28.4.21
Δυο μήνες είμαι κλεισμένη εδώ μέσα, όχι επειδή μου το επιβάλλανε ή επειδή κανείς δεν με ψάχνει, κι ούτ´επειδή ένας άρρωστος δεν πρέπει να βγαίνει έξω ή αντιθέτως επειδή πρέπει να βγαίνει. Τηλεφώνησα στη μητέρα μου στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και της είπα ότι είμαι χάρμα κάτι που ευθύς αποδείχτηκε στην εικόνα μου, δείχνω εξαιρετικά καλά και τα μάγουλά μου είναι ζουμερά κι ωραίου χρώματος προσθέτοντας κι άλλη ζωή στην περίσσια που ´χω. Ξέρεις τι θέλησα; Όλα! Όλα τα θέλησα, κι εκείνο και τ´ άλλο και το παράλλο κι εσένα πάντα στο πλάι μου. Ταυτόχρονα είμαι φοβερά ολιγαρκής, τρώω ελάχιστα κι ένα πολύ μικρό μερίδιο αγάπης μου αρκεί ώστε όχι μονάχα να επιβιώσω αλλά ως και να ενθουσιαστώ εκ νέου με το πρωί, με το βράδυ, με το ντύσιμο, το τοπίο, τους ανθρώπους. Χτες φύτεψα σπανάκι σε ένα μπολ με χώμα και αυτό που θέλω να πω είναι πως απαιτώ αυτό να φυτρώσει και πως δεν έχω καμία αμφιβολία πως θα το κάνει. Δίνω και παίρνω ζωή. Έχω ζωή. Μια φορά εγώ κι εκείνος κατεβήκαμε στον δρόμο για να δούμε μαζί με τους γείτονες το διαμέρισμα που καιγόταν παρακάτω. Τυλιγμένο στη φωτιά μ´ έναν πυροσβέστη να το ποτίζει, εκείνο έδειχνε αποφασισμένο να σαρώσει τον εαυτό του και να αφήσει την πυρά να διαπεράσει τα φριχτά τούβλα, τα φριχτά κάγκελα, τα φριχτά μάτια μας. Μέσα στα μάτια μου που δίχως ντροπή την ενισχύανε, η φωτιά αυτή μετά από λίγο έβλεπα πως τάχα μας έπαιρνε και μας σήκωνε, μας προσπέρναγε, έκαιγε πρώτα το ζευγάρι που άθελα λεν την άναψε, μα έφτανε έπειτα μέσα σε εμάς που καθηλωμένοι -η φωτιά καθηλώνει το βλέμμα και το βλέμμα καθηλωμένο παραλύει το σώμα- τη θαυμάζαμε γιατί άνθρωποι απέλπιδες σαν εμάς είναι εξ ορισμού πυρομανείς. Την κάθε φωτιά, μικρή, μεγάλη, καταστροφική ή συντροφική, ακολουθεί η αναγέννηση μιας σαρωτικής ησυχίας που ο ασταθής κι ανείπωτα ταραγμένος εγκέφαλός μου απολαμβάνει για όσο αυτή διαρκεί. Ελάχιστα διαρκεί. Χωρίς να με ενδιαφέρει να μιλώ για τον εαυτό μου αλλά κάνοντας αποκλειστικά κι αναπόφευκτα μόνο αυτό, αναρωτιέμαι αν πείσμωσες που προσδίδω εξαιρετική σημασία και την ψυχή μου αυτούσια σε κάτι που θεωρείς μη αντάξιο του βεληνεκούς του εγκεφάλου μου που μέσα του πάντα αντηχεί η μακρινή μητέρα μου να λέει πως και τι δεν θα έδινε να υπήρχε μεταμόσχευση του οργάνου αυτού που με ταλαιπωρεί εννοώντας ελάχιστα τελικά τη δική μου και πολύ περισσότερο την ταλαιπωρία εκείνων που διάλεξαν τη δύσκολη κι επίπονη ευτυχία του να είναι πλάι μου. Δυο χέρια με γάντια ανοίγουν το καπάκι των μαλλιών μου και αφαιρούν τη μάζα του πόνου μου, έπειτα εγκαθιστούν κάτι τελείως φρέσκο και κλείνουν την πόρτα. Είμαι πια υγιής. Σε αυτήν την πλευρά της ζωής που τώρα βιώνω, υπάρχει μια νέα διαύγεια που δεν μοιάζει με υγεία, δεν έχει υγεία μα είναι απολύτως λειτουργική. Μπορώ για ώρες να κοιτάζω τα πατάκια που πλυμένα κρέμονται στο κενό μπαίνοντας, με όποιον εγκέφαλο τελικά μια και καλή μου δόθηκε, μέσα στην ύφανση η οποία κρατά τη μορφή τους και τη μνήμη τους σταθερές κάτω από τα κρύα βήματα των χρόνων μου στη Θεσσαλονίκη που μεγαλόψυχα με έχει τώρα κλείσει σ ´ένα μικρό κελί. «Αν το σπανάκι μεγαλώσει, δεν θέλω τίποτε άλλο!» Όταν το σπανάκι τελικά μεγαλώνει, θέλω να μεγαλώσει περισσότερο! Την ίδια στιγμή δεν επιθυμώ απολύτως τίποτε πέρα από την ίδια την επιθυμία του να μην επιθυμώ. Μα είναι κι αυτή μια ευχή, είναι μια κραυγή θέλησης και προσδοκίας, είμαι ένας άνθρωπος, είμαι ένας άνθρωπος άρρωστος και μάλλον χρειάζομαι κανονική φροντίδα! Καθώς το πάτωμα είναι οριζόντιο κι εγώ παράλληλη πάνω από αυτό κοιτάζω το γράμμα μου που με διαβάζει και πρόκειται να με βγάλει στην κοινωνία έπειτα από τόσο καιρό ώστε να πάρει τον γνωστό του πολύπαθο δρόμο προς εσένα, θυμάμαι ακόμη κάτι που προτίμησα αντί αυτής - της κοινωνίας της καλής κι άγιας. Δούλευα χρόνια και χρόνια στα μπαρ όπου με εκτιμούσανε για τη μόρφωση και την ακεραιότητά μου και με υποτιμούσανε ακριβώς για τους ίδιους λόγους και σε μια στιγμή κατάλαβα πως δεν μπορώ να μιλώ άλλο σε κανέναν. Η ομιλία έγινε ένας τερατώδης καταναγκασμός ο οποίος με κούραζε άνισα περισσότερο από την επίπονη σωματική διαδικασία της δουλειάς. Σταμάτησα έτσι να μιλώ εκτός από τα απαραίτητα 'τι θα πάρετε' στους πελάτες και 'έχουμε ξεμείνει από φιστίκια' στο αφεντικό που ανάθεμα κι αν ήταν απαραίτητα κι αυτά κι άρχισα σε όλες μου τις υπόλοιπες επικοινωνιακές μου επαφές να αποκρίνομαι ως γάτα. Τι κάνεις με ρωτάγαν ή ήταν καλή η μέρα σου. Η απάντηση μου ήταν νιάου και να ´σαι σίγουρος πως δεν επρόκειτο για ένα νιαούρισμα αρχετυπικά χαριτωμένο αλλά για μια απλή και ξεκάθαρη απάντηση σε ό,τι έβρισκε ο κόσμος να μου πει η οποία είχε ένα και μοναδικό άγριο κι ενστικτώδες νόημα. Το συμπυκνωμένο νόημα της νόησής μου- η οποία δεν είναι μεν επαρκής ώστε να κατανόησει τι είναι αυτό που κάθε φορά συμβαίνει αλλά ανταποκρίνεται άμεσα και επιτυχημένα σε αυτό σαν να το γνώριζε μάλιστα ενδελεχώς και πολυπλεύρως- που άλλο δεν είναι από το έγκαιρο τράβηγμα της αυλαίας. Κανέναν άλλον δεν έχω δει να ξέρει πότε είναι η άκρως κατάλληλη στιγμή να σταματήσει, να σταματήσει τα πάντα όσο δυσάρεστα ή αντιθέτως -ή ταυτοχρόνως- υπέροχα κι αν είναι αυτά, να δώσει ένα πρόσφορο τέλος εκεί που δεν το περιμένει ούτε το θέλει κανείς. 
 
26.4.21
τις ημέρες που νιώθω όπως σήμερα

βγαίνω

στο μπαλκόνι και διαλέγω

ποιος θα ´θελα

από τους απέναντι να ήμουν

πάνω δεξιά μια καθαρίστρια

πλένει τις καρέκλες

από πάνω της

ένας καπνίζει κι αριστερά

ένα μικρό κορίτσι μιλάει με τον σκύλο της

από την άλλη μεριά είναι πάλι διάφοροι

και τους κοιτάζω

ποτίζουν απλώνουν κοιτάν αν βρέχει

γενικώς συνεχίζουν

θαυμάζω αυτή τους τη συνοχή

λέω μπράβο στην κυρία που πετάει

πάντα τα σκουπίδια της

στον ακάλυπτο

μπράβο άντρα της

μπράβο παιδί της

να μια ισχύουσα οικογένεια λέω

καθώς εύχομαι και σήμερα να ‘μουν

ένας

οποιοσδήποτε

κάποιος απ’ όλους

αντί εγώ

24.4.21

Μην ξεχάσεις

εκείνη την ημέρα

που εγώ κι εσύ περάσαμε εδώ κοντά

στο Καλοχώρι


Όλοι έχουνε τις καλές στιγμές τους

και κάτι άξιο να θυμηθούν

μα λίγοι θα έλεγαν πως μπορούν και να πεθάνουν τώρα δα


Έτσι κι εμείς θα πεθαίναμε σε εκείνη την καντίνα 

χωρίς να ξεχωρίζουμε αν 

μας πλησίασε ο θάνατος ή ένα μικρό σκυλάκι


Κι όταν νύχτωσε 

και μπήκαμε πια μέσα

στα τραγούδια και στον καπνό

μας κέρασε ως κι η τραγουδίστρια για το θέαμα

που είχαμε προσφέρει


Δεν βλέπεις τέτοιο πράμα πολλές φορές στη ζωή είπε


Μια γυναίκα ώρες να φροντίζει πάνω στην κούνια του

ο άντρας της να μην πάψει να κουνιέται

23.4.21

είναι όλες γύρω στα είκοσι

δεν μοιάζουν ούτε στα νιάτα μου

γιατί δεν ήταν εκείνα

ανέμελα 

δεν μοιάζουν με τίποτε σε εμένα

και αυτό μου θυμίζει πως πρέπει να πιστέψω

όπως συνήθως πως

τα σπασμένα παραμορφωμένα μου

αιχμηρά πρόσωπα

που εναλλάσσονται επάνω

στο πρόσωπό μου

είναι δυσβάσταχτα

του είπα να με λέει Ανιώ 

αν θέλει μα προτίμησε

να με φωνάζει

Άνια - έλα

να σου δείξω (έναν νέο τρόπο να αγαπηθείς)

εγώ

δεν θέλω τίποτε νεότερο

δεν ακούω κάτι

 αν κάποιος δεν με φωνάξει με το όνομά μου

είναι σαν

να με λέει Ιωάννα

 

με βάφτισαν και με ξέχασαν

με αγάπησαν και με ξέχασαν


Με Μετονόμασαν !


αν αύριο δεν φωνάξει κανείς

το αληθινό μου όνομα

ανιώ

θα καταφύγω μέσα σε μία κολυμπήθρα

 

Ανιώ Ανιώ Ανιώ 

Ανιώ 

Ανιώ

πού είμαστε όλοι εμείς που τ' όνομα 

αυτό

μας φέρνει μιαν ανατριχίλα;

12.3.21
Αν τα μάτια τους έχουν κοιτάξει τα δικά του τότε να κλείσουν! 
Να μη με κοιτάν! Σιχαίνομαι τα μάτια. Τα χέρια ειδικά. 
Αυτό είναι εύκολο. Μη με πιάνετε χέρια!

Ήμουν στον κάτω όροφο κι όταν ανέβηκα στον πάνω βρήκα τον ήλιο και την ομορφιά μακριά. Οι φίλοι μου να μη
λέγονται φίλοι δικοί μου. 

Ο δρόμος να μη λέγεται δρόμος. Όταν είπε 

ζω τόσο καιρό σε σχέση με εσένα, εκείνη ακριβώς τη στιγμή, εκείνος εκείνη τη στιγμή έγινε ένα άμορφο πράγμα.

Θέλει να λέγεται καλός. Θέλει να λέγεται δρόμος ενώ είναι

άσχημος

Εγώ δεν έχω δρόμο
δεν θέλω φίλους
Ανέβηκα στον άλλο όροφο και δεν είχα 

Είχα πολλές στoιβαγμένες γριές
Ευτυχισμένες νυχτικιές και κρεβάτια
Και δείπνο

Γιατί δεν πέθανε 
πριν αρρωστήσω 
Γιατί δεν αρρώστησε πριν 

Η Μάρθα είναι μαύρη κι εγώ δεν αντανακλώ τίποτε πέρα από αγάπη αγάπη αγάπη αγάπη αγ

Θα είμαι νεκρή άμα συνεχίσω τον πόνο
Ασ´τον λέει τον πόνο εκείνη 
δεν τον χρειάζεσαι 
και τρίβει κάποιον άλλον

Να μη με αγγίζει 

Τα ψάρια πεθαίνουν πριν από εμένα
Τα ψάρια είναι νεκρά και το νερό τους αντιθέτως
είναι μια χαρά το νερό 

Το κεφάλι μου όμως

Πήγα αργά στο ραντεβού και τώρα είμαι άρρωστη

Αν με ενδιέφερε
θα είχα πάει στο ραντεβού

Αν δεν πονούσα θα είχα συγχωρήσει το ραντεβού

Αν είχα συγχωρήσει δεν θα πονούσα
Κι αν δεν υπήρχε κανείς να συγχωρήσω θα ήμουν ελεύθερη ελεύθερη

Τι άσχημος

Ωχ πόνεσα πάλι τι κατάντια

Πίνω κάτι και γλίτωσα που δεν συνάντησα κανέναν γνωστό
Πίνω κάτι ζεστό 

Προσευχή: Ας φύγει κάποιος πολύ μακριά όποιος κι αν είμαι αυτός

Αντίδωρο: Κλοιός


9.3.21

Δέκα μέρες είναι πολλές για ένα κορμί να μιλάει πάντοτε πρώτο. Στερεοτυπικά ένα σώμα δεν άντεξε το κρύο, μα ήταν τα παγωμένα χιόνια η πρόφαση της γυναίκας που είμαι; Κορμάκι μου. Σ' αγάπησα πολλές φορές όταν δυνάμωνες και χτύπαγες χωρίς πόνο. Κορμάκι που τώρα ψήνεσαι και άφησες όσα λέω να σε σκορπίσουν, πόσο σε αδίκησα φορτώνοντάς σου έναν τόσο δυσανάλογο σάκο γεμάτο ανθρώπους! Ανέβηκα στο τελεφερίκ, αυτό με τσάκισε, με τέλειωσε η άποψη, η μικρότητα των κομπάρσων κάτω, ο ωραίος ουρανός κοντά μου, με τσάκισε αυτό το αέρινο πλοίο της αθόρυβης εξύψωσής μου. Ήπια όλο το αληθινό κρασί του ψεύτικου ρόλου μου και χάλαγα συνεχώς το ρακόρ, ήμουν όμως ευχάριστη και με ήθελαν κι άλλο, κι άλλο, με θέλουν πάντοτε, ακόμη, λίγο ακόμη, Άνια, κάτσε μαζί μας, κι ας είσαι όπως θες. Ας είσαι ένα κοπρόσκυλο ή ένα ασήμι, μείνε, μείνε, γίνε καλά, γύρνα, παίξε μας κάτι ακόμη.

Στέφανε,

αρρώστησα.

Τι μιζέρια! Τι γελοία επιλογή. Λυπάμαι για λογαριασμό μου.

9.3.21

28.2.21

Λέω, θα με πνίξεις με αυτά σου τα χέρια! Πριν έσφιγγαν κάτι άλλο. Τώρα έχουν τον λαιμό μου, καταραμένα χέρια όλων που απλώνονται πάνω μου! Με πνίγεις, ξεναλέω, καθώς εσύ ακούγεσαι να λες 

Σε λατρεύω

21.2.21

Αγάπη μου μεγάλη μεγάλη μου πρώτη

αγάπη

θα σου έφερνα τις μπότες σου θα σου έφερνα το παλτό σου θα στα φόραγα

Πώς σε αγαπώ κάθε μέρα σαν να μην είναι άλλη μία 

Ακόμη σε αγαπώ

Δεν ξέραμε ότι γυάλιζαν όλα

και λέγαμε

θέλουν ξεσκόνισμα αυτές οι μπότες

θέλει τίναγμα το παλτό

Τι θλίψη

Τι κούραση 

Τι αλαζονικά τα μάτια εκείνου που βλέπει ασχήμια μέσα στην τόση ομορφιά 

Τι δυστυχία η αγάπη μας 


Στέφανε (τρέμω, τρέμω, γράφω),
 
φωτιά πήραν τα πράγματά μου τα ιερά, οι φωτογραφίες εννοώ και τα πρόσωπά τους, όπως και τα χρήματά μου, τα έπιπλα, τα βάσανα κι ο τοίχος που πίσω ζούσα. Δεν έχει σημασία πού βρίσκομαι αφού δεν μου στέλνεις γράμματα, δεν έχει σημασία αν το τελευταίο πράγμα που θα κάνω είναι να ρίξω αυτό εδώ το χαρτί μέσα στη θυρίδα χρησιμοποιώντας το τελευταίο μου χαρτονόμισμα. Και τώρα θα νομίζει κανείς το αυτονόητο. Θα νομίζει πως το τελευταίο πράγμα που θα κάνω σημαίνει πως θα είναι η τελευταία μου στιγμή πριν να πεθάνω αλλά σιγά να μην πεθάνω, ποτέ δεν πέθανα και δεν θα πεθάνω ποτέ! Αδύνατον να τα κακαρώσω τουλάχιστον από πόνο, θέληση και φτώχεια! Αυτό πάει να πει πως έχω ακόμα. Τελευταίο θα είναι γιατί αν δεν σου ξαναγράψω, η συνέχεια είναι ένα ανιαρό σύρσιμο άνευ σημασίας. Θα συνεχίσω. Μα ενώ θα περιφέρομαι με τον ίδιο τρόπο που περιφέρω και τώρα το κορμί μου, εκείνο όπως και το πνεύμα μου θα παίζουν ένα παιχνίδι. Τι παιχνίδι; θα ρώταγες στο επόμενο σου γράμμα αν αυτό το καταραμένο ερχόταν! Το παιχνίδι που ναι μεν υπάρχεις αλλά ποιος το λέει πως έτσι είναι κιόλας; Το παιχνίδι που δεν σε νοιάζει τι απέγινε κάτι, οτιδήποτε, και που περιφέρεσαι και χασκογελάς και γίνεσαι ολοένα πιο ηλίθιος. Είναι το παιχνίδι που πας από 'δω, πας από 'κει κι είσαι χαρούμενος τρα λα λα, χαρούμενος άνθρωπος. Λοιπόν, είμαι ήδη μια ηλίθια. Μια ανόητη με περικεφαλαία. Γελώ και πάλι, γι' αυτό δεν μου γράφεις, για να γελώ; - τι μάταιο που είναι να γελάει κανείς ενώ ξέρει τη θλίψη. Ξεχνάει κανείς; Πώς πόνεσα! Πώς πονώ όταν λέω πως πόνεσα! Πώς να ξεχάσω αυτόν τον πόνο; Πώς μπορώ και συνεχίζω, αχ να πέθαινα τώρα από ντροπή ή πριν από καημό. Μα είπαμε πως αυτό δεν γίνεται, αντ' αυτού το πρόσωπό μου καλυτέρεψε κι έκλεισα μια δουλειά. Θα παίξω τη Γαλλίδα, Στέφανε, τι θα 'βρισκες να πεις άραγε γι' αυτό; Ένα διαφημιστικό. Ένα χαζό διαφημιστικό. Επιβιώνω, Στέφανε. Δεν έχω λεφτά και πάω και τα βρίσκω, θέλω να ζήσω, να ζήσω. Ο ρόλος μου: une amie française. Η φίλη σου. Η φίλη σου.

Για πάντα, πάντα δική σου.

Άνια, 21.2.21