8.4.26

Ζωή μου

τι φοβερή ανατολή

τι συνέχεια! το πιάνο μου παίζει

κάτω από τα χέρια

που έγραψαν ένα τόσο μικρό βιβλίο

και φεύγουν οι σελίδες πάνω στο σώμα

του Γ Ι - όσο τον κοιτάζω παίζω καλύτερα

οι κούτες γεμίζουν μόνες τους

και στριμώχνονται στην πόρτα

κι εγώ θέλω να φύγω τους λέω

τι τραβήξαμε εδώ μέσα πράγματα!

αντικείμενα βιβλία μου στρώματα

πονέσατε 

από το βάρος 

το δικό μου 

κι εγώ 

ας μη θυμηθώ

αξίζουμε αυτό το θαύμα

ταπεινά θα σας κουβαλήσω

πάνω

στην πόλη με το βραχώδες έδαφος

στο σπίτι με το δωμάτιο του Στέφανου

το δωμάτιο με το ποτάμι και τα πόδια

που αλλάζουν

το δωμάτιο με το βιβλίο της Γένεσης

θα κυλάνε απ´ τα σκαλιά οι παράφοροι

και δεν θα φαίνεται από ψηλά

ο υπόνομος 

αντίο χάρτινοι δρόμοι

αντίο εικόνες παλιές της μάχης

αντίο τρόμε της αλλαγής

αντίο

αγάλματα ωραία

αγάλματα 

κακάσχημα ανθρώπινα τέρατα

φως 

φως

αγάπη

ήλιε

κλειδί 

έρχομαι 

έχω



17.2.26

Δεν είναι ώρα για θλιμμένα τραγούδια πάω στη Ρώμη

ο Στέφανος κρύωνε έξω από την αλυσίδα καταστημάτων στάρμπακς κι όμως

επέμενε να μου μιλάει

μπήκε μέσα αργότερα να βάλει το παλτό του για να συνεχίσει

κρατούσε το κινητό του ανάποδα

είδα τις απλίκες, μια κυρία, το τζιν του κι ύστερα πάλι έξω

στο κρύο

εξηγούσε τον χρόνο για χάρη μου κι είναι στ´ αλήθεια ο πιο άχρονος άνθρωπος που ´χω γνωρίσει

δεν θα πάθει τίποτα 

ποτέ

γιατί τότε θα καταρρεύσει αυτός ο κόσμος

Δεν είναι ώρα για θλίψη λέει η αγάπη μου κι έτσι κατέβασα ένα μπουκάλι κρασί

κάτω από το κρεβάτι φυσάει αέρας, το σεντόνι κουνιέται κι ο σκύλος ταράχτηκε

γράφω το ίδιο ποίημα πάντοτε

σαν τον ποιητή με τα παιδιά που πάντα κρύβονταν πίσω από τον καναπέ 

κι ωστόσο σταμάτησα να γράφω ποιήματα κι ο χρόνος με τιμωρεί και με κυνηγάει

μια γυναίκα σωριάστηκε γι ´ αυτόν τον λόγο σήμερα μπροστά μου 

κι ήμουν ψύχραιμη

ο χρόνος κυλούσε κι έτσι κυλούσα κι εγώ

δίπλα στην ξαπλωμένη γυναίκα που σφιγγόταν

δεν ήθελε να πεθάνει κι εγώ μέσα μου της πρότεινα να αλλάξει γνώμη ενώ ταυτόχρονα 

την τοποθετούσα σε θέση ανάνηψης - τι ασυνέπεια

Τανατζότζ! φώναζε η φίλη της και της έλεγα να σταματήσει θεέ μου ήθελα να τη χτυπήσω

Η φίλη σου πεθαίνει, σταμάτα να φωνάζεις! Κοίτα την που πεθαίνει!

Τανατζότζ! 

Πέθανε Τανατζότζ: κανένα νόημα δεν έμεινε

Μην ακούς τη φίλη σου που σε καλεί, φύγε Τανατζότζ κουράστηκες κι η γλώσσα σου κρέμεται

έξω

κι είσαι άσχημη και αδύναμη και λυπάμαι για εμάς και προσπάθησα να σε συνεφέρω 

εγώ 

και τα παιδιά πίσω από τον καναπέ κι ο ποιητής κι ο Στέφανος 

κι η μουσική 

και το σουπερμάρκετ απέναντι παρέλυσε

κι η Ρώμη και το καταφύγιο του σπιτιού μου κι οι ταινίες και το κορίτσι με τα σγουρά μαλλιά

που στέκεται πάντα απ´ έξω και περιμένει κι αυτό - την αγάπη

την αγάπη 

Τανατζότζ την αγάπη



6.1.26

Γιαγιά Παγώνα, σου στέλνω χαιρετίσματα από το Αννόβερο. Το φαγητό εδώ είναι απαίσιο και οι μέρες αμυδρές και κρύες. Μου λείπεις. 

Γιαγιά Παγώνα, είμαι τώρα άστεγος και τριγυρνάω στους δρόμους που άλλοτε σκόρπιζα τα λεφτά μου και φιλούσα την αγάπη μου γλυκά στο στόμα.

21.11.25

Στέφανε, 

μου θυμίζει το τραμ που πήραμε αυτό εδώ το λεωφορείο που τρίζει και ανακινεί τις μυρωδιές των επιβατών όταν πέφτει σε κίνηση και σταματάει απότομα πίσω από τα μικρά αυτοκίνητα. Εσύ καθόσουν τότε αριστερά κι εγώ στο παράθυρο προσπαθώντας κι οι δύο να μη χάσουμε το εστιατόριο Έφεσος, όχι γιατί ήταν ωραίο κι όχι ακριβώς γιατί ήταν ελληνικό αλλά γιατί ήταν απλώς μια σκέψη και συμφωνήσαμε υποσυνείδητα να την υπηρετήσουμε. Το χάσαμε και τις δύο φορές.

Γυρίζω τώρα στο σπίτι από τη δουλειά, ταχυδρόμησα στον Καρλ ποικιλίες από τσάι μαζί με μια καρτ ποστάλ της Αθήνας. Την κρατούσα για σένα μα σου έχω στείλει τόσους πολλούς Παρθενώνες -ή έτσι νομίζω- που είπα πως δεν πειράζει να τη στείλω αντ’ αυτού στον αδερφικό σου φίλο. Ελπίζω να σας δω τον Μάρτιο κι ως τότε το όνομά σου να έχει τυπωθεί πάνω από ενενήντα φορές σε πάνω από ενενήντα σελίδες και να είμαι κι εγώ ήσυχη πια, έξω από το απορημένο μου βιβλίο που με τσάκισε πιο πολύ κι από την πραγματικότητα που περιγράφει. 

Περιμένω νέα σου.

Άνια, αστικό 31 Βούλγαρη-ΚΤΕΛ, 21.11.2025

7.11.25

Αγάπη μου αγάπη μου αγάπη μου αγάπη αγάπη αγάπη μου αγάπη μου αγάπη μου αγάπη μου αγάπη αγάπη αγάπη μου αγάπη αγάπη μου αγάπη μου αγάπη αγάπη αγάπη αγάπη μου 

24.10.25

 Στέφανε,

σε λίγες μέρες θα δω αυτό το μέρος που αποφάσισες πως είναι το σπίτι σου. Αγόρασα τα χάπια που χρειάζεσαι κι ελπίζω να μου ζητήσεις να σου φέρω οτιδήποτε άλλο θα σε κρατήσει ζωντανό για άλλους δέκα αιώνες. 

Έχω χάσει την αξιοπιστία μου αλλά έρχομαι. Αυτό που εννοώ είναι πως θα είμαι τελικά το ίδιο άτομο που γνώρισες το 2014 όταν άνοιξες εκείνη την καταπακτή.

Σύντομα το σουηδικό κρύο θα διαπεράσει το άθλιο μπουφάν μου. Τι ευλογία να μ´ έχεις φίλη σου! Δεν κατάλαβα ποτέ πώς άνθρωποι σαν εσένα ενδιαφέρονται για μια άσχετη που δεν ξέρει τίποτα και δεν έχει κάτι άλλο εκτός από μια θλιβερή διαίσθηση.

Καλό είναι να μην ξεχάσουμε να πάμε στο Rod Sten (κόκκινη πέτρα), να μπούμε σε ένα οποιοδήποτε τραμ και να χαιρετίσουμε στρατιωτικά τις κίσσες έστω κι αν είναι μόνο μία. 


One for sorrow

Two for joy

Three for a girl

 Four for a boy 

Five for silver

 Six for gold

Seven for a secret never to be told

Eight for a wish

Nine for a kiss

Ten for a bird you must not miss.


Άνια προς Στέφανο, Θεσσαλονίκη προς Γκέτεμποργκ, 24.10.2025

23.9.25

 Στην υγειά σας ρε παιδιά.

Και να πουλάμε πολλές ζωοτροφές.

Πολλές!


Τόνους!

6.9.25

Περπατάω στους δρόμους της Νεάπολης και ψάχνω την εκκλησία που ακούγεται κάπου στο βάθος. Θέλω να μπω μέσα και να γίνει κάτι. Πριν λίγο μπήκα στον ακάλυπτο κάποιων οικοδομών, μια γυναίκα σκούπιζε στο μπαλκόνι, μια άλλη καθόταν στο παράθυρο. Δεν μπορώ άλλες εικόνες. Κι όμως να μια γυναίκα ακόμη. Χαϊδεύει τον σκύλο μου γιατί της λείπει ο δικός της που είναι στη Γερμανία. Το όνομα του σκύλου; Άλισον. Της είπα να πάρει άλλο. Ούτε ξέρω γιατί το παράτησε ή γιατί του ´δωσε αυτό το χαζό όνομα. Οι βιτρίνες, οι σακούλες, τα περίπτερα υπάρχουν. Τρέχω μακριά τους, όλα γίνονται τώρα, μια κουρτίνα φουσκώνει κι η Άλισον είναι στη Γερμανία. Τι με νοιάζει εμένα! Μια γυναίκα έχει καρκίνο, ένα σπίτι κατεδαφίζεται, οι άντρες παίζουν κίνο, είναι Σάββατο τώρα. Είμαι στην πόλη. Κάποιοι κοιμούνται τα βράδια στα καταστήματα τους. Θέλω κι εγώ να είμαι ολομόναχη και να ζω σ´ έναν καναπέ ανάμεσα σε μπρίκια και ραδιόφωνα που κρέμονται. Να και ο Μόγλης στο παγκάκι πλάι μου. Ένα κατοικίδιο της πλάκας κι όμως το αγαπώ, κυρίως επειδή ο ιδιοκτήτης του είναι θεοπάλαβος και με παρηγορεί, με παρηγορεί, με παρηγορεί η τρέλα. 

21.7.25

αντί να τρέξω, ακινητοποιώ το σώμα μου και τέλος τέλος τέλος τέλος

αντί να γράψω, πίνω

 

το σώμα μου χρειάζεται δεκάδες μαξιλάρια

ξαπλώνω συνέχεια

δεν κλαίω εκτός αν σκεφτώ εκείνη την ταινία

κλαίω μια φορά στα δέκα χρόνια

 

η φίλη μου από το ντουμπάι λέει αν έκλαιγα δεν θα ‘μουν έτσι

 

πώς είμαι δηλαδή

 

κι ο τάσος αργεί να γυρίσει

δεν ξέρω πού να πάω

αν δεν τελειώσω αυτό το βιβλίο μπορεί και να πεθάνω

 

ξυπνάω κι η ώρα είναι ίδια με πριν, με χτες, με πάντα

 

τα χέρια μου μεγάλωσαν και δεν γράφουν

το μυαλό μου είναι υπόχρεο

τα λεφτά βασανίζονται

η κινέζικη γάτα χαιρετάει κλεισμένη στο πλαστικό

 

ακούω κάτι σλάβικο και το αίμα μου δυναμώνει

είμαι μια παλιοβουλγάρα

το σκυλί μου το μαύρο τώρα καθαρίζει το χέρι μου

γλείφει τα δάχτυλα, ανεβαίνει προς τον ώμο

 

τι να το κάνω το καθαρό χέρι

που τόσο αγαπάει αυτός ο σκύλος

τι να το κάνω

αφού δεν γράφει

δεν γράφει

δεν γράφει

δεν γράφει

δεν γράφει

δεν γράφει

δεν γραφει δεν γράφεθ

δεν γρ΄φει

δ\φεν γραφςι

δεν γρ’αξφει

δεν φγαρδει

δεν ξγραφειδενε γρα΄φει’ξεν γαρφεθ