Κακοήθης νεοπλασματική εξεργασία
δεν διαπιστώθηκε. Το υπογράφουν δύο δόκτωρες. Το βρέχει αλμυρή χαρά. Το διπλώνω στα τέσσερα και το αφήνω πίσω με ό,τι άλλο μου έδωσαν εκεί. Τις εύθυμες ψαλμωδίες των καθολικών, τη μελαγχολία της μαύρης χωρίς όνομα, την γκρίνια της ραντζογειτόνισσας, τους δύο άψυχους, τον γλοιώδη πέφτουλα νοσηλευτή, τις συζητήσεις για ασήμαντες σαπουνόπερες ανάμεσα σε καταθέσεις ψυχής. Αφήνω πίσω τον πόνο του καθενός. Αφήνω αλλά δεν ξεχνώ λόγια ανθρώπων ίσων προς ίσους. Κι ας ήταν αμόρφωτοι με μορφωμένους, λευκοί με μαύρους, άντρες με γυναίκες, νέοι με γέρους, πλούσιοι με φτωχούς. Όλοι εκεί μέσα είμαστε ίσοι, είπε η διάσημη που δεν είδα. Κι είχε δίκιο. Γιατί ο πόνος είναι ίδιος παντού.
Ξέρω ότι θα ξεχάσω το συναίσθημα αυτό το τωρινό. Ας φύγει. Δε με νοιάζει. Αρκεί να θυμάμαι ότι κάποια Χριστούγεννα είδα τι πάει να πει
θνητός.