28.11.22

Έχει έναν παράφορο τρόπο να αγαπάει τα πράγματά μου

«Κοίταξε Ανιώ, εγώ θέλω να ζήσω μαζί σου και δεν με νοιάζει αν νομίζεις πως θέλω να πεθάνω μαζί σου»

Έχει έναν παράφορο τρόπο να το δείχνει

(Όταν πήγαμε στον καταρράκτη κλώτσησε έναν βράχο και είπε: Με αυτόν εδώ τον τρόπο σου παραθέτω την αγάπη μου)

Μια βδέλλα δεν αποκολλάται Στέφανε θέλει ειδικό χειρισμό εκτός αν έχεις πολύ αίμα πολύ αίμα

Τα δικά μου χείλη είναι λευκά

Τώρα το σκυλάκι μου έχει τεντώσει το ενδιαφέρον του πάνω στην πόρτα ίσως φοβάμαι

Είναι μαύρο

Χόρτασα σήμερα παρέα πρωί μεσημέρι βράδυ με στήριξαν ο ένας μετά τον άλλο για πόσο

Έχω αποκτήσει αυτή την ψυχραιμία του σταθερού αέρα πάνω σε ένα ψηλό σημείο. Χτες την ίδια ώρα η καρδιά μου χτύπαγε το κρεβάτι και τώρα τα έφερα όλα ανάποδα δηλαδή στη θέση τους. 

Οι υπόλοιποι ας μη συνεχίσουν να με αγαπούν αν μπορούν

Σε ένα διαμέρισμα χωράμε όλοι δικού μου σχεδιασμού και κάποιοι απ’ έξω σας ψάχνουν μα κανένας ιδρώτας είμαστε μαζί εγώ κι εσείς σφιχταγκαλιασμένοι και δεν φοβάστε μήπως σας αφήσω. Εγώ μόνο

φοβάμαι μήπως σας πάρω από μένα

Λεμονιά μου φλάουτο και massive attack χοντροκομμένο μου αγόρι της δίωξης ηλεκτρονικού εγκλήματος και παράφορα πράγματα γεια 

Έχω τον τρόπο να ξέρω αυτό που δεν ξέρει κάποιος ότι το έκανε

Το έκανε

Και θα το ξανακάνει

Κι εγώ θα είμαι εδώ να το δω

Και να το ξαναδώ


10.11.22

Από μια άκρη του παλτού κράταγα 

τον πατέρα μου έπεφτε έπεφτε

ύστερε με αγκάλιασαν όλοι και κοιτάζαμε πέρα

ήταν παντού η θάλασσα όπως του Χαραλάμπη

(την αγάπη μου τη σκότωσα αλμυρή) 

σκότωσα ένα μικρό κομμάτι υφάσματος

που έμεινε στα χέρια μου

ο πατέρας μου πώς γίνεται τώρα

να  κάθεται πάνω μου πέφτω 

πόσο πολύ γελάμε

μπαμπά μου στο αμάξι 

τι σημαίνει η ερώτηση -αν τον χάνατε από πάντα; 

δεν χάνεται το κεφάλι μου

λουλουδάκια μου με ρίζες στα μαλλιά μου

και πόδια του που μυρίζετε κάλτσες είμαι θυμωμένη 

μαζί σας

ένα μάρμαρο πέφτει αντί για εμάς -πώς μπερδεύτηκα έτσι-

και κόβει εννιά ορόφους

πρέπει να πληρωθώ θέλω το χατίρι μου μα ένα μάτι 

γαλάζιο καρφώθηκε στον λαιμό μου

είναι εβραϊκό κι όμορφο κι εύχεται

να μην πέσω τι ύστερο! τι όμορφη 

γυναίκα που είμαι καθώς μεγαλώνω

μακραίνω και πατάω κάτω ένα πάτωμα

εγώ το σχεδίασα έτσι άφθαρτο παγωμένο

το έκανα να με κοιτάζει και να είναι κοντά

ένα ισόγειο σπίτι

καλεσμένοι

χωρίς έναν φόβο

ο μπαμπάς μου κοιμάται πίσω στο δωμάτιο

29.10.22

Εγώ ήξερα ποια είμαι.

Όταν οι άλλες έφυγαν χωρίς η Μαρία να έχει μοιράσει το τελευταίο πεντακοσάρικο που φρόντισε να εξασφαλίσει στα κάλαντα πηγαίνοντάς μας να τα πούμε σε μια θεία της ενώ εγώ προηγουμένως με δικαιοσύνη είχα μοιραστεί με όλες μας το χιλιάρικο του Βασίλη Καρά, γείτονά μου και πατέρα της Ειρήνης που παίζαμε κάτω στο πάρκο και στον οποίο κάθε χρόνο έλεγα τα κάλαντα -φροντίζοντας να ρίχνω κλεφτές ματιές στο πώς μπορεί να είναι το σπίτι ενός ανθρώπου που διαφέρει από εμάς τους άλλους- όταν λοιπόν αντιλήφθηκα ότι η Μαρία μας έκλεψε και μας αδίκησε είπα στον πατέρα μου να σταματήσει το αυτοκίνητο για να κατέβω να τρέξω να τις προλάβω. Τις πρόλαβα. Γύρισα πίσω με τις εκατόν εικοσιπέντε δραχμές μου στην τσέπη και τη γνώση ότι κάποιους ανθρώπους πρέπει να τους φέρνεις αντιμέτωπους με την κλεψιά τους, όχι γιατί πρόκειται να αλλάξουν αλλά γιατί πρέπει να ξέρουν πως δεν μπορούν να το κάνουν αυτό μαζί σου. Η Μαρία, ταραγμένη, δεν επέμεινε καθόλου, όπως αρχικά προετοιμάστηκα ότι θα κάνει, στο ότι τα λεφτά είναι δικά της και μόνο, βρήκε απλώς ένα ψέμα που θα την κάλυπτε τουλάχιστον μπροστά στις άλλες, ότι δήθεν το ξέχασε, κοιτώντας με με κάποιο τρόμο να δέχομαι χωρίς ενστάσεις την επιλογή της γιατί κατάλαβα πως δεν θα μπορούσα να βγάλω τίποτε από την επιμονή μου να υψώσω την αλήθεια, παρά μόνο χάος, περισσότερο ψέμα και ποτέ την ταπεινή παραδοχή από την ίδια αυτού που πραγματικά ήταν η Μαρία.  Ήμουν εννιά χρονών. Το δίκιο πλημμύρισε τη μικρή μου ψυχή και τότε αποφάσισα να το αναζητήσω. Μεγαλώνοντας έκανα συχνά το ίδιο. Μια φορά, στο πάρκο ένα πολύ μεγαλύτερο κορίτσι που έκανε πάντα φασαρίες με τα μικρότερα παιδιά και φυσικά λόγω της διάπλασής της κανείς δεν της αντιστεκόταν, έπιασε εμένα και τη φίλη μου τη Βάγια και μας τρομοκράτησε για κάτι που δεν θυμάμαι τώρα ότι κάναμε ή είπαμε και την είχε ενοχλήσει. Μας έβαλε πλάτη σε ένα ψηλό οριζόντιο σίδερο όπου η μέση μας τώρα είχε πιεστεί ώστε τα πρόσωπά μας να αποφεύγουν το πρόσωπό της που είχε κολλήσει πάνω στο δικό μας ζητώντας εξηγήσεις. Έσκυψα στη Βάγια και της είπα τρέχα. Η Βάγια το έκανε την ώρα που το κορίτσι είχε γυρίσει το ενδιαφέρον της σε μένα· είχα κάνει κάτι το ανήκουστο, μια σκευωρία μπροστά στα μάτια της. Τι της είπες, με ρώτησε πιέζοντας κι άλλο τη μέση μου η οποία είχε αρχίσει να λυγίζει επίπονα πάνω στο χοντρό σίδερο. Τότε ήταν στη μόδα μια φράση που μου ´ρθε άμεσα να της πω και το έκανα με ένα θάρρος απαράμιλλο για την κατάσταση στην οποία βρισκόμουν: Γούστο μου, καπέλο μου και καμποϊλίκι μου! είπα και τα μάτια της θόλωσαν από τον θυμό, μια στιγμή που πάντα θα θυμάμαι κι ευχαριστήθηκα, λίγο πριν με σπρώξει δυνατά και η μέση μου μού δώσει έναν πόνο, που επίσης θα θυμάμαι, στο μικρό μου σώμα των δέκα μου χρόνων, ένας πόνος που άξιζε, που ήταν κάτι σαν τρόπαιο της αντίστασής μου, μια απόδειξη ότι είχα πει το σωστό πράγμα, ότι το κορίτσι που τα έβαζε με όλους και κέρδιζε είχε βρει σε εμένα κάτι το νέο, κάποιον που δεν τη φοβάται, κάτι που δεν ήξερε ως τότε τι είναι και γι’ αυτό δεν είπε τίποτε άλλο παρά έτρεξε μακριά στην κατεύθυνση που είχε χαθεί η Βάγια, δήθεν να την προλάβει κι αυτή μα την είδα να αλλάζει δρόμο και να πηγαίνει στο σπίτι της κι έκτοτε να μην ξαναενοχλεί ούτε εμένα μα ούτε και τη Βάγια, τη φίλη μου που είχα σώσει ίσως επηρεασμένη από κάποια ταινία. Το δίκιο -μια έννοια όχι πάντοτε απόλυτη στην απονομή της γιατί κάποιο δίκιο ίσως να είχε και το κορίτσι και η Μαρία να έρθουν σε αυτήν την κατάσταση να με κλέψουν ή να με χτυπήσουν, ενώ ήταν μικρά παιδιά, σαν εμένα, ανήμπορα ίσως να συνειδητοποιήσουν την επιλογή αυτή κυρίως γιατί δεν ήταν δική τους επιλογή να εκφράσουν έτσι τη λύπη ή τη σύγχυση που τους προκαλούσε η ζωή- είναι κάτι που με συγκινεί. Υπήρξα άδικη κι εγώ κι έκλεψα και μάλωσα αν και δεν χτύπησα ποτέ κανέναν. Έκλεψα κάποτε μια μικρή σφραγίδα από τη φίλη μου τη Βαγγελίτσα, είχα ζηλέψει τόσο πολύ το σχήμα της και δεν ξέρω τι με έπιασε και την έβαλα στην τσάντα μου και την έφερα σπίτι καταϊδρωμένη από τις ενοχές και τον φόβο της πιθανής ανακάλυψης, έτσι καταχώνιασα τη μικρή πράσινη σφραγίδα στην πάνινη τσάντα που είχα για το μπαλέτο τυλίγοντάς τη μέσα στο κόκκινο κορμάκι μου, μια κρυψώνα ανόητη και σπασμωδική γιατί λίγο πριν είχα κάνει ένα μεγάλο σφάλμα. Θέλοντας μάταια να ευχαριστηθώ το σχέδιο της σφραγίδας πήρα ένα χαρτί και το έβαλα πάνω στον θερμοσυσσωρευτή που είχε μια ωραία στιλπνή επιφάνεια και το σφράγισα όλο. Για κακή μου τύχη -η συνήθης τύχη του παραβάτη- μου ξέφυγε το αποτύπωμα πάνω στον θερμοσυσσωρευτή. Ο πανικός μου, που τον θυμάμαι σαν τώρα στα οχτώ μου χρόνια ζωής, ήταν καθηλωτικός. Το σάλιο μου δεν μπορούσε να βγάλει το χρώμα, το νερό το ίδιο, και η άγνοιά μου για τα υλικά με όπλισε με ένα μαχαίρι για το βούτυρο να ξύνω την επιφάνεια της συσκευής και να δημιουργώ ένα απίστευτο λάθος το οποίο όμως έκρυβε τουλάχιστον το αποτύπωμα της στάμπας, το αδίκημα που είχα διατελέσει. Η μητέρα μου το ίδιο απόγευμα βρήκε τη σφραγίδα και με έφερε μπροστά στην ευθύνη των πράξεών μου. Επέστρεψα τη σφραγίδα και δεν ξαναέκλεψα ποτέ, όχι γιατί φοβόμουν την αποκάλυψη, την ντροπή ή τον θυμό των γύρω μου. Ο πανικός και οι ενοχές μου ήταν εκείνα που αφόπλισαν την ανάγκη μου για κλέψιμο και που έκαναν κυρίως οποιαδήποτε ζήλια στη ζωή μου να αφανιστεί αφού οι στιγμές που πέρασα με αυτό το ξένο αντικείμενο στην κατοχή μου ήταν στιγμές παραλογισμού, δυσάρεστες και μοναχικές, στιγμές απελπισίας και καμίας ευχαρίστησης όπως ήλπιζα να έχω όταν πρωτοέβαλα τη σφραγίδα στην τσάντα μου. Η ζήλια με την οποία ήρθα αντιμέτωπη τόσο νωρίς, είναι κάτι τόσο διαβρωτικό που τη διαδρομή της τη διαισθάνθηκα τότε, εκείνη τη μέρα, μπαίνοντας για λίγο και ποτέ ξανά στην απεριόριστη διαστρέβλωση της μικρής και αδιαμόρφωτης προσωπικότητάς μου που κι όμως! κλονίστηκε κι έκανε μια τεράστια επιλογή. Δεν θέλησα ποτέ έκτοτε να είμαι ή να έχω κάτι που δεν ήταν ή δεν ήταν δίκαιο να γίνει δικό μου νομίζοντας πως δεν θα ξαναντικρίσω τον φθόνο, την κλεψιά, το άδικο ή το ψέμα αφού είχα αποφασίσει να μην τα πράξω εγώ. Και βέβαια τα συνάντησα, όχι τόσο όπως θα περίμενε κανείς στην παιδική μου ηλικία μα όταν πια μεγάλωσα και περίμενα πως κανείς δεν έχει τίποτα πια να αποδείξει σε κανέναν μα ούτε και να αποφασίσει να υποφέρει έτσι όπως υπέφερα εγώ πάνω από τον θερμοσυσσωρευτή μου. Ένα ένα τα γεγονότα είναι φριχτά κι όλα μαζί συμπράττουν σε ένα έργο συνεχές και άθλιο κι ενώ πολλές φορές βρίσκω πως δεν έχει νόημα, όπως τότε που ξεμπρόστιασα τη Μαρία, να τα απαριθμήσω μπροστά σε όλους, αντιθέτως βρίσκω άλλοτε το νόημα να μεταφέρω οπουδήποτε το μήνυμα ώστε να το ακούσει και εκείνο το κορίτσι που κάποτε ξεκίνησε γνωρίζοντας τι κάνει μα και που έχασε έπειτα κάθε συνείδηση των πράξεών του ώστε τώρα έχει γίνει αυτή η ίδια η παραμόρφωση της ζήλιας και της μίμησης, απαλλαγμένη από κάθε πιθανή επιστροφή σε ό,τι η ίδια μπορούσε να είναι, αυτούσια και καθαρή, ευσυνείδητη και ήσυχη. Όπως η σκιά μου, έτσι κι εκείνη -πάρεργο ώστε να αξίζει να μιλάω για αυτή την ίδια μα ταυτόχρονα κάτι που ανακινεί το αίσθημα της αλήθειας ή της δικαιοσύνης που με συγκινούν- με ακολούθησε σε μια πορεία αυτοδημιούργητη και βέβαια κατάφερε όπως οποιοσδήποτε εργατικός μίμος να την ανασυγκροτήσει σε μια όμως παρωδία, μια καθ’ ομοίωση ευτελή ανακατασκευή άσχημων εικόνων, άσχημων ποιημάτων, απαρηγόρητα άσχημων απομιμήσεων, μέσα στην οποία εξαρχής μα ως και τώρα παραβιάζει οποιοδήποτε ηθικό, εσωτερικό, εμπόδιο που θα μπορούσε να συγκρατήσει την ορμή του φθόνου. Μην μπορώντας πια να βασιστώ στην παύση που νόμιζα πως θα επέλθει με τα χρόνια και ανακαλύπτοντας πόσο ικανή είναι ακόμη και να λειτουργήσει δόλια τη στιγμή που ένας τρίτος άνθρωπος ίσως να πεθαίνει, θέλοντας να υφαρπάξει τον δικό μου ακούσιο συγκλονισμό και μέσα στην αλλοιωμένη συνείδησή της δικαιολογώντας φαντάζομαι τη χρονική στιγμή ως κάτι το τυχαίο μόνο και μόνο επειδή θα μπορούσε οποιοσδήποτε να πιστέψει ότι είναι τυχαίο -έτσι αλλοιώνεται η συνείδηση, έτσι λειτουργεί ο φθόνος και σε μετατρέπει, σε κάνει να μετράς τις πράξεις σου μόνο σε σχέση με το τι μπορεί να αποδειχθεί, ή τι μπορεί να μοιάζει με αλήθεια και όχι να είναι- μην μπορώντας πια λοιπόν να βασιστώ στην αυτογνωσία που ένας παθολογικός αντιγραφέας δεν διαθέτει, θυμάμαι τη Μαρία, τη Βάγια, τα κάλαντα, εμένα, τη ζήλια των παιδικών μου χρόνων. Δεν υπάρχει κάτι άσχημο στον κόσμο που δεν το κατανοώ όταν εκείνο πρώτα έχει κατανοήσει τον εαυτό του κι αν φτάνω να θυμώσω με κάτι λυπηρό είναι επειδή παραβιάζει κατ’ εξακολούθηση την προσωπική μου ζωή και εμφανίζεται συνεχώς μπροστά μου μαύρο και νοσηρό, επιζητώντας θλιβερά την προσοχή και κυρίως να προλάβει να είναι αυτό που είμαι. Μα ο θυμός μου περνάει και το μόνο που μένει κάποιες φορές είναι η επιθυμία για αποκάλυψη και κάθαρση -η οποία πάντα διερωτώμαι πώς γίνεται να μην τη φοβίζει τόσο ώστε να σταματήσει αυτό το παραλήρημα- κι ενίοτε ο τρόμος που νιώθω όταν μπαίνω στη θέση της και αντιλαμβάνομαι ως θύτης τι έχω κάνει πρώτα σε εμένα, ο τρόμος κι η θλίψη του να διαισθάνομαι πως δεν έχω τίποτε που να είναι απολύτως αληθινό. Απολύτως απολύτως αληθινό και δικό μου.

https://www.protothema.gr/blogs/elsa-barda/article/1021316
22.10.22
Η καρδιά μου κάνει κάτι ανεξέλεγκτο, το μάτι μου είναι φοβερά πρησμένο και τώρα ξαφνικά μου ´ρθε η μικρή πέρδικα που είχα σώσει στον δρόμο, ήμουν κι εγώ μικρή στην Τούμπα, Ιωάννου Γκούρα 27, μια άλλη φτώχεια αλλά μεγάλη ευτυχία με τη μαμά μου, πρέπει να σου μιλήσω. Η καρδιά μου θα φύγει. Κόψανε όλα τα κλαδιά, όλα τα δέντρα έξω κι ίσως είναι λογικό το ότι δεν ανασαίνω απόψε, τι κάνουν οι άλλοι; Είπα όχι στον μοναδικό άνθρωπο που με αγάπησε ως το τέλος και δεν μπορώ να αναπνεύσω λίγο αέρα, παιδί μου να τα βάλω σε σειρά. Μου είπε να παντρευτούμε, τι μεγάλη χαρά, είπα όχι. Αυτή ήταν η τελευταία φορά που δεν θα παντρευτώ και πρέπει να σου μιλήσω για το πόσο πιστεύω ότι ένας άνθρωπος μπορεί να με αγαπάει πολύ με τη διαίσθησή του μονάχα και να είναι αυτό αρκετό, να θέλω να είναι αυτό αρκετό για να είμαι τρανκίλ πια, έτσι έγραψε ο Γάλλος στην κριτική του ότι είμαι γαλην 

Είπα όχι σε αυτήν την πιθανότητα.

Τώρα θα με κρατούσε σαν μωράκι, ίσως ροχάλιζε βέβαια γιατί έχει μάλλον κάποιο πρόβλημα με τη μύτη του που το είχα συνηθίσει, θα με παρηγορούσε όμως αυτό όσο μπορεί να με παρηγορήσει κάτι. Τώρα θα με κρατούσε σαν μωράκι κι έπειτα θα φτιάχναμε και κάποιο άλλο και θα φεύγαμε από ´δω πέρα γιατί του αρέσει το ρίσκο κι εμένα μ´αρέσει να παρασέρνομαι. Θα ήμουν και παντρεμένη που είναι κάτι που μου αρέσει να είμαι γιατί είναι μια απόφαση και αυτό το χρειάζομαι.

Είπα όχι σε αυτή την

Μου είπε θέλω να σε δω να γερνάς! Ε; Ωραίο; Τι πιο ωραίο; Γίνει-δεν γίνει, το ´πε. Ωραίο;

Έτσι, σκέφτηκα κι εγώ πως ίσως τελικά μπορέσω να γεράσω.

Είπα όχι

Μετά πήρε ο καθένας τον δρόμο του, η γιαγιά του πέθανε σήμερα κι εγώ του μίλησα για την αγάπη τη δική μου σαν να ήταν καλή. Ελπίζω να με συγχωρέσει κάποιος. Ελπίζω περισσότερο βέβαια να ήταν καλή (η αγάπη μου), γιατί να μην είναι; αληθεύει πως είμαι ικανή να αγαπήσω χωρίς όρια οτιδήποτε.

τρανκίλ

Είπα όχι για το καλό κάποιων συστατικών κάποιων άγνωστων αντικειμένων. Αυτή είναι η μόνη πιθανή εξήγηση!

«Θέλω να γίνεις η γυναίκα μου και θέλω να είσαι ευτυχισμένη!»

Το μάτι μου παραιτήθηκε όπως βλέπεις στη φωτογραφία που επισυνάπτω και παραιτήθηκα κι εγώ από την αλοιφή που αγόρασα, δεν έχει νόημα να πιέσω την όραση. Η καρδιά μου; Ηρέμησε τώρα λιγάκι, όταν σου γράφω δεν με πιέζει πολύ να μεταβώ σε κάτι άλλο. Ο πυρετός έφυγε τελείως αλλά μου άφησε κουσούρια. Χρωματισμούς, αστάθεια, παγωμένα νύχια, λίγη απέχθεια, λίγη απόγνωση τη νύχτα. Η εξάντλησή μου είναι εμφανής σε κάθε βήμα, αν και σήμερα που επανήλθα στη δουλειά με ρώτησαν στο εργοαστάσιο της Isomat πότε τελειώνω τις σπουδές μου, να είσαι σίγουρος ότι ήταν το κύκνειο άσμα μου πριν γυρίσω στην εξόντωσή μου. 

Είπα όχι δεν θέλω να σε παντρευτώ, δεν γίνεται κάτι τέτοιο. Θέλω μόνο να ηρεμήσω!

Έχω ξαπλώσει και σου γράφω. Ξαπλώνω δέκα μέρες τώρα. Δεν κατάλαβα πότε αρρώστησα και γιατί δεν έχω τίποτε γνωστό, παρά ένα ποτ πουρί γελοίων διαταραχών, είπα απλώς όχι και έγιναν όλοι επαναστάτες, σπλήνες αγγεία, φερέφωνα της δειλής καρδιάς! 

Επανάσταση κι εγώ! Θα κοιμηθώ αμέσως.

Καληνύχτα κλειστό μάτι, καρδιά, χρώματα της κοιλιάς, έντερα, γάμπες, λαιμέ λαιμέ, φωτάκια της ψυχής μου σβηστά, καληνύχτα ήπαρ, σταματήστε τον θόρυβο, στη θέση σας, καληνύχτα



13.10.22
Στο μουσείο προτίμησα να μείνω απόμακρη, με τράβηξαν κοντά τους ωστόσο οι μικροί ξεχασμένοι διάδρομοι των ντοκουμέντων, γεμάτοι εκατέρωθεν με χαρτάκια και βιβλία που περιείχαν τις εξηγήσεις όλων των πραγμάτων, της καταγωγής των ιδεών και της γενικότερης και ειδικότερης καταγραφής η οποία δεν με ενδιέφερε ούτε γλωσσολογικά, ούτε εννοιολογικά, ήταν όμως η εικόνα τους, αυτή η συμπαγής χαρτοκολώνα -όλα μαζί τα τυπωμένα φύλλα έμοιαζαν από μακριά σαν ένα μεγάλο πουγκί χάρτινο κι αφυδατωμένο, με φως, με υπόσταση, με λόγια και υφές και χρόνο και με μάτια από μια κάθετη τζαμαρία πίσω μόνο τα δικά μου- που με πέταξε παράμερα σε αυτά τα κλειστά μικρά τούνελ τα οποία το γεμάτο κόσμο μουσείο διατηρούσε σε μια ασφαλή απόσταση από τα πραγματικά έργα. Ο Βαν Γκογκ, ο Πικάσο, ο Σαγκάλ βρίσκονταν υπό την αιγίδα των σπασμένων ματιών του Λάμπρου καθώς περνούσα κάθετα και τα έβλεπα να κοιτάζουν κάτι μικρές λεπτομέρειες, γυαλιά τα μάτια του αντανακλούσαν το χρώμα, κόκκινα μάτια, ζωηρά από την ελπίδα και τον συγκεντρωμένο του νου και σήκωνα με έναν ελαφρύ αέρα τις τρίχες των χεριών του, επίτηδες επιταχύνοντας την ακριβή στιγμή που βρισκόταν το χέρι μου σε άρση πλάι στο δικό του και το ίδιο μου πόδι μακριά πίσω κάπου να σπρώχνει το πάτωμα που δεν ήταν τίποτε περίτεχνο παρά μονάχα ο βατήρας μου ώστε να δηλώσω τη μακροχρόνια ένταση της αγάπης μου μα και να φτάσω αρκετά γρήγορα στην απομονωμένη, μοναχική θέση μου, την ενδιάμεση από κάθε κύρια αίθουσα, την αφημένη στο δικό μου μόνο έλεος και στην άτακτη σκέψη μου που ήθελε να κλέψει κάτι από εκεί μέσα, από το νεκροταφείο αυτό της τέχνης που με είχε κατά βάθος αποπροσανατολίσει και άρα συνεπάρει υποθέτω τώρα πια αφού στα μάτια του Λάμπρου καθώς περνούσα μια φορά είδα για μια στιγμή κι εμένα, ωραία και σύγχρονη, κάθετη σαν σχισμή με ένα παλτό να ιριδίζει μωβ, φτιάχνοντας μια γραμμή μέσα στη μαύρη του κόρη που φαινόταν να θαυμάζει τώρα εξίσου κι εμένα.
10.10.22

Θα μπορούσα να περιγράψω το σεντόνι μου

Θα έγραφα είναι πράσινο 

έχει λουλούδια 

Τα χέρια μου επίσης

κίτρινα

γράφουν 

φαίνονται και σπασμένα όπως κρατάνε

το τηλέφωνο

Θα μπορούσα να γράψω για το νερό που κουνιέται

μέσα στο ενυδρείο

το ακούω κάθε βράδυ 

κι απόψε κάτι πρέπει να ‘γινε

ακούγεται σχεδόν σαν να πηδάει

έξω

Θα έγραφα

για το δίχτυ 

που έχω απλώσει γύρω μου για τα κουνούπια

κλείνει το κρεβάτι σε μια ορθογώνια 

θολή εικόνα

Θα ήθελα να πιάσω κάτι

και να το εξηγήσω να το γράψω

να καταλάβω ότι υπάρχει πάλι κάτι 

που δεν ήξερα 

ότι το ήξερα

δεν γράφω πια μέσα μου

δουλεύω πολύ

κι αυτό δεν είναι ωραίο μέσα σε ένα ποίημα

γι’ αυτό 

το ποίημα  

δεν γράφεται

δεν γράφεται το ποίημα

 

12.9.22

Δεν ήταν έτσι όπως μου είχαν πει. 

Αυτός ο ύπνος όπως τον περιέγραφαν όλοι, εκείνοι που πριν από εμένα είχαν βρεθεί στη θέση μου, αυτή την ακανόνιστη, χοντροειδή πλευρά όπου τελικά φάνηκε σε όλους πως κοιμήθηκα, ήταν μία σφαγή της συνείδησής μου, μια άρση ενός λάθος εξαρτήματος μέσα στη μηχανή του αυτοκινήτου μου όταν εκείνο με εμένα μέσα του τρέχει ιλιγγιωδώς λίγο πριν η εκτόξευση αυτή ενός τόσο μικρού μέρους του το κάνει στριγγλισμένα να ακινητοποιηθεί. Ένιωσα το κάθε ολόμικρο δευτερόλεπτο πριν μπω στο κενό. Το σώμα μου πρώτο αναγνώρισε την πικρή γεύση πριν αυτή έρθει στο στόμα μου καίγοντας πίσω της τη διαδρομή κι όταν πέρασε στο κεφάλι μου, η εξέγερσή μου λίγο πριν χάσω τον έλεγχο της ζωής ήταν μια δυνατή μα καταδικασμένη κραυγή καθώς ελάχιστα έπειτα κόπηκε ο χρόνος, έκλεισαν οι ευθύνες μου και η μνήμη μου εγκλωβίστηκε σε ένα ανύπαρκτο σημείο που διαρκούσε και διαρκούσε σαν να ήταν ίσως αυτή η κανονική μέτρηση κι εγώ είχα δόλια εξαπατηθεί. Δεν νύσταξα. Δεν ένιωσα τίποτε που να μοιάζει με το γλυκό πέρασμα στον ύπνο, αντιθέτως παραδόθηκα βίαια στον χαμό μου, θλιμμένη για την ατονία της αντίστασης μου σε κάτι τόσο καθολικό. Δεν ήταν έπειτα ο πόνος που δεν με άφησε να κοιμηθώ κι όταν πήγε εφτά η ώρα το πρωί και ήρθαν να με ξυπνήσουν, ενοχλημένοι με το ότι δεν με βρήκαν όπως επιβαλλόταν να κοιμάμαι και που δεν είχα ζητήσει ένα υπνωτικό, εγώ, μέσα στη ρεβάνς μου, δεν προσπάθησα να τους εξηγήσω την αποφασιστικότητά μου να ανακτήσω τον κομμένο χρόνο, να συνηθίσω την τρωτότητά μου και να εκδράμω ταυτόχρονα από τη συμφωνία μας, αφού πρώτη είχε από εκείνους, και άλλους και όλους αθετηθεί.

10.9.22
Δεν θα ήμουν ένα γενναίο
άρρωστο πρόσωπο το ξέρω
πως όμως θα έκανα κάποιους να γελάνε
να μην πονάνε 
και πολύ τώρα
που το σώμα μου θα είχε γίνει βασανιστήριο 
να μη φοβούνται ότι θα χάσουν κάτι 
μαζί με εμένα
αλήθεια
αν πιστεύω κάτι
είναι πως όλα είναι χαμένα
μα αυτή η προδοσία του κορμιού μου
(ενώ σε φρόντισα καταραμένο θυμάσαι πώς
σε χόρευα στα συνοικιακά μπουζούκια
της Κασσάνδρου  - λουλούδια!) τώρα θα ήταν ένα πλήγμα
όλους
θα τους έδιωχνα στο μακρύτερο σημείο
ξεκουμπιστείτε δεν φοβάμαι
τρομαγμένη θα φώναζα μέσα από ένα
στεγνό στόμα
ένα στεγνό σώμα Χριστέ μου δεν μπορώ
να αντέξω τις σκέψεις μου
και με φοβίζει η τρωτότητά μου
ακόμη περισσότερο η δύναμη 
κι η αντοχή 
της Δανάης
παραλογίζεται μαζί με τη ζωή το μυαλό μου
λέει
τι έφταιξε; όταν εγώ γεννήθηκα γεννήθηκε κι εκείνη
τι διέφερε
παραλογίζεται επαναλαμβάνεται το μυαλό μου
δεν μπορεί 
να κοιμηθεί συχνά - προσεύχεται; τι στο διάολο
έχω μέσα μου κάπου εγκιβωτισμένη τη δικαιοσύνη
και πρέπει να την αφήσω
τον κόσμο τον έχω αφήσει προ πολλού
συγκινείται με τις ειδήσεις 
σου στέλνει μια  καρδιά
όταν η καρδιά σου είναι πίσσα
και κλείνει τα μάτια του
κοιμάται ευσυνείδητος
ενώ εγώ δεν μπορώ να προχωρήσω στον δρόμο
αφότου την είδα 
δεν έχω το δικαίωμα αν καταλαβαίνει κάποιος
τι λέω
δεν είναι φίλη μου και ναι 
εγωιστικά όπως όλοι φοβάμαι και για μένα
τόσο που θέλω να υποκύψω στην είδηση
μα δεν μπορώ τίποτε να κάνω για την κατάντια 
της ζωής
είναι φριχτή και το ήξερα
προσπαθούσα ενίοτε να προειδοποιήσω 
να χορέψω
να προλάβω
τίποτε δεν δουλεύει
λυπάμαι που δεν ξέρω να λέω τίποτε
παρήγορο σε κάποιον
χωρίς να ξέρει ότι ψεύδομαι
τα μάτια μου αγωνιούν είναι θυμωμένα τα μάτια μου
θα ήμουν ευχαρίστως ο τιμωρός 
της τύχης
εγώ
το μαστίγιο
πάνω
στη διαστρέβλωση
θα της έλεγα έπειτα Δανάη αυτό μπόρεσα να κάνω
για σένα
κρατώντας στα χέρια μου
την άπνοη πια δυστυχία
αυτό ήταν
θα έλεγα
τέλος
τώρα ίσως μπορέσουμε να κοιμηθούμε
μα όχι να καταλάβουμε



16.8.22

Είναι κι εκείνος εδώ μαζί μου, κάτι που σκόπιμα δεν σου είπα, κάποιες στιγμές καθώς τον κοιτάζω κι ενώ έχει πει κάτι πολύ αστείο η ψυχή μου κόβεται στη μέση, η μισή ξεκαρδίζεται κι η άλλη μισή παγώνει, αυτό το μυστήριο σύμπλεγμα κατανόησα προ ολίγου όταν είδα πως κάτω από το νύχι μου που ξεφλουδίζεται υπάρχει ένα πανομοιότυπο νύχι, η λακκούβα μονάχα μαρτυρά πως κάτι εδώ ίσως να μην πήγε καλά, κάτι εδώ έφυγε, κάτι ίσως να λείπει, παρ´ όλ’ αυτά έχω νύχι και λειτουργεί καλά και ξύνει, έτσι το κατάλαβα, αυτό, πως δηλαδή τώρα πια εκείνος είναι ένα άλλο νύχι, μια άλλη μορφή νέα μα απαράλλαχτη, αλλαγμένη μα ίδια και πως εγώ το μόνο που θα πρέπει να προσέχω είναι κάτι που σκόπιμα και πάλι δεν ανέφερα γιατί αργά ή γρήγορα κάθε εξήγηση και παράδειγμα καταρρέουν μπροστά μου όταν προσπαθώ να καταλάβω κι αυτό είναι η πιθανότητα το νύχι μου να μην είναι όσο γερό ήταν αφού του λείπει μια στρώση και να σπάσει! ναι αυτό νόμιζα πως θα πρέπει να προσέχω ώσπου να στο γράψω και να θυμηθώ πως κάτι που έσπασε δεν μπορεί να ξανασπάσει και κάπου εδώ βγάζοντας το μυαλό μου από τον κύκλο και επιστρέφοντας σε μια ηρεμία που έχω κατακτήσει πολύ πριν έρθω στο νησί και που εδώ απλώς την επιβεβαίωσα, θα σου γράψω για ό,τι συγκεχυμένα αλλά καθαρά νιώθω. 

Δεν με νοιάζει πια να επιμείνω σε ό,τι ήμουν σίγουρη πως είμαι, να κάτι που δεν θα έκανα ποτέ, αυτό είναι η νέα μου δύναμη, την απέκτησα σχετικά πρόσφατα και το μόνο που έχω να κάνω είναι να πέφτω έξω στις προβλέψεις μου, αν ήξερες τι ικανοποίηση μου δίνει το να κάνω κάτι άλλο από αυτό που περίμενα, για παράδειγμα είμαι τόσο ελεύθερη από εμένα που τις προάλλες όταν κάποιος κόντεψε να με χτυπήσει άσχημα με το αμάξι του αντί να θυμώσω ή τέλος πάντων με κάποιο τρόπο να σοκαριστώ εμένα μ’ έπιασαν τα γέλια, έτσι δεν περιμένω τίποτε πια να είναι ίδιο με πριν μα ούτε διαφορετικό και δεν φοβάμαι πως κάτι μπορεί να σπάσει πια, όχι δεν φοβάμαι αυτό που σου έγραψα, απλώς παρασύρθηκα από την αγαπημένη μου γραφή και τη λογική της, δεν φοβάμαι το σπάσιμο, το τράνταγμα, τη λακκούβα, την παρέκκλιση, τη διάλυση, την αποκόλληση, δεν φοβάμαι τίποτε αποκρουστικό γιατί δεν υπάρχει τίποτε που να μην ξέρω γι’ αυτό. 

Στην κάθετη εγκατάλειψή μου των πραγμάτων από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου και στην ευκαιρία που δεν έδωσα σε τίποτα και κανέναν αφότου διαλυθεί να ανασυσταθεί, θυμάμαι κάποιες εξαιρέσεις όπως εκείνη της φίλης μου στο δημοτικό Ευγενίας που ένιωσε την ανάγκη στο διάλειμμα της τετάρτης δημοτικού να μου αποκαλύψει πως τα παπούτσια της και η ομπρέλα της και διάφορα άλλα αντικείμενα είναι ίδια με τα δικά μου όχι κατά τύχη όπως χαρούμενη πίστευα για το ίδιο μας γούστο και τη μοιραία για τη σπουδαία φιλία μας σύμπτωση αλλά επειδή όπως είπε, κοιτώντας όχι εμένα αλλά έξω από τα κάγκελα του παραθύρου, με ζήλευε και καθώς την καθησύχαζα πως δεν με πειράζει τίποτε από όσα μου λέει, εκείνη επέμεινε και γύρισε να με κοιτάξει με ένα βλέμμα άδικο και άγνωστο λέγοντάς μου ότι δεν καταλαβαίνω πόσο πολύ με ζήλευε κι έφυγε απότομα να μπει μέσα στην τάξη, έκτοτε θυμάμαι να λιγοστεύουν οι συναντήσεις μας και να κάνω παρέα με τη Νίκη, ένα κορίτσι αγαθό και δοτικό με την οποία χόρευα και περνούσα καλά ξεχνώντας την Ευγενία και το μανούρι που έτρωγα στο σπίτι της, τα κατσαρά της μαλλιά που έβαζε πίσω από τα αυτιά της, τα σιδεράκια της και τα ίσια της πόδια, τη φίλη μου που επέμενε να την εγκαταλείψω, κι άλλον έναν θυμάμαι να γλιτώνει από τη σιγουριά μου στα δεκαέξι μου χρόνια όπου γύρισε κλαίγοντας να μου ζητήσει να τον συγχωρήσω και να τον δεχτώ πίσω για να κάνει έπειτα από λίγο ακριβώς το ίδιο πράγμα που πριν έξι μήνες με είχε συνταράξει, εμένα, μια νεοσύστατη γυναίκα στον πρώτο της ανήλικο έρωτα, θυμάμαι σαν τώρα την απελπισία εκείνων των ημερών και τη θλίψη, μια γνωριμία που δεν έγινε τότε αλλά που κάθε φορά ήταν κάτι σαν reunion, επανένωση, συνάντηση των μεγάλων δυνάμεων, εμού κι εκείνης και τον δέχτηκα πίσω τον Βαγγέλη, τον πρώτο μου έρωτα, παρέκκλινα από την πορεία μου, όπως θέλησα να κάνω και με την Ευγενία, δεν θυμάμαι άλλους τώρα, θυμάμαι μόνο τους υπόλοιπους ως πρόσφατα που άφηνα χωρίς η ίδια να έχω ακόμη την απαιτούμενη επίγνωση και χωρίς εκείνοι ποτέ να φανταστούν πως κάτι τέτοιο πρόκειται σύντομα ή και όχι να γίνει, να φύγω μια για πάντα χωρίς να υπάρχει η λογική, διαλλακτική και ανθρώπινη δυνατότητα να με μεταπείσουν, να πουν αυτά που θέλουν τόσο πολύ να πουν, να δουν στο πρόσωπό μου, στη φωνή μια ελπίδα, μια ρωγμή, ένα αμφίβολο κενό, κάτι που θα δώσει την ευκαιρία να μπορέσουν να ανακαλέσουν την απόφασή μου που ναι μεν θυμάμαι πως ήταν βάσιμη αλλά ποτέ δεν κατάλαβα γιατί ήταν τόσο ισχυρή ώστε να αποκόπτει κάθε άνθρωπό μου από τις γνωστές δυνάμεις του.

Σήμερα, είναι κι εκείνος εδώ μαζί μου, θέλει να είναι μαζί μου κι εγώ θέλω να αφήσω τις δυνάμεις μου να ξεκουραστούν, κοιμάμαι ως αργά, τρώω πολύ και κοιτάζω την άγρια νότια θάλασσα, οι αναμνήσεις μου από εδώ είναι πανίσχυρες και με παρασέρνουν εμένα την ανίσχυρη πια προς όπου εκείνες θέλουν, είναι ωραίες οι νοητές μετακινήσεις μου προς το χωριό ή προς την πόλη, θυμάμαι το τάβλι, τον ήχο, τη νίκη στον διαγωνισμό, το φτέρνισμα της ηλίασης, την τούρτα, τους ανθρώπους με τους οποίους πάντα κάτι ακλόνητο κι αχανές θα με δένει και εκείνος είναι εδώ, γιατί δεν πιστεύω πια πως δεν πρέπει να είναι.


Άνια προς ακλόνητο Στέφανο.




14.8.22

 Στέφανε, 

μετρώ τις μέρες για τα γενέθλιά μου. Έρχονται οι φίλοι μου να με γιορτάσουν εδώ σε αυτό το μικρό παλάτι, ένα σχεδόν σπίτι που μέσα του ακμάζω και σου γράφω αυτό το γράμμα. Χτες με μια τσάπα έκοψα όλα τα χόρτα της αυλής, εδώ στην Κρήτη τα φυτά είναι διαφορετικά, ομολογώ ότι δυσκολεύτηκα να συμπεριφερθώ έμπειρα και να ξεπατώσω εκείνα που πρέπει αφήνοντας ενδιάμεσα τα κατάλληλα να απλώσουν. Μαθαίνοντας  και την ταπεινότερη βλάστηση κάτω από τη βλάστηση του νησιού αυτού εκ νέου, θυμάμαι τον μικρό μου κήπο στην ταράτσα του σπιτιού που νοίκιαζα στην παλιά πόλη του Ρεθύμνου και που εγκατέλειψα τόσο βιαστικά σαν να μην είχα αγαπήσει τίποτα. Κάθε μέρα για τον επόμενο χρόνο και σε στιγμές που δεν θα περίμενε κανείς να τον κατακλύζουν εικόνες της πρότερης ζωής του, καθώς για παράδειγμα γελούσα ή έπαιρνα παραγγελία στο μπαρ, εικόνες από αυτόν τον κήπο, το σπίτι, τον πάνω όροφο με τα δωμάτια, τον κάτω όροφο με το τετρακοσίων ετών πάτωμά του, αλλά και από το πεζοδρόμιο έξω, από τους απέναντι, από μια γάτα, μια βρύση, ένα άλλο γέλιο, μια γιορτή σε μια άλλη ταράτσα, έναν χορό κι ένα πιάτο ρύζι που πέφτει, έναν αέρα που δεν σταματά να παίρνει κάτι και να φέρνει κάτι άλλο, εικόνες από τη γιαγιά, τον παππού, εμένα να φεύγω και να φεύγω, πάντα να φεύγω πριν να είναι αργά, εικόνες τέτοιες σαν αστραπή φώτιζαν ανελέητα τον νου μου σε όποιο σημείο κι αν εκείνος βρισκόταν και έφευγαν όσο απότομα ήρθαν αφήνοντάς με σε ένα τώρα περιγραφικό κι όχι αληθινό, υπαρκτό αλλά όχι ακέραιο. Ένας χρόνος πέρασε για να ξεθωριάσει το νησί και ό,τι είχα φτιάξει εκεί κι ας ήταν δική μου η απόφαση να φύγω και να μην ξαναγυρίσω ούτε για να πάρω τα πράγματά μου. Λίγους μήνες αφότου έφυγα, δεκαέξι κούτες και δυο βαλίτσες κατέφθασαν στη Θεσσαλονίκη. Τα πράγματά μου. Κι όμως είχα ήδη ξεχάσει πώς μοιάζουν τα δικά μου πράγματα κι εκείνα είχαν ξεχάσει να είναι κάτι παραπάνω από πράγματα κι ήταν το ίδιο ανέκφραστα με μένα καθώς τα αντίκριζα ένα ένα και προσπαθούσα να τα επαναπροσδιορίσω. Ένας ολόκληρος χρόνος παρεμβολών και παράσιτων. Κι έπειτα ξέχασα. Τους ξέχασα όλους. Νόμιζα ότι ξέχασα.

Άνια, σήμερα, προς Στέφανο, γνωρίζοντας πια πως δεν έχει τίποτα να ξεχάσει