλήλους είμαι και κάνω
κράτει mi amor το στομάχι μου πόνος α το παρόν
ή το μέλλον φταις
τι ζήτησα; ποταμάκι μου πάρε με νερό
δε γυρίζει πίσω άπαξ και φύγεις έφυγες λέμε
η ομορφιά σου χάθηκε
τα μάτια τρυπίτσες μακριά νύχια το στομάχι σας ο ζεστός
αέρας λάυρα κλάμα σου λέει κλάμα (πλάνταξε) ήτανε μικρή
δεν κλαίει παρά μόνον με ψάρια και ατυχίες άλλων
μικρό πουλί μου πότε μ' άφησες; λουλούδι στα μαλλιά
εκεί
ντύνεται κανείς αναγκαστικά μπράβο
παιδιά γρι δε θα καταλαβαίνω underground o άντρας
των ονείρων μου, εφιάλτες μόνο ότι δεν
προλαβαίνω -έχει πάντα μουστάκι- ακούω φωτιά;
πράσινο νεράκι πας χορεύεις δίνεις φιλιά τι έγινε
κάθε παρασκευή κάθε βράδυ
κάρπισαν
ποιος θα τα φάει όλα αυτά ρε;
ε! σταφύλια!
ντομάτες!
αγγούρια!
αχλάδια!
ελιές!
τουρσιά και λάδια!
σάλτσες!
βαριετέ!
όλα για εμάς εμείς οι καλύτεροι θα σαπίσουνε ρε
τι μαλάκες είν' αυτοί
θα βρωμίσουμε ρε!
θα τα βάψουμε όλα μπλε. το νέο μπλε.
το χορτοκοπτικό. τέρμα οι βόλτες.
θα προκόψουμε. ε δεν μπορείς εδώ πάνε εκεί
σπουδαία
ο χρόνος
μεγάλες προσφορές μακριά από παιδιά
ντανγκ ντανγκ το ψάρι θα τα διαλύσει όλα
κομμάτια\γιουκαλίλια ασπρόμαυρο κοντράστ στιχάκι άντρες γιαχαμπίμπι
κόκα πρέζα
θα γυρίσεις
και εγώ 40 χρονών είπε θα χτυπήσεις το τηλέφωνο. ποιος είναι;
εγώ. όχι, η πόρτα. έλα μαζί μου. καλώς.
εικονίτσες, αρχαία αγάλματα
μια έκπληξη
κάτι που να μην περίμενα
τι λάθος!
δεν κόβεις φράντζα κοιτάς και με στοργή σιγά το δύσκολο αφάνταστα
αν τραγουδάς είναι προτιμότερο
δείχνεις κατά πού γυρνάς τη γη ποιος θα σε ψάξει τόλμη
τη θλίψη που αναφέρθηκε τα φαινόμενα
-2,5 βάλτος κώλος στοιχειό παρακεταμόλη ζανάξ
πάρε τηλέφωνο μήπως κάποιος έχει
κουνούπια μετά τη βροχή αποβράσματα ανάδυση
καίγαν τα πόδια μου είχα παγοκύστες μετά τη δουλειά στη θέση τους
κρεβάτι ύπνος κρήτη βραχυπρόθεσμα ευτυχής
καρντάσι δεν ξανανεβαίνω πάνω
ε ούτε εγώ δεν ξανανεβαίνω πάνω
ε κανείς! ΚΑΝΕΙΣ ρε παλιόσκυλα πάνω από 'δω
βάρος. να πάρεις άδεια. όταν έχεις άδεια δε σκέφτομαι
έχω χρόνο. σε καθυστέρησα.
καλοκαίρι του '78
γύρνα προς τα πίσω αχ ποιος να 'τανε
φοβήθηκα ένα χρόνο μαύρες γάτες σβήστρες FOTO όπου κι αν είσαι
τη χωρίστρα στο πλάι. θα μιλάν αυτοί
και φώτα εγώ η actriz
δεν τελειώνει ποτέ;
το στάχυ, τα σκυλιά, τα βαμβάκια, τα ξύλα, φοιτητές και εργαζόμενοι
ζώα
πολιτικοκοινωνικοοικονομικοί λόγοι οδήγησαν
στον αέρα
τα συννεφάκια
τα καθίσματα
η επαγρύπνηση
τι θα είναι μια καλή ιδέα;
πες κάτι
πες τι σκέφτεσαι
πες τι σκέφτεσαι
μεγάαααλα βουνάααα απππό χιόοοοονι
διαγωνίως θα το βρεις
γέρνεις το ποτήρι παγώνει πλάγια το ζελέ
τα βάζεις στη σειρά μαύρο
τριχίτσες
σκονίτσες
κλικ κλικ εξαφάνιση καθαριότητα κρίσταλ κλίαρ
μου χάρισαν ένα αφροντούς, ένα κρασί αρίστης
ποιότητος (χάλασε), alice in wonderland τζον τένιελ, το γνωστό βιβλίο
the house I loved, ένα κινητό, την αγάπη σας με αγάπη αποσαφηνισμένα
εγώ λοιπόν τους χάρισα χοχο τους χάρισα και λέγαν αααα
καταπληκτκό δεν το πιστεύουμε
κι ήταν κάτι που ξεπέρασα καμία αίσθηση καμία άχρηστοι
τα'χα για πέταμα υπέγραψα
φιλάκια
δεν ξέρεις ούτε να ράβεις
ένα νέο μήνυμα το 'χασα κι αυτό μαμά
συγγνώμη επαγγελματισμός περασμένη ώρα γράψε και τα υπόλοιπα
κατόπιν
κλείσε
όχι δεν απάντησε
κι αυτός από 'κει πήγε
εγώ έμεινα εδώ γιατί είχα να κάνω κάτι
στο ντους δεν μπαίνεις με τις κάλτσες
έχω δει όμως ένα μαύρο πρόβατο
κι εναν μαύρο βοσκό
κι ένα μαύρο
τριβότανε αυτή στα σεντόνια
είναι πάντα δυσαρεστημένη
προσπαθώ εγώ
πες το με τ'όνομά του
δε χορεύεις πια αυτός χόρευε σαν ρομπότ
και μέθαγε
από παλιά
το είδε
θέλω να το δει
και να 'χει καμπάνα μανίκια
τ' αγαπημένα μου γέλια και δόντια και τέτοια
αν έχεις κοντά μαλλιά είναι καλύτερα
κοιτάει αυτός
θέλω να προσπαθήσω να αλλάξω για χάρη σου κι έτσι
θα τα καταφέρουμε απ' αυτό όλα πηγαία μωρό μου
από πριν
όπως φυτρώνουν οι γλάστρες
τι κάνει ο άλλος στην μπανιέρα; θεϊκή φωνή χαζή γκόμενα
εγώ είμαι ξεχωριστή και έχω λεπτές γάμπες πάνω απ'όλα ξέρω
τι μετράει
η ψυχή
άθικτη!
τιράντες φιλήθηκαν κι έκλαιγε αυτή στο τηλέφωνο
της περνάει γελάς ρε
εγώ έχω χάρη
κι υπάρχουν καλύτερες
μακριααα
να τις βριες ίδρωσα κόπιασα
θα μου αγόραζες ακορντεόν κρατάμε λεφτά
κάνουμε μαζί τις οικονομίες μας
για ένα ταξιδάκι
μακριαααα
κάποιοι βρωμάν
και λένε
κολλάνε
ένα ποτάκι χρειάζομαι σαν το χτεσινό
το προχτεσινό
το περσινό
φέτος ελαφριά φθηνά τη γλιτώσαμε
συνέπεις ημερών ο αφρός
1+1 ρόφημα πού θα το ξαναβρείς
εκμεταλλεύσου πρέπει να έχεις κάτι σταθερό βέβαια
να λες εσύ να απαντάν οι άλλοι
την ανεβάσανε στη σκηνή ρε αμηχανία
παράλογο με την τσάντα της
δε θέλω τι πάει να πει; ανέβηκε κι ο μπάρμπας
φτάνουν αυτοί
dark and lonely path στο ψυγείο έχω ένα φιλμ ανάμεσα στα αυγά
δεν αγαπάω τον σκύλο μου έρχονται τα σύννεφα
τα ρα ρα ρα ραααα
ο τροχομόνος
στο μόναχο με περιμένει
(μόνη;)
θα πάω θα πάω μπόχα
στο σπίτι κανείς.
20.6.16
Σούζυ
με το καυτερό όνομα
ποιος δε σ'αγάπησε
αφότου πέρασες
ποιος
σε αγάπησε αρκετά
μαύρη Σούζυ
με το υπέροχο όνομα
πέθανες ανηφορικά
με ταχύτητα
και τιμές
βασιλικός θάνατος
μοναδικός
μοναχικός σαν όλους
σκιερός τάφος
με ήλιο το πρωί όπως
στη ζωή
που έζησα μαζί σου
αν δε με κοίταγες έτσι
άραγε
θα σε φρόντιζα γλυκιά Σούζυ
με τα αδύνατα πόδια
αντάξια
του ονόματός σου
ήρθε η ώρα σου
κι ας διαφωνώ με τις επιλογές
του θανάτου
σφυρίζει τώρα σαν πουλί
σαν φύλλο
ο άντρας
σφυρίζει τα μάτια σου
την ξερή σου κοιλιά
τις πέτρες του χώματος
το νερό
την αρχαία σου φύση
Σούζυ
με το καθαρό όνομα
τα καθαρά μάτια
την καθαρή κοιλιά
το καθαρό
τελευταίο νερό
από τα χέρια μου
στα χέρια μου γερά
σε έσφιξα
πριν πας
νεκροί όλου του κόσμου
δεχτείτε σήμερα
την όαση
την καλοσύνη
τη μεγαλύτερη κυρία επί γης
την πίστη στην απέραντη ομορφιά
την πίστη
τη γλυκιά ζωή
-αποχαιρετώ.
19.6.16
δεν υπάρχουν
οι δικοί μου άνθρωποι
πια έφυγα πριν
καιρό
τώρα βρίσκομαι
εν μέσω μιας άγριας
καταιγίδας
χιονοπτώσεως
και ήλιου
ζοφερού
άνθρωποι μιλάνε
γύρω από το πτώμα
μου
με αγγίζουν επιδεικτικά
ζωντανή
με τρώνε πριν να σκεπάσει
ο θρήνος τη
χαρά
σκέπασέ με ω! σκέπασε
πρώτα
τις άγριες σκέψεις μου
άνθρωπε
θεέ των ανθρώπων
περιμένω
αμετανόητα την υπόδειξή σου των
λαθών μου
πάνω στη γέφυρα των
στεναγμών μου χτίζεται
μια γέφυρα
21.5.16
το ψάρι
ξάπλωσε στο πλάι
σαν μωρό
καθώς το έβγαζα απ´το
νερό δεν αντιστάθηκε
στο κυνήγι του διχτυού
ούτε σπαρτάρησε εισπνέοντας τον καθαρό αέρα
ξάπλωσε
στο πλάι στωικά
ώσπου να μπει στη μαύρη σακούλα
τρύπια τόσο
όσο να βιαστώ
στο δρόμο το νερό
χανότανε
το ψάρι ερχότανε μαζί μου
15.5.16
ο ομορφότερος άντρας του κόσμου
είν' ο Μήτσος
φοράει ποδιά ο Μήτσος
διαθέτει τυριά
όλων των ειδών
η πρότασή του
συνήθως
είναι το αρσενικό
εγώ
πάντα ακούω τον Μήτσο
κι έτσι
συνήθως
τρώω αρσενικό
κι ό,τι άλλο διαλέξει εκέινος
για 'μένα.
τα μεσημέρια
μου κρατάει το τραπέζι
στον ήλιο
φέρνει ρακή
και λέει
-Ορίστε πουλάκι μου
ή -γιαβρί μου
καμιά φορά -αγάπη μου
χωρίς ακόμα
να με αγαπά
με κοιτάζει στοργικά
-ποτέ ανόητα-
και με προσέχει
καθώς τα χοντρά χέρια του
κόβουν κρέατα
τηγανίζουν ή
σφίγγουν τον ώμο μου όπως φεύγω.
πίνω πλάι του
όσο μπορώ
περισσότερο μα εκείνος παραμένει όμορφος
σαν άγαλμα
μαύρο
σαν σκύλος του δρόμου
όμορφος σαν τον ηλιο
απλός
σαν ένα κλαδί.
22.1.16
απλώνω παντού
τα χημικα δηλητήρια της ψυχής μου 
βαθιά
στη συνείδησή μου 
μια πράσινη 
γλιστερή πανίδα
έτοιμη να λούσει 
πικρά 
τους ανθρώπους 
τα τραπέζια
τα παιδιά 
μου
οι σκέψεις
με μορφή απο τέρατα 
επικρατούν 
είμαι μια ανύπαρκτη όαση
είμαι μια θλιβερή εμπειρία
ο κάκτος που του κόλλησαν όμορφα λουλούδια
εγώ
12.1.16
Ερωτεύτηκα εναν οδηγό
τζιπ
Έκανε κοιλιακούς
ώσπου να ανάψει το πράσινο
δυνατός
Είχε σγουρά μαλλιά
σαν κάποιου δέντρου
δε θυμάμαι
Πίσω του πέρασε
ένα φορτηγό
με τα νεκρά
έλατα χριστουγέννων
μετά τα χριστούγεννα
Το στόμα μου γέμιζε κρύο
ανοιχτό
καθώς ήταν
Στεκόμουν
6.1.16
μιχάλη!
μιχάλη μου!
τρώω
μόνη
μόνος
οδηγάς στην εθνική
26.12.15
όταν μιλάει
τα μαλλιά του κουνιούνται
διότι
τα μαλλιά του
είναι ατίθασα σαν χόρτα
ή
παιδιά
φοράει γυαλιά
να βλέπει
μέσα απ´τα μαλλιά του
εγω δεν τα έπιασα
ποτέ
μα όλο το σκέφτομαι
θα σκάλωναν σίγουρα
σκέφτομαι
τα δάχτυλά μου
εμπόδιο
αν μη τι άλλο τα όμορφα μαλλιά του
και τα υπόλοιπα
4.12.15
πίνω
στο μαγαζί
γράφω ποιήματα μετά
τις έξι
ο ήλιος δύει
κι εγώ
αρχίζω να πίνω
ποτά
δωρεάν
αφού καθώς
είπαμε
τα δούλεψα
πρωτύτερα
σκληρά
γενναία
και μοναχικά
κυρίως
ανάμεσα ή μπροστα ας πω
σε τόσους ανθρώπους
ανθρώπινες παρέες
με απαιτήσεις
ή καλούς τρόπους
έπιναν
από τα χέρια μου
τώρα
πίνω απ´ όλους
καλύτερα
εγώ
μ´ αρεσει να πηγαινω
στην αθήνα
πού
και πού
στο τραίνο
σταυρόλεξα
νέοι
εγώ
φέρνω πράγματα
δικά μου ή
δώρα
αυτοί
κοιτάν έξω
εγώ κοιτάζω
αυτους
που κοιτάν
έξω
τα δέντρα περνάν
14.9.15
φοβάμαι πως θα φύγεις
θα μείνω μόνη
ύστερα
με τον σκύλο
που αποκτήσαμε μαζί

να τον σκίζαμε στη μέση!

μα σε διακατέχει γενναιοδωρία
τόση
ώστε να με αφήσεις στο σπίτι
μόνη
το δικό σου

θα πάρεις δυο τρία πράματα
τίποτα
που ν' αποκτήσαμε μαζί όπως
τον γκρι σκύλο
την τηλεόραση
τα κοτόπουλα στην κατάψυξη
βιβλία

θα μείνω μόνη ύστερα
με όσα
αποκτήσαμε μαζί
ο σκύλος θα κοιμάται
σαν να μη συνέβη τίποτα

εσύ θα είσαι κάπου
χωρίς λεφτά

δεν πήρες τα λεφτά!

προτιμώ να μείνεις
γλυκε μου

στη ζωή

να δούμε ντοκιμαντέρ στην τηλεόραση
κάτι να ψήσουμε
να ξαναφάμε
προτιμώ
εσένα
από μένα

κοίτα ένα σπίτι
λαμπερό
λάμπει
και χωρίς εσένα

είσαι προαιρετικός

οικογένειά μου
αδερφέ
φίλε μου
δε μ' αγαπάς
επειδή δεν
αγάπησες τίποτα
πριν και μετά

να σε σκότωνα!

δε θα νιωθα ούτε μια τύψη
μόνο
που θα 'μενα
μόνη
με τον σκύλο και τα υπόλοιπα
μια ώρα αρχύτερα

ας τελειώνουμε
με τη φαντασία μου

είσαι ένας μαύρος μπάμπουρας
αν το θελήσω
είσαι ένα σκατό
σε λατρεύω

πόλεμος!

μείνε
θα σε δημιουργήσω
ποιος θες
να είσαι
ο σούπερμαν
ο γκοντάρ
οι τριάκοντα τύραννοι
το μικρό μου μωρό

σκέφτομαι τον χειμώνα
που θα έχεις
φύγει
χιόνι
και ησυχία

αχ τι ωραία
ψέματα
που φτιάξαμε μαζί
μεγάλα
άσπρα
σαν το ήσυχο χιόνι

δε θα ξανά
έρθεις
πια
27.6.15
της λέγανε συνέχεια
ούτε αυτό
αυτό; ρώταγε
μήπως είναι αυτο;
ούτε αυτό της απαντάγαν όλοι
ο κόσμος περνούσε
κι έφευγε μετά από λίγο
έβρισκε πάντα κάποιον να ρωτήσει
αυτό;
μα δεν ήτανε κανένα
26.5.15
να το το μικρό κεράκι
έπεσε από ψηλά
μαύρο
τα παιδιά τού πέταξαν πέτρες
σακούλες
οι γονείς δεν το βρήκανε σωστό
αυτό πηγαίνει παραδίπλα
ακούει ψηλές φωνές
μα κοιτάζει κάτω
τώρα παραπατάει μακριά
στέκεται κάτω απ'το δεντρο
ακούει
μαύρες φωνές
περιμένει
μαύρο
27.3.15
στον δρόμο άνθρωποι
περπάταγαν σκυφτοί
έπεφταν πάνω μου

κρατούσα
ένα κουτί από πορτοκάλι
μελάνι από χαλκό
εξπρές ως προς εμένα
κατεπείγον να προλάβει
ποιον
κρητικά μαγαζιά περνούσαν
δίπλα μου
ζέβρες λεοπάρ
πράσινα καλσόν

κάποιος φώναζε
κάποιος έσπρωχνε κάποιον
άλλο
κάποιος έλεγε
γαμώ τον αντίχριστο
κι εγώ

περπάταγα σκυφτή
άνθρωποι πέφταν πάνω μου
26.3.15
το γράμμα σου θα παραβάλω
(λάβω)
μέσα του φωτογραφίες μου εγώ
(σου)
δείχνω (βήχω) ή μιλώ
κοιτάζω, αποχαιρετώ
έχετε γειά αγαπημένοι
σας ξεχνώ
(δεν)
9.6.14
Θυμάσαι που, αγάπη μου, σου έδειχνα
ό,τι ήθελες να δω
νά
ξε  φεύγω απ'τη ζωή
αλλά όμως
αισθάνθηκα πιο πριν τον εαυτό
η εγώ ή τα τανκς
ρωτάς με ερωματικό 
ετερωματική ερώτηση
ποιος ήρθε νωρίς ή
ποιος έφυγε
νωρίτερα
ρωτάς
σε ποιον να απευθυνθώ
ποιος απεφάνθη
τι διημείφθη μεταξύ ποιων
είδα κυλιόμενα όνειρα
που εξαιρούσανε εσένα
θλιβερές αϋπνίες που περιείχαν μόνο
αυτόν
εξαντλώ, εξηγώ και εξυμνώ τον κόπο σου
εξετάζω τα ενδεχόμενα κορμιά
γερά κορμιά 
γερασμένα
ξεχνώ, σε ξέχασα
τα μάτια μου είδαν να ρίχνεις το
5
τ' αυτιά μου είδαν την πόλη 
να 'χει κουραστεί
ή χωριό ήταν;
ή εγώ;
ουρές σκύλων δονούνται
ουρές ανθρώπων πάντα
μιμούνται
τι είναι πιο αυτονόητο
ποιο δεν έγινε ποτέ κατανοητό
 η θεία Αρετή αγαπάει τον άντρα της
η θεία Αρετή μυρίζει κουλουράκια
στην Αθήνα να πας
σήκω Άνια
φύτεψέ μου αυτόν τον στρατηγό
μαύρες κυρίες μαύρες σακούλες 
καλημέρα κοπελάρα μου
μάκη πάμε βόλτα;
οι ντομάτες σου μυρίζουν ροδάκινα
τα ροδάκινά σου τι μυρίζουν;
σημειώματα μέσα στα λαχανικά
ευφάνταστα ζαρζαβατικά
στεγνά
μάνα ίδια με κόρη
σιδερένιο νερό
στόμα από σίδερο
πάρε κοκαλένιο δώσε σιδερένιο 
ιδιοκτησία στο πλόβντιβ
βουλγάρικη ισημερία
ανήσυχή μου αγάπη
το πουλάκι πέταξε
πέταμα (να το πετάξω;)
ψηλός τρελός νέος
κρήτη κρήτη κρήτη
οι τρεις καμπαλέρος
το ρακούν κι ο αποχυμωτής
ο Γράφος
παραδέξου το βλέμμα σου 
θάνατος λεμούριου - ευθύνη σόμπας
γωνία από βαμβάκι
μύγες τρώνε τη γιαγιά
ο Θεός δικάζει;
κόκκινη τώρα γυναίκα 
κόκκινο αγροτικό
19/2 τρώω όρχεις και καρδιά
ψυχής της ψυχής μου
σιλκ μετάξι
πέθανε ψόφησε τα τίναξε
 τι εκστόμισες;
γιατί να φύγετε καθίστε μόλις ήρθατε
θα σου φύγω στο'χα πει
μη γυρίσεις ποτε στην πρώτη σελίδα
ποτέ μην
ποτέ
οικείο γνώρισα τόπο ζωή
ποτέ
τι μπύρες έχετε;
υπάρχει κάτι που δεν έχετε;
θέλησα κάτι που να θέλατε;
αμέσως μάλιστα ευχαριστώ
20.9.13
περιμάζεψα τη νεογέννητη
γάτα
για χάρη της
παλιάς.
η παλιά γάτα κάπου
χάθηκε.
μαζί σου
χάθηκε
ή
μαζί σου
έμεινε.
ίσως έχουμε δυο
γάτες
πια
ίσως να τις αγαπάς
πια
τις γάτες του κόσμου και
να τις ζεσταίνεις με
ρούχα
δικά μου.
εγώ
κάτι βρίσκω να
δώσω
μα όχι αγάπη.
κεφτέδες από χτες
νερό
μία ζεστή και
άνετη
γωνία
μα εσύ έχεις
αγάπη
και πρέπει
κάπου να δοθεί.
για χάρη της παλιάς που
χάθηκε
ή έμεινε
εγώ
θα μεγαλώνω μια καινούρια
κι εσύ να
μας αγαπάς
όλες.