17.6.11
Λέγεται πως θα ζήσουμε μαζί. Δεν το μιλάμε μεταξύ μας, μεταξύ αλλων, μεταξύ κατεργαρέων, με κανέναν ειδικά. Λέγεται πως δε μας μένει τίποτα να αποκτήσουμε από εμάς στο ίδιο τοπικό επίρρημα. Εγώ φεύγω από αυτό το μέρος του επιλόγου, παρατάω το κωλόσπιτο, το βρωμερό το σπίτι που έλαμψε, το σπίτι που φιλοξένησε και αποξένωσε εσένα, ύστερα εσένα και λίγο αργότερα εσένα. Δεν το 'θελα το διαμέρισμα, ούτε τώρα το θέλω αλλά ποτέ δεν είπα να μην είν'εκεί. Δε θα'ναι εκεί. Εσύ δεν ξέρεις πού σε παν. Σε παν. Από 'δω κι από 'κει. Δε σε φέρνουν. Δε σε'φεραν. Σε πήγανε. Και τώρα μου ζητείται από εντός κι από απο επί τα αυτά να ακολουθήσω, να πάρω μία βαλίτσα, μία τελευταία φορά, μία μέρα, μία άνια στο καράβι ή σε αεροπλάνο, στο αμάξι το πολύ πολύ, να ταξιδέψω ολομόναχη από υπόλοιπους και μισογεμάτη από 'σένα. Θα σε βάλουν σε νησί, θα'σαι σε στεριά, θα'σαι στην κρήτη που'ναι κι απ'τα δυό. Μπορώ να ονειρευτώ διάφορα όπως μπαχτσέδες και σκοτεινές θαλαμοτουαλέτες. Δυό σκυλιά με καλή ανατροφή, έλλειψη παρανόησης και επινόησης και μετανόησης. Παιχνίδια με λέξεις, παιχνίδια με ανθρώπινες ζωές. Θα είμαστε εκεί όπου δοκιμάσαμε μία τύχη ακόμη. Εκεί όπου θα παίζονται απ'τα πενυμόνια σου κοντσέρτα για φαντάσματα που σε αναστενάζουν. Όπου εγώ θα έχω μια δουλειά προσγειωμένη, θα ακουμπάει σταθερά στο πάτωμα και θα'χει ρίζες τεσσάρων μέτρων με υπόγειο, 2μιση χωρίς. Σχολάς, σχολάω, ο πρώτος δεν κερδίζει τίποτα, μόνο φτιάχνει φαγητό, βγαίνει στην αυλή, κόβει ντομάτα, κόβει αγγούρι, κόβει τις μαλακίες και μαγειρεύει σωστά. Σε φούρνο κανονικό, με γήινα υλικά χωρίς γκουρμέ αηδίες, σκόνες γάλακτος, κρέμες γάλακτος κρεμ μπρουλέ α λα κρεμ και κρεμώδεις σούπες. Θα έχουμε μόνο το μπριάμ, τις μπάμιες, κόκορα και φασολάδα.Το ψάρι από τη θάλασσα που έχω περίεργες εσωτερικές πληροφορίες πως θα βρίσκεται κοντά. Εκτός φαγητών κι εκτός κουζίνας, θα'χουμε ένα γερό υπόλοιπο σπίτι με σκεπή, ένα δωμάτιο σίγουρα να χωράμε κάθετα και οριζόντια, ένα χωλ να ενώνει τις επιλογές, τουαλέτα απροσδιορίστου χρώματος και υφής και ένα χώρο στρόγγυλο μικρομεσαίων διαστάσεων όπου θα γίνεται προβολή ταινιών, βραδιές βιβλίου, ολονυχτίες βιβλίου, τετραήμερο φεστιβάλ βιβλίου, συναυλίες με έργα μουσικής δωματίου, μιλόνγκες μιλονγκέρων, συχνές ακροάσεις ανερχόμενης και ντροπαλής ηθοποιού, μαθήματα σάλσας, κατάποσης καυτερής σάλτσας, μαθήματα στήριξης ανθρώπων, αντιστήριξης παρειών, αποφυγής νοσταλγίας και πρακτική όλων αυτών των θεωριών. Ένα σπίτι όπως το βλέπω επαρκές, σπίτι φτηνό , επαρχιακό, ζωντανό και αβλαβές. Μια μέρα πριν φύγουμε, τη μέρα που θα ανακοινωθεί η ανωτέρω απόφαση των ανωτέρων και ανωτάτων υψηλόβαθμων ανθρωποειδών, θα κάνουμε το τεστ. Συμπληρώνεις ερωτηματολόγιο που σε ρωτάει τις γνωστές κρυόκωλες ερωτήσεις, όπως πόσο ζωντανός νιώθεις από το 0 ως το 1, πόσο συμπαθείς τη λέξη μηρυκαστικό, αν αντέχεις τα μουλιασμένα ψίχουλα μες στη σαλάτα, αν γλείφεις το μαχαίρι και το ξαναβουτάς στα βάζα, αν σκοτώνεις τα μυρμήγκια που σε περπατάνε κι αν υποφέρεις συχνά από λάθος σκέψεις. Θα φύγουμε μαζί αφού περάσουμε και αν αποδειχτεί πως εμείς οι δυό μοιάζουμε. Έτσι θα ταιριάζουμε σαν γάντι με χέρι, σαν λουρί σκύλου με λαιμό σκύλου, σαν μπάλα σε δίχτυ, σαν υπολογιστής στην κούτα του και σαν νερό μες στο ποτήρι. Θα πιω ναι, θα πεις ναι ναι και θα ξαναρχίσουμε. Ανιάρης στο καράβι ή σε αεροπλάνο, στο αμάξι το πολύ πολύ.
είπε η aniaris στις 17:03 | 1 λόγια
4.5.11
Έχω αυτήν την έξαψη, την καούρα στο στομάχι, την ελαφρύτητα των δαχτύλων του ποδιού και τη βιασύνη των υπόλοιπων δαχτύλων του κορμιού να πηδήξουν στο επόμενο γράμμα, να φτιάξουν κάτι που διαβάζεται απ'τα μάτια ή από τα αυτιά. Να πω την ιστορία της τύχης των δύο, της ατυχίας και των δύο, της παρατεταμένης ευτυχίας ενός τζόμπου και της αφόρητης δυστυχίας μιας μπόμπας φαρούκ. Όλα αυτά θέλουνε συνέπεια, συνέχεια των γεγονότων, συνοχή χωρίς κενά μνήμης και αέρα. Θυμάμαι βδομάδες ενός ολόκληρου χρόνου με τέτοια τρύπια κενά όλων των ειδών κι έτσι τώρα με τα δεδομένα αυτά και δεδομένης της κατάστασης μού στερείς εσύ, ο ένας εκ των δύο, την ευχαρίστηση που ζητάω εδώ, στη μέση των πιθανών επιλογών μου. Έτσι σε αυτό το πράγμα θα υπάρξω εγώ, μόνη χωρίς αδέρφια, γκόμενο και σπίτι. Έχω τη μαμά, τη νεκρή μαμά της, την αδερφή της που με αναγκάζει να δω το φόβο μου να φυτρώνει μέσα σε όλους τους  ανθρώπους των 5-10 ορόφων, δεν ξέρω, ανέβηκα με τα πόδια, δε μέτρησα. Χωρίς αναφορές σε εσένα που αν θυμάμαι καλά δε με αφήνεις και πολύ να λυπηθώ, λυπάμαι κάθε μέρα που ξυπνάω για όσα θα γίνουν εκεί κι εδώ μέσα απ'όπου βγαίνουν τα μάτια μου χωρίς επιθυμία. Έχω αυτούς, έχω κάποιους, είναι σημαντικό για εμένα που δεν ξέρω τι είναι ασήμαντο, εσύ είσαι σημαντικός ας πούμε αλλά δε θα αναφερθώ, το να φτιάξω αύριο ένα σπουδαίο φαγητό είναι σίγουρα το σημαντικό και να 'μαι την ώρα την εγακαινίων στην ώρα μου ή και μια ώρα αρχύτερα. Εγώ είμαι σημαντικός. Έχω αυτούς και εκείνοι έχουν εμένα κι εγώ έχω αυτούς και δε μου φτάνουν αφού δεν μπορούν να γεμίσουνε καλά ένα μεσαίο χώρο. Άδειος χώρος, άδειο ψυγείο, σκάλες χωρίς παπούτσια, ασανσέρ εκεί οπου το άφησα χτες ή προχτές με τα ίδια μου τα χέρια. Κατουράω φωτιές, ψάχνω να ονομάσω το 'πίσω απ'τα γόνατα', να βρω ένα σπίτι στη γειτονιά να 'χει φως όταν δεν κοιμάμαι. Να θυμηθώ τη λέξη τη γραμμένη πάνω στη λαδωμένη λαδόκολλα που κρέμασε τον γαλανομάτη αλλοδαπό, ευφυής ή τζιμούχα, μια απ'τις δυό ήτανε η λέξη, αυτή που συνωμότησαν να του βάλουν οι κυρίες με τις φωλιές στα κεφάλια. Εσύ έτρωγες το σουβλάκι σου εκεί δίπλα και προσπαθούσες μαζί με τη μύτη σου να ξεπεράσετε διάφορα. Εγώ ήθελα απλά να βοηθήσω τον άνθρωπο. Να του πω την απάντηση, να μη χάσει, να μη χάσει σε αυτό το ασήμαντο παιχνίδι.Όχι ασήμαντο, όχι εσύ. Εγώ μόνο, έλεγα εδώ πως είμαι κι ότι δε μου αρέσει να βάζω τα ρήματα στην άκρη, να βλέπω αρρώστους και αρρωστημένους, να φοράω παντόφλες και το κρεβάτι μου κάθε πρωί να πρέπει να γίνει καναπές. Έχω αποκτήσει μια ωραία φωνή και την τραγουδάω, λέω το μπιτ παζάρ, τη μαρία-νεφέλη, τραγούδια που έχουν στίχους να θυμάμαι, ενδιάμεσα μιλάω, πρέπει να κάνω συζητήσεις για σελέμπριτιζ που αδυνάτισαν και για τη ζωή μιας άλλης, άλλης από έμας, από 'μένα, από τους άλλους. Άλλη είναι και θέλω να πω πως δε μας νοιάζει αλλά δε θα το πω, θα με νοιάζει για όσο χρειάζεται, γιατί είναι άνθρωποι που το χρειάζονται, όπως εγώ χρειάζομαι να πω μια κουβέντα για εσένα ή με σένα. Να πω πως θέλω γερά τα νύχια μου και το μικρό μου κόκκαλο, τον εξογκωμένο μου καρπό, θέλω ντουλάπα στη θέση της -κατηγορούμενης για τα παραπάνω και παρακάτω εγκλήματα- βαλίτσας που με βαραίνει, κολλάει στα λούκια, βγάζει τον ώμο, την ψυχή. Θέλω εσένα, τη φτηνή πέλλα για σπίτι μας, η οικογένεια απέναντι να γίνουν έντιμοι γείτονές μας, ο ρεσψιονίστ θαυμάσιος θυρωρός, να μην αναρωτιέμαι πότε μεγάλωσαν τα λιγοστά μαλλιά αφού τα έβλεπα χτες και προχτές και πάντα, να μη χρειαστεί να βρω έναν καλό αποχαιρετισμό, να φτιάξω ένα τίμιο τέλος.
είπε η aniaris στις 03:40 | 6 λόγια
12.3.11


είπε η aniaris στις 02:58 | 7 λόγια
5.3.11
Ήταν που εγώ μπορούσα να πω τόσα. Να μιλήσω καταρακτωδώς για'σένα. Να πω ιστορίες για σάντουιτς που φαγαμε και σαντουιτσίτιο που διαπράξαμε καθώς δε γνωρίζαμε τι πρόκειται να αποφασιστεί. Μπορούσα εγώ να εξηγήσω, να αφήσω το στόμα να κάνει σχήματα λόγου και αλληγορίες, να πει κοινοτοπίες και κάνα δυο πρωτοτυπίες. Σε όλους. Για εσένα και για ένα πρόωρο 'εμάς'. Ήξερα πώς να τα πω ή να τα γράψω, να μου υπαγορεύσω, γνώριζα τι ήθελα να πω, κατάφερνα και τα θυμόμουν. Τα τετράδια μού ήταν άχρηστα, είχα το μυαλό. Δυό εποχές πριν, ήσουν πιο παχύς, εγώ ελαφρύτερη από μέσα λόγω απωλειών. Σκέφτηκα πως ίσως αδειάσω λίγη εναπομείνουσα χαρά στον γνωμερό. Να αδειάσω και πουθενά αλλού τις ξεχωριστές μου αηδίες. Η συνέχεια είναι εδώ, γραμμένη και κυρίως άγραφτη. Φτιαγμένη από κάποια χημικά, απιονισμένα νερά, παιχνίδια μέσα σε μυστικό γήπεδο του γκολφ, δίσκοι σκληροί , δίσκοι περιστρεφόμενοι, δίσκοι από την άλλη πλευρά, βόλτες με τα πόδια και τα χέρια και όσα άκρα διαθέτουμε, τα ραδιενεργά μας κινητά, τα βιβλία σου, τις ιδέες σου, την κατασκευή άοπλου μπερδέματος Ι και ΙΙ. Τις απουσίες στο απουσιολόγιο. Τις παρουσίες στο παρουσιολόγιο. Απουσιολόγος εγώ. Να περνάν από τα χέρια μου όλα τα στραβά. Να σε καρφώνω όταν δεν είσαι εδώ, να σημειώνω στα κρυφά απών κι όταν σε βλέπω χειροπιαστό σε κάποια πόρτα που τρώγομαι να κλείσω. Και εσύ να έχεις δίκιο που δεν αναφέρω συχνά τη μικρή δεύτερη λέξη της παρούσας αυτής πρότασης. Εσύ αυτό, εσύ εκείνο, εσυ τι. Εσύ τι. Εγώ τόσα. Τα προφανή. Τα ίδια. Τα λυπηρά, τα θλιβερά μου ίδια. Εγώ δεν ήθελα να μου σφυρίζεις. Εγώ δεν ήθελα να με μετακινήσεις. Εγώ. Απόψε εγώ. Χτες εγώ. Μπορώ να ξεκινήσω με δικαιολογίες σαν επιχειρήματα. Με φόβους σαν φοβίες και θεωρίες σαν πράξεις. Και να σε πείσω να μου δώσεις λί γο ακόμα απο'κείνο που δε θα ξοδέψω εδώ τόσο απερίσκεπτα μιας και βλέπω πως τα αποθέματα αυτής της αναφοράς ίσως να μη φτάνουν για να τη βγάλουμε ώσπου να 'ρθει η εποχή μας. Μα είναι σειρά σου. Να ξεκινήσεις εσύ. Εσυ τι. Εσύ κάτι. Κάτι που δεν ξέρω, που θες να το γνωρίζω καλά. Όπως εσένα ή το χέρι σου, ή το ασημένιο σου όργανο. Ίσως να μου δείξεις πώς να σε βοηθήσω, να το κρατάω ας πούμε εγώ κι εσύ μόνο να εκπνέεις στην σφυριχτή του τρύπα. Να μου πεις και πώς θα έπινες τον καφέ σου, πόσο μισείς αυτήν τη δίαιτα, να μου μιλήσεις για κανένα βασανιστικό όνειρο όπου καταδικάζεις εις θάνατο ατίθασα παιδιά. Να σε ακούσω ώρες πριν απελευθερώσω μία λύση. Να είμαι εγώ η λύση. Να ξέρω πάλι τι να πω. Πώς να σταθώ, να συμπαρασταθώ και να προτοστατώ. Στις εξεγέρσεις σου, στις διεγέρσεις σου, σε ταξίδια οδικώς κι αεροπορικώς, σε αποφάσεις περί τόπου και χρόνου των απλών και σύντομών μας συνευρέσεων. Να στα κάνω λιανά, να αναγνωρίσω κάτι απ'όλα τα κοινά ως έστω κι ελάχιστα δικό μου, να αναλάβω το καθήκον να σε απαλλάξω από πενηνταδύο περιτά κιλά. Το ίδιον αυτό βάρος της ανάλυσης των ενδεχόμενων, του άγχους της αποτυχίας, του άγχους τις επιτυχίας, των έκτακτων συμπλεγμάτων, της έλλειψης νερού και συγκέντρωσης, της χονδροπάθειας και της υποχονδρίας. Το βάρος αυτό, εξαιρώντας το φονικό παλτό και το 71% κακάο στην αριστερή του τσέπη ως ένα λιωμένο δώρο. Το ίδιο δώρο κάθε φορά. Το ίδιον. 90 αδιάφορα γραμμάρια. Αυτό ήξερα να σου προσφέρω. Όμορφο το γύρω. Για πέταμα το παραμέσα. Μέχρι να μην αποδεχτείς, να πεις όχι, σ'ευχαριστώ και να βγάλεις τη δική σου από δική σου τσέπη, να είναι διαφορετική, να μην ήξερα πως έτρωγες άλλη σοκολάτα από αυτήν που είχα προσέξει καταλάθος κάποτε  εγώ. Ίσως κι επίτηδες αλλά δεν το θυμάμαι. Δε θυμάμαι να συμβαίνει. Δεν το θυμάμαι να στο πω πώς μας συνέβη.
είπε η aniaris στις 06:10 | 3 λόγια
12.2.11
Ξέρω πως εκείνο το βράδυ, η ταράτσα ήτανε μόνο ένα πάτωμα, ένα καλά μονωμένο μπετό. Φοβήθηκα εκεί πάνω, σύρθηκα ως το τέλος να πω ότι έκατσα κι εγώ στην άκρη σαν αυτούς που ενδιαφέρονται να δουν τον χαμηλότερο. Τον μίμο. Τον μισό. Πιάνεσαι από τίποτα κάγκελα, αν έχει, και κοιτάς. Ξεχωρίζεις κάπως εσένα αλλά όχι και ίδιο. Το γραμμένο σώμα, τα μάτια σου. Όχι και ίδια. Κι ήταν πως μπορεί να 'ρχότανε κανένας άνθρωπος που θα του ανήκε πραγματικά ο αέρας ή να μου'ρχότανε εμένα τίποτα ή να άνοιγε την πόρτα κανένας καυλιάρης πυροσβέστης φωνάζοντας μου το μην πέσεις. Κι εγώ να μη θέλω. Να πέσω. Μόνο θέλησα να δω. Να πάρω ανάσα ν'ανοίξει αυτή η μύτη, να μακρύνουν κι άλλο τα μαλλιά.
Κανείς δεν ήρθε τελικά, μόνο εμένα μου'ρθε αυτό. Το μοναδικό. Κατέβηκα στο έδαφος, το πάτησα για τα καλά. Αγόρασα φως. Λαμπάκια. Τα τύλιξα για δώρο. Σε'μένα. Μου παίρνω δώρα φωτεινά. Τα βάζω στην πρίζα, είναι καμμένα, μόνο έχουν μουσικούλα για παρηγοριά. Στα σκοτάδια δείχνω τις εφημερίδες στον ψηλό, την ηχογραφημένη μου στεγνή συνέντευξη, στη σελίδα εβδομήντα το εκδιδόμενο φανταστικό γραφτό. Συγκινημένος με συγχαίρει κι ας μην μπορεί να ξεχωρίσει ποιο είναι ποιο. Φοράει μαγιώ, οι καρχαρίες κρατήθηκαν και σήμερα στα δίχτυα, οι καμήλες γονάτισαν πιο φιλικά. Είναι ζωντανός κι ευτυχισμένος. Αυτός κι οι ουρανοξύστες του για φόντο. Μου μιλάει για λεφτά και στρέμματα νοσοκομειακά. Η γυναίκα του έχει μαγειρέψει αυστραλέζικο αρνάκι και με κλείνει να παέι να το φάει κι ύστερα να ψάξει τρόπους για να πει ευχαριστώ. Τα πράγματα φαίνονται απλά. Τρία πατώματα πιο πάνω, βλέπω πάλι τις κεραίες, πατάω κουτσουλιές. Έγινε πρωί. Δεν μπορώ να ξυπνήσω πιο πολύ. Τα γράμματα με κρατάνε από την πλάτη. Τα δικά μου. Οι εικόνες μου είναι ψηλά κι ευθεία. Οι δικές μου. Πακτωμένη στον έκτο να μην μπορώ να γείρω άλλο χαμηλά για να σε δω. Εγώ ψηλά. Έστω και πάνω σε μπετά. Είμαι δικός μου. Μοναδικός μου. Μόνος μου. Εγώ.
είπε η aniaris στις 13:09 | 5 λόγια
10.1.11
Τα ψάρια ρουφούσανε τις πέτρες κι ύστερα τις φτύναν. Λες καθάριζαν το μέρος. Και πως είχανε καλύτερη τύχη απ'το άλλο. Το κλεισμένο στην άμπζολουτ. Συμφώνησα και χάιδεψα ασυναίσθητα το συμπαθέστατο κρύο τζάμι. Είχε γκλίντσα και σκουριά. Πώς ζουν τα ζωντανά; Δε ζούνε, μόνο κολυμπάν. Γνωστό. Γύρισα προς το φως. Το μαγαζί το λέγαν ραδιοφωνο. Είχε ραδιόφωνα μέσα. Κι έπαιζε ραδιόφωνο. Το σέρβις ήτανε θηλυπρεπές. Εσύ το παρατήρησες, εγώ το επιβεβαίωσα. Άφησε τα ποτήρια άτσαλα και ασφαλώς χαριτωμένα χύνοντας νερά στις εκτυπωμένες σου προσπάθειες. Οι φωτογραφικές αραδιασμένες. Περίμεναν έτοιμες. Στο τραπέζι. Δεν είχα που να βάλω τους αγκώνες, εσύ πού ν'ακουμπήσεις το αφέψημα. Τότε μπήκε το κορίτσι. Στο ζουμερό της κώλο ξεκουραζότανε η κουρασμένη γιάσικα. Μας χάρισε αυτήν μαζί με άλλα αντικείμενα πιο άυλα κι έφυγε να παέι να φάει να συντηρηθεί. Κι εσύ αδύνατος πάντα, τώρα κοκκαλιάρης να μην έχεις τι να φας, μόνο πίνεις νεροζούμια. Το ψωμάκι σου χωρίς γλουτένη. Η μπύρα σου χωρίς μαγιά. Όλο αφαιρούμε, αφαιρούμε να μείνουν τα καλά. Άνευ, συμβουλεύει ο άντρας που δε θες να μου γνωρίσεις μην τον γουσταρίσω περισσότερο από'σένα. Σου 'μειναν δυο φαγητά να φας μ'αυτόν τον βλάκα που'μπλεξες, όσα δεν ξέρω εγώ να φτιάχνω και τα λένε όλα ντίνκελ. Ντίνκελ όπως χτυπάει το κουδούνι του πλούσιου κληρονόμου. Ντίνκελ όπως αστράφτουν τα κουτάλια που κρατάει η μάνα μου κρυμμένα για κείνες τις φορές. Ταιριάζει στη φάτσα σου η λέξη και βλέπω πως σου αφήνει τουλάχιστον  κάποιες δυνάμεις να χορεύεις τις μέρες που το απαιτεί η μέρα. Κι έχεις όρεξη άμα σου χαμογελάω κι είσαι ένας καλός άνθρωπος. Ποιος άνθρωπος με μουστάκια μπορεσε ποτέ να έχει γεννηθεί πιο πριν κακός; Ας τα ξεχάσουμε αυτά. Άλλωστε ήρθες και αυτό είναι σοβαρό. Είναι σοβαρό σαν έμφραγμα, εσύ το είπες ή το διάβασες. Μάζεψα τα μαμούχαλα από το πάτωμα, έπλυνα το άπλυτο ταψί και φόρεσα τις σκισμένες μου ζαρτιέρες. Σκόνη, λαδίλα και μπουτάρες. Έτσι σου άνοιξα εξ'αρχής και δια ζώσης κι εκ του σύνεγγυς και σ'έμπασα μέσα. Μιλήσαμε, δε θυμάμαι, όχι. Ίσως να πέρασε καμία ώρα και μετά.  Μίλησες να πεις ότι πεινάς, πού να σου βρω διεστραμμένα ντίνκελ τα χαράματα. Κάναμε μπάνιο να σου φύγει, ξέρω μεθόδους εγώ. Ας πούμε αν κάνεις το σώμα σου κεράκι η πείνα εξαφανίζεται για λίγο, ή αν ρουφήξεις λίγο νερό από τη μύτη σαν να πνίγεσαι. Τα έπραξες, με εμπιστεύτηκες χορτάτος μα έκανες το λάθος να εισέλθεις ξανά. Άρπαξα το πίκολο κι άρχισα να το φυσάω μήπως καταφέρω κάτι. Ενθουσιάστηκες, ξέχασες πείνα, σώμα, στομάχι, θνησιμότητα. Έπαιζα με οχτώ δάχτυλα ώσπου να κοιμηθείς. Το πρωί το σπίτι βρώμαγε καλαμποκόψωμο και γλώσσες ζαχάρεως, φοβερή γαστρονομία. Να πούμε πως κάτι κάναμε. Να πω εγώ πως κάτι ζύμωσα. Πως έφτιαξα ένα πράμα για σένα. Κι ύστερα από αυτά τα έκτακτα έρχεται η κωλοώρα. Η μερσεντές βαρυγκομάει. Σε πηγαίνω σπίτι σου. Σε πηγαίνω σ'ένα μέρος απ'όπου θα μπορέσεις λες να φτάσεις σπίτι σου. Είμαι οδηγός μερσεντές απ'αυτούς που αντιπαθείς και βρίζεις μα τώρα υπάρχει ένας που τον συμπαθείς και κάπως ιδιαιτέρως. Εγώ. Το γκάζι. Μου σβήνει. Η γριά μου η μπαλκονάτη με προδίδει. Μας μουντζώνουνε. Μας προσπερνάν. Σου υπόσχομαι πως θα φτάσουμε νωρίς ή τουλάχιστον καθόλου αργά. Με κοιτάς με τα γόνατα στο μέτωπο και λες εντάξει. Δείχνεις να με πιστεύεις. Δείχνω να λέω αλήθεια. Μου χαϊδεύεις το πρόσωπο ασυναίσθητα. Όπως εγώ το ενυδρείο. Αυτό είναι καλό. Τα δάχτυλά σου μυρίζουν καραμέλα. Μυρίζουν ψάρι. Γλυκό ψάρι. Ψάρι γκουρμεδιά. Εν αγνοία μας γλώσσα καραμελωμένη. Εγώ πάνω απ'το τηγάνι να ισχυρίζομαι πως είναι του πολύ γλυκού νερού κι εσύ να της πετάς αλάτι. Άχνη στο τσιζκέηκ του χωριού, μ'αυτήνα να πανάρουμε τα ψάρια. Το σπίτι που αφήσαμε μυρίζει, το στόμα σου, τα χέρια, τώρα η μερσεντές. Την οδηγάω σαν τρελή. Θα προλάβω. Πρόλαβα λογικά, μα δε θυμάμαι τόσο ωστε να κόψω το χέρι μου ή να το βάλω στη φωτιά ή κάπως να το βασανίσω όπως ζητάνε πάντα οι εκφράσεις. Από τότε μόνο συγρκρατώ μέχρι και σήμερα ας πούμε κάποια χάιλάιτς σαν αυτά. Ο ξάδερφος εγέννησε. Ο αδερφός με τη γυναίκα ευτύχησε. Τέσσερις τρομακτικές ώρες μακριά, ο κουζινάς τηλεφωνεί χαράματα. Ο καντάντε φωνάζει τα προστάγματα. Το παιδί μου με ψάχνει ακατάπαυστα κι εγώ είμ'εδώ. Δεν απαντάω. Είμαι μόνος. Χωρίς τους αυτούς, τους. Παίρνω το πτυχίο μου, το χαρτί του πτυχίου μου, το πτυχίο του χαρτιού μου, σημειώνω πάνω του τη νέα μου διεύθυνση και συνηθίζω να ζω άνευ.
είπε η aniaris στις 07:16 | 7 λόγια
17.11.10
Έκανα να δέσω τα κορδόνια μου. Μήπως φανείς. Νωρίτερα απ'το κανονικό. Μήπως βιαζόσουν να με δεις. Κι εσύ. Λίγο ακόμη. Ένα γέλιο. Ένα αστείο για το Λας Βέγκας. Ή τον υπερευρυγώνιο υπερφακό. Τα'λυσα κρυφά να μη με δουν οι συνεργάτες. Οι συνεργοί. Σύμμαχοι. Δε με είδαν, δεν καταλάβαν τίποτα. Δεν κοίταξαν όσο εγώ σήκωνα το πόδι στον αέρα σχεδόν διακριτικά και τραβούσα το βρωμιάρικο σχοινί από τις δυό του άκρες. Δεν είδαν. Είπανε και να φύγουν μάλιστα. Μισό λεπτό, έχω ένα πρόβλημα με το παπούτσι. Πόση ώρα να πάρει όλο αυτό. Φιόγκος διπλός. Δεν πρόλαβες. Το γέλιο μου. Και τα κατσιασμένα μου μαλλιά να σέρνονται στο πεζοδρόμιο. Σωστή στιγμή. Για να κατέβεις. Από τον όροφο ένα στον μηδεν. Να δεις μια πλάτη σκυμμένη στα πόδια σου, έναν μαλλιά ψηλότερο και από'σένα. Μια αθώα κοντή λίγο πιο δίπλα κάτι να τραγουδάει. Έκανα ό,τι μπορούσα. Κι εσύ φαντάζομαι. Τώρα εδώ. Εγώ. Χωρίς ούτε τις κάλτσες. Φαντάζομαι πως χτυπούσες το πόδι σου ανυπόμονα στο πάτωμα. Πως μέσα στο κεφάλι σου είναι το δικό μου κεφάλι. Κολλημένο στην πόρτα. Μία πόρτα. Βαριά και πάντα ανοιχτή τα απογεύματα. Ακούμπησα την κλειδαριά στο αυτί κι έριξα ένα δυό χαμόγελα, λίγο υπερβολικά, λίγο λίγα. Κούνησα και το χέρι. Να φανώ άνθρωπος κατάλληλος για αποχαιρετισμούς. Στη μασχάλη σου σφηνωμένο το άδειο μπουκάλι. Χυμός ρόδι 3 ευρώ. 3 γουλιές. Τους παλιοκλέφτες. Κάπου στο μάγουλο έχω τη μυρωδιά και ίσως να πετούσα και λίγα ακόμα λεφταδάκια για να κρατήσει ως το πρωί. Έτσι φαντάζομαι πως γίνανε τα πράγματα. Στη διαδρομή πως με σκεφτόσουν. Και πως ντρεπόσουν να με συζητήσεις. Αυτά σκέφτομαι τώρα εδώ, τα λέω ή τα γράφω. Σε ανθρώπους. Όχι σε 'σένα. Αλίμονο. Τι να σου πω. Σ'εσένα τι να πω. Τώρα θα'χεις κλείσει διάφορα φώτα. Πράσινα μάτια. Θα ονειρεύεσαι το γκραν κάνυον και την μπλε σου μάστανγκ. Κι εμένα κάπου αργότερα. Να 'χω θλιμμένα μάτια. Χαρούμενη στο σύνολο του προσώπου που συντηρώ. Μέσα σε κανένα απ'αυτά τα ελικόπτερα που ναύλωσες να σε πάνε να σε φέρουν. Θα είμαι κι εγώ. Έτσι μου ήρθε μόλις. Εκεί ακόμα θα σου ζητάω συγγνώμες του αέρα για 'κείνη την επίγεια κλωτσιά. Κάτω, πριν. Εγώ με φόρα από τα δάχτυλα, εσύ με πόνο στο καλάμι. Έτσι κάπως μπορεί να γίνει. Να γίνεται. Να συμβαίνει τώρα. Σε όνειρα. Τα βράδια. Που εγώ λύνω και δένω.
είπε η aniaris στις 04:20 | 2 λόγια
11.11.10
Τι να τη σκοτώσω. Γιατί. Παρέα είναι. Κίνηση. Αυτή και τα δάχτυλά μου. Πρέπει να 'χει οχτώ μάτια. Και τέσσερα πόδια. Κανονικά πράγματα δηλαδή. Είναι κανονική αυτή η μύγα. Γυροφέρνει. Ίσως να'τανε φίλη μ'αυτήν που έπνιξε με τη θέλησή του ο άντρας των σπιτιών. Στο νεροχύτη. Έτρωγα. Άμα τρώω δε δίνω σημασία σε κανέναν που σκοτώνει. Κανέναν γενικά. Άμα τρώω. Ή και πάντα. Αυτή η νύχτα.
Η νύχτα αυτή. Μισή.
Ταξί για πάνω. Ψηλά. Όχι πολύ. Ίσα ίσα να βλέπεις κάτω την πόλη να απλώνεται στα πόδια σου σαν μπλα μπλα μπλα. Ανεβαίνεις, νιώθεις τη χλιδή στο παπιγιόν του γκρουμ. Υπάρχει γκρουμ. Άνθρωπος ντυμένος γκρουμ. Μας ρωτάει πού πηγαίνουμε. Του δείχνουμε τη φασαρία. Κάνει επίκυψη, λέει περάστε. Περνάμε. Μέσα στο μπολρούμ (του γκρουμ) χορεύει ο ψηλός. Γνωστός, σκατόφατσα. Τα κορίτσια τον γουστάρουν. Όλη τη βδομάδα είναι κρεοπώλης, τα Σαββατοκύριακα καβαλάει άλογα χωρίς μπλούζα και τα βράδια χορεύει σάλσα. Μαζί μου. Τρέλα. Κοιτάει τον εαυτό του συνέχεια στον καθρέφτη. Του αρέσει. Αρέσει. Είναι εκεί λοιπόν και χορεύει. Κοιτάει με νόημα την ντάμα του. Αυτή έχει κάτι βυζιά υπερυψωμένα ως το στόμα της και δυό μαύρες γραμμές στα μάτια που φτάνουν ως τ' αυτιά. Κοιτάει κι αυτη με νόημα. Πολύ νόημα. Και χορεύουν. Με νόημα. Πραγγέλνω λευκό σε χαμηλό και κοιτάζω. Γκόμενοι παντού. Ημιγκόμενοι. Ξυρισμένα στήθη, είδα και κάτι ξυρισμένα χέρια, χόρεψα μαζί τους, με τσιμπούσαν, ξυρισμένες μάπες, γάμπες, αρώματα παντού. Εσύ δε φοράς. Αν φορούσες θα σου το'λεγα. Να μη φοράς. Αλλά δε φοράς. Κι εκείνη την ώρα που προσπαθούν τα ρουθούνια μου να σε θυμηθούν μέσα σ'αυτήν την αηδία της ψεύτικης μυρωδιάς, με πιάνει ο Κουβανός. Έχει τρίχες στην πλάτη κι ιδρώτα στις μασχάλες. Όλα σωστά. Ανοίγει τα πόδια μου με τα γόνατά του και με στριφογυρνάει, μου μεταφράζει στ'αυτί τι λέει το τραγούδι, κάτι για να ζεις τη ζωή σου και να χαμογελάς. Χαμογέλα μου λέει και με πιάνει από τη μέση. Χαμογελάω. Γιατί είναι άντρας και το είπε. Το κομμάτι τελειώνει, μ'αφήνει μόνη με το χαμηλό. Δε φαίνομαι μόνη, οι φιλενάδες γύρω μου τα λεν, αγκαλιάζονται άμα χαρούν, φιλάνε στο μάγουλο όποιον δουν. Είν'όμορφες όλες. Τα μαλλιά ισιωμένα, τα μουτράκια τους βαμμένα και περιμένουν να τον βρουν. Ονειρεύονται. Εκείνον. Θα τις χορέψει ένα χορό, ύστερα θα μιλήσει λίγο. Μια πρόταση ίσως. Θα'ναι αυτός. Κι εγώ μες στη μέση των ονείρων, ονειρεύομαι. Να'μαστε στην Κούβα. Ν'αφήσουμε τις μηχανές στα μπούτια μιας γυναικάρας που θα κάθεται και θα καπνίζει και δε θα ψάχνει τον αυτόν. Εκεί να χορέψεις μαζί μου μία ρούμπα. Μ'ανθρώπους γύρω σε κύκλο να πίνουν και να τραγουδάνε για τους ξένους. Εμάς. Να μας ποτίζουνε. Κουρασμένοι να ανεβάσουμε ρυθμό όπως θέλει η φιέστα αυτή. Γυρίσουμε δε γυρίσουμε εγώ να σε θέλω όπως σήμερα εδώ, όπως χτες εκεί. Φεύγω, κατεβαίνω με τα πόδια. Το σπίτι σου. Μέσα ένας μαντράχαλος. Κοιτάζει την τηλεόραση. Τρώει στον καναπέ σου κι ύστερα θα πέσει στην πλευρά που κοιμόμουνα όταν ήθελα εγώ. Λίγα βήματα πιο'κει, διασταυρώνονται οι οδοί. Εδώ ξεχνιούνται οι άνθρωποι απ'τη μιά, απ'την άλλη ξεκουράζονται. Θα χτίσω με τα χέρια μου εδώ. Θα μείνω εδώ. Έτσι είπα. Έτσι θυμάμαι να 'χες πει πρώτος εσύ. Κι η νύχτα όλη ήτανε μισή.
είπε η aniaris στις 02:31 | 0 λόγια
7.10.10
Είναι ψηλή. Κορμάρα. Δε φαίνεται σαράντα. Ίσως και να μην είναι. Θέλω να είναι. Σγουρά μαλλιά ξανθά, τα πιάνει ψηλότερα απ'ότι τα πιάναμε στο δημοτικό. Αφήνει πάντα μια τούφα να χωρίζει το πρόσωπό της στα δυό. Την πηγαίνει μια από'δω, μια από 'κει. Δήθεν την ενοχλεί. Αλλά όταν την ξεχωρίζει κάθε πρωί απ'τα υπόλοιπα μαλλιά, ξέρει πως αυτή η τούφα πρέπει να'ναι εκεί. Και συμφωνώ. Έγραψε τ'όνομά μου σ'ένα έγγραφο. Οι τόνοι της πάνω από τα γράμματα ήταν δυο ζουμερά μικρά κυκλάκια. Σαν όμικρον. Όμικρον πάνω απ'το άλφα. Όμικρον πάνω από το ύψιλον. Χαριτωμένο. Κοριτσίστικα καπρίτσια πάνω στο σοβαρό μου έγγραφο. Στο σημαντικό αυτό χαρτί της Μινεσότας και κάποιου φοβερού πανεπιστημίου. Τρέχα γύρευε. Έχεις δυό ώρες μου λέει. Έχεις μόνο ναι και όχι. Τίποτα άλλο. Μου γυρνάει τον κώλο της που 'χει γίνει ένα με το στενό τζιν, τον κουνάει και φεύγει. Τον κουνάει καλά. Μένω με τα ναι και τα όχι. Στην τρίτη ερώτηση θέλω να απαντήσω ίσως. Δεν έχει. Στη δέκατη η μόνη ειλικρινής απάντηση θα ήταν δε θυμάμαι. Βάζω όχι. Τα ρούχα μου είναι τα ίδια με τα χτεσινά. Οι μύξες μου τρέχουν απ'το πρωί. Στάζουν στο χαρτί. Είμαι μια αηδία. Βήχω, φτύνω, έχω γεμίσει την αίθουσα συνεδριάσεων μικρόβια και τσαλακωμένα χαρτομάντιλα μίστερ γκράντ. Ναι. Ναι. Όχι. Ναιαιαιαι. Απαντάω απ'έξω μου. Συμπληρώνω τα κουτάκια και κάνω γκριμάτσες, μιλάω μόνη μου. Ευτυχώς δεν υπάρχει ερώτηση αν τα λες με τον εαυτό σου πότε πότε ενώ συμπληρώνεις ερωτηματολόγια. Πεντακόσιες ερωτήσεις και κάτι ψιλά. Το'κανα. Μ'άρεσε. Μ'αρέσουνε αυτά. Τα γκάλοπ ας πούμε και οι αιτήσεις. Ονοματεπώνυμο, οδός και αριθμός, τι θα ψηφίσετε και πόσο σας αρέσει η κομπόστα απ'το 1 ως το πέντε. Βγήκα κουρκουτιασμένη, άσχημη, πρησμένη κι εκείνη με περίμενε. Γύρισε το -παραδόξως έξυπνο- κεφάλι της με χάρη και με κοίταξε. Με τη γνωστή τούφα να αγκαλιάζει τώρα το αριστερό της ρουθούνι και λίγες τρίχες από αυτήν να την κρατάνε κολλημένη στο γραμμένο της στόμα. Θεϊκό συμβάν. Καθόλου σύμπτωση. Σίγουρα ξέρει αριβώς πώς να το κάνει. Με συμπαθεί. Κι εγώ. Χαμογελάω και την αφήνω. Ποτέ για πάντα. Το λεωφορείο πάει να μου την κάνει. Κάνω ένα σάλτο στη βροχή. Εντυπωσιακό. Φωνάζω στον οδηγό. Με ξέρει. Πού'σαι ρε κορίτσι, λέει, μας ξέχασες με το όχημα. Μου δίνει εισιτήριο. Θεέ μου αγαπώ την επαρχία. Κάθομαι δίπλα του μπροστά. Πατάει κόρνα. Άκου μου λέει, την άλλαξα. Χτύπημα στην πλάτη να του δείξω πως έκανε καλή επιλογή. Στάση στο κααμεα. Βλέπω την Έλενα. Τρέχει σαν τρελή. Τρέχει χαρούμενη. Τρέχει σαν Έλενα. Μου λείπει. Της είχα φτιάξει την ώρα στο κινητό κι εκείνη μου'χε κρατήσει την άλλη άκρη της κορδέλας. Ένας χρόνος πριν. Τι κάνετε εδώ μ'είχε ρωτήσει με το αθώο ύφος της, την αργή της φωνή, το αργό υπέροχο μυαλό της. Θα μετρήσουμε το σπίτι σας κι ύστερα θα το ζωγραφίσουμε της είχα πει κι ενθουσιάστηκε. Με πήρε απ'το χέρι, μου'δειξε το εργαστήριο κεραμικής και με αγκάλιασε με αφύσικη δύναμη. Έκλαψε άμα της είπα μια μέρα πως τελειώσαμε τη δουλειά. Της υποσχέθηκα να ξανάρθω. Δεν. Και τώρα ψήνει πηλούς, τρέχει χαρούμενη και μ'έχει ξεχάσει. Τι κορίτσι. Δεν κατέβηκα εκεί. Ήθελα. Αλλά. Ο οδηγός μού λέει φτάσαμε. Εδώ στάσεις είναι τα σπίτια των επιβατών. Κατεβαίνω. Άλλο κορίτσι στο δρόμο. Χαμογελάει πονηρά και με βρίζει αγαπησιάρικα. Σε πήρα κολούρι, της λέω. Κι εγώ, λέει. Τέσσερα κουλούρια, εγώ, αυτή, βρεγμένες δεκαοχτούρες, σπασμένη λεοπάρ ομπρέλα, κούκλος μανάβης χαιρετά, μας δίνει από ένα μήλο. Πλυμένα τα'χω, λέει. Τα σάλια τρέχουν πάνω στα μήλα μας. Τα μήλα του. Αχ κόλαση. Προσπερνάω. Εκείνη μένει να φάει τα υπόλοιπα λαχανικά. Μπαίνω στο βίντεοκλάμπ. Το αφεντικό καταριέται την καινούρια και μου ζητάει να γυρίσω πίσω. Του κάνω σουτ και ανεβαίνω στο πατάρι. Οι βιντεοκασσέτες μου. Σκόνη. Και κάνα ποντίκι. Σίγουρα. Παίρνω για άλλη μιά φορά την 1026 και την κάνω. Δίνω φιλί στον άντρα που ψάχνει στο ράφι των μόντι πάηθονς, σηκώνω το χέρι στον κωφάλαλο που με χαιρετάει ανάμεσα στις τσόντες. Κραταέι ήδη τρεις στο χέρι και ψάχνει ποια θα είναι η μία δώρο. Κλείνω το μάτι στο αφεντικό και του λέω όχι τώρα. Σπίτι. Η βιντεοκασσέτα χώνεται βαθιά στο μηχάνημα και γουργουρίζει. Τη γυρνάω πίσω. Ξαπλώνω στο χαλί και το λιοντάρι βρυχάται στην οθόνη. Έξω βρέχει. Μέσα όχι. Ο σκύλος ζαβλακώνεται μπροστά στο αερόθερμο. Κι είναι μια μέρα. Από αυτές.
είπε η aniaris στις 17:33 | 0 λόγια
5.10.10
Δε μιλάω. Δεν υπάρχει άνθρωπος. Δε βγαίνει κι η φωνή. Έτσι γίνεται άμα κολλάς. Αρρώστιες. Και συνήθειες. Συνεχίζει ο ύπνος. Εσύ έρχεσαι φεύγεις. Φεύγεις πιο πολύ απ'όσο έρχεσαι. Έφτιαξα ένα σπίτι μπας και μείνεις. Από σκόνη και μωσαϊκό. Έχει μια πόρτα κι ένα παράθυρο. Δυό στρώματα κι ενα κάρο γραφεία να με πονάει η μέση όταν βαριέσαι το αφρολέξ. Απ'έξω βλέπεις την αμερικάνικη αγορά να σου πουλαέι ό,τι σκατά θες. Βαρδάρης. Πάνω απ'τα φρουτάκια. Απέναντι απ'το καλύτερο μπουρδέλο. Δε βρήκαμε μπανιέρα να ξεπλυθούμε απ'το καυσαέριο, το υγραέριο και τα τρένα που μου πασάλειψες και μένα. Έτσι ταιριάξαμε στο μέρος. Τρεις μέρες υπαρκτής βρωμιάς και υπέροχων φυσικών αρωμάτων. Κι ύστερα οι πεντακάθαροι χρυσαυγίτες φοβερίζουν το παράθυρό μας, τα παράθυρα ολονών, φωνάζουνε, λένε έξω οι ξένοι από την υπέροχή μας χώρα και τους βλέπω, είναι κανονικοί. Τα πρόσωπά τους τα περίμενα αλλιώς, κάπως να ξεχωρίζουν σαν τους ξένους. Έτσι είναι μου λες και με καθίζεις. Μου κλειδώνεις τις μπαρέτες, ξύνεις το σουέντ. Πάμε για μάθημα, μαθαίνουμε, ξαναμαθαίνουμε, σνιφάρουμε χιουμέιντα, μυρίζουμε σαν άλλοι, σαν ξένοι. Κι είμαστε. Οι δυό μας. Μεταξύ μας. Εγώ με'σένα,εσύ με τις υπόλοιπες. Με σηκώνεις, ξανά, α τώρα είναι γρήγορο ας καθίσουμε, πάρε μιαν ανάσα, σήκω πάλι, μπες στον κύκλο, μην αφήνεις τον κύκλο, μην προσπερνάς, μείνε στον κύκλο, αγκαπάμε το γκύκλο. Σκατά. Κανείς δεν αγαπάει τον κύκλο. Θέλουμε την ελευθερία μας άνθρωπε. Πάμε καλύτερα να φάω τα πόδια μου στην Τσιμισκή, πριν τα φας εσύ. Μα τώρα μαλώνουμε για τα σλάιντς της βλακόφατσας. Τι ωραίος άντρας λέει η άλλη, τι καταπληκτικές φωτογραφίες λες εσύ. Σκατά να φάτε. Πάμε στο επόμενο δωμάτιο, ψηφιακό και δεν το θες. Έξι επί έξι στον πάνω όροφο κι έχεις κολλήσει, τρέχω ξοπίσω σου ν'αρχίσουμε καβγά. Τον στήνουμε στη μέση των ασπρόμαυρων, είσαι προκατειλημμένος σου λέω μαζί με άλλα τέτοια σοβαρά, έτσι μου απαντάς κι εσύ. Μας χωρίζει η κοπέλα να μου πει πως πούλησα. Να και τα λεφτά. Τι. Πούλησα λέει. Φωτογραφία. Δική μου. Ψηφιακή. Σε κοιτάω. Καλές είναι κι αυτές, διαβάζω στα μούτρα σου. Και το γιορτάζουμε. Πίσω στον κύκλο. Χορεύουμε στον κύκλο. Γιορτάζουμε στον κύκλο. Αγαπάμε τον κύκλο. Κι όλα τα σχέδια. Το πεντάγωνο κλειδί της Οδυσσέως, το κυλινδρικό σου φλάουτο, το τιπουτάφ, το τραπέζιο σχήμα της σοφίτας, τους ρόμβους της πίτας της ρίτας. Την τρίγωνή μου μύτη, τα ορθογώνια δόντια σου. Και προσθέτεις απ'το τηλεφωνο το τετράγωνο μυαλό. Το δικό μου. Τηλεφωνάς. Και το υψώνεις στο τετράγωνο άμα λάχει. Έφυγες και τηλεφωνάς. Μου εξηγείς κι από μακριά τι τρομερά όργανα δεν μπορούν να μου διαδάξουν στο ωδείο. Ξεφυσάω, κι αρχίζω να κάνω ζάπινγκ με το δώρο. Πατάω τα κουμπάκια και πρώτη φορά με υπακούν. Παίζω. Αλλάζω κανάλια ενώ κατουράω, μέσα απ'τον τοίχο, απ'το μπαλκόνι, με τo πόδι, αχ το καινούριο μου τηλεκοντρόλ. Τακτοποιώ τα βιβλία, τα νέα μαζί με τα παλιά, όλα μαζί, να ταιριάζουν, ψηλά, κοντά, ακουμπιούνται, μυρίζουν, τα 15 του μπουκόβσκι στη μέση, μπόρις βιαν στα δεξιά, χάινριχ μπελ αριστερά, φυσάω απ'την τρομπέτα του παυλή, δε βγάζω ήχο, σκόνη μόνο, χόρτο και κεζάπ. Μαζεύω λεφτά να φτιάξω το πικάπ. Μαζεύω λεφτά να φτιάξω τη ζενίτ. Μαζεύω λεφτά γιατί μ'αρέσουν. Κι ανθρώπους. Να'χω. Να μιλάω όταν μπορώ.
είπε η aniaris στις 22:40 | 0 λόγια