19.10.21

Ο ήλιος είναι έξω μου το ´πε πριν δεν έχει τίποτα να δεις κλείσε το παράθυρο μετά το στόρι μετά το φως.


Χρειάζεται να ανάβω τα φώτα στο σπίτι μου από το πρωί. Δεν βλέπω τίποτα.


Τώρα είμαι σε ένα ξένο σπίτι, όχι το δικό μου ξένο, ένα άλλο.


Και μετράω κάτι. Πάρε με μετά. Αν απαντήσω καλώς. 


Μια μέρα προχτές ανέβηκα στο βουνό κι η απελπισία μου αραίωσε με την ομίχλη που πήγαινε κατά κάτω. Αλλά για λίγο. Μετά αν έβλεπα το πρόσωπό μου, θα πάγωνα, είχε καλό καιρό. 


Φοράω κίτρινα ρούχα. Μετράω κάτι.


Ήθελα να σου πω ότι όταν κόντεψες να τα τινάξεις, εγώ πρόλαβα να έρθω. Εγώ τώρα είμαι κοντά σε κάτι τόσο άσχημο που κοιτάζω συνέχεια να δω ποιος έρχεται.


Κανείς σχετικά. Σίγουρα όχι εσύ.


Σίγουρα όχι.


Εσύ.


Μα αν αυτό το έλεγα θα ήμουν ένας εκβιαστής, κι αυτό δεν με πειράζει καθόλου. Έτσι ωστόσο δεν θα ήσουν εσύ που θα ερχόσουν αλλά εγώ.


Κι εγώ δεν θέλω να πάω κάπου τόσο κοντά. Θα είναι απόμερα εκεί που τώρα μετά θα πάω θα γίνω στριφνότερη. Δεν μας πειράζει ούτε αυτό, θα φοράω συνέχεια ένα μπουφάν και παπούτσια και τα μαλλιά μου γύρω.


Αυτό που μετράω έχει πάθει καθίζηση. Δεν πειράζει. Από πάνω τώρα πηγαινοέρχονται στην κουζίνα τους στην τουαλέτα τους και αλλού δεκατρείς οικογένειες. Έχουν καθίζηση και το ξέρω. 


Μιλάω για όλα εκτός από αυτό που με απασχολεί. Εμπρός λοιπόν, ας πω τι με απασχολεί. 


Σκέφτομαι ότι πεθαίνω. Κοιμάμαι και σκέφτομαι ότι πεθαίνω, ξυπνάω και λέω τώρα ξύπνησα αποκλείεται να σκεφτώ πια ότι πεθαίνω κι όμως! εγώ πεθαίνω και το πρωί και το μεσημεράκι και το βράδυ πιο κατανοητό αλλά και πάλι πεθαίνω όπως και να ´χει.


Δεν ξέρω αν δεν θέλω να πεθάνω, φοβάμαι ότι τα έκανα όλα δεν έχει κάτι να κάνω οπότε φοβάμαι ότι καλά θα κάνω να τελειώνω.


Ο ήλιος είναι έξω. Εγώ είμαι στο υπόγειο με την καθίζηση. Πάντα είμαι σε ένα υπόγειο. Πάντα κάτι δεν πάει καλά. Σκέφτομαι μέσα στο μυαλό μου τις υποθέσεις μου. Έχω πολλές υποθέσεις, δεν θα έπρεπε να φύγω κι εγώ φεύγω. Δεν πάω σπίτι μου. Δεν θέλω σπίτι.


Πήγα στο βουνό. Το είπα; Ήμουν σε απόγνωση όταν πήγα. Ήμουν σε απόγνωση όταν έφυγα. Οδήγησα πολύ. Έφαγα καλά αλλά δεν ήθελα να φάω, έτρωγα όμως κι έπινα και έκανα ό,τι γινόταν.


Τώρα ένας πελάτης έλεγε πως είμαι πεντάμορφη και τόσο όμορφη ήμουν κι όταν με ειδε το 1998. Είμαι πανέμορφη, δεν χωράει αμφισβήτηση, το βλέπω τις περισσότερες φορές. Το βλέπω στα τζάμια. Και τι να κάνουμε. Πάω κι έρχομαι.


Φεύγω από τον πελάτη. Το υπόγειο δεν φεύγει από μέσα μου. Μυρίζει μέσα μου. Είναι σκοτεινά κάτω από τον ήλιο σας κύριοι.


Έφυγε κι εκείνος επειδή του είπα να φύγει. Ειμαι διαυγής γενικώς. Αλλά πολύ άτυχη. Πολύ υπέφερα. Όλοι θα μου πείτε υποφέρατε. Καλώς.


Κι η γατούλα μας; Το σκυλάκι μας;


Καθάρισα τον τάφο από τα φύλλα, είχα φυτέψει διάφορα, έγιναν πανέμορφα όλα μπορώ και βλέπω την ομορφιά κι αντί να με ησυχάζει εκείνη με σκίζει. Τι ομορφιά ο τάφος ο μικρούλης δεν κλαίω ποτέ.


Δεν κλαίω επειδή δεν κλαις ούτ´ εσύ. Πείσμα κι αλλοφροσύνη.


Πάω τώρα να δω τι γίνεται στο κτίριο.


Ρωγμές κι εδώ κυρία.


Δώστε μου τα λεφτά και θα σας δείξω εγώ.


Τα φτιάχνω όλα καινούρια, μέσα μου ένας ετοιμόρροπος αποκαθηλωμένος δύσμοιρος τοίχος.


Δεν έκανες καλά που άργησες. Είχα τον τρόπο να ζήσουμε συνειδητά κάτι και θα περνούσε ένα αεροπλάνο μέσα από ένα σύννεφο συνέχεια. Όχι πως θα το βλέπαμε συνέχεια. Αλλά αυτό συνέχεια θα περνούσε έτσι και δεν είχες αργήσει. Ε και πού και πού θα το βλέπαμε κιόλας και θα λέγαμε καλά πάμε.


Δεν θα ξανακοιμηθώ.


Δεν θα ξαναξυπνήσω.


Έβγαλα μια φωτογραφία μέσα στην ομίχλη και σε μια στιγμή άκουσα έναν τόσο μεγάλο θόρυβο που λέω αυτό ήταν τώρα θα με φάει κάτι μεγαλύτερο και τελικά ήταν ένα γεράκι που από τον φόβο μου ξέχασα να το φωτογραφίσω δεν υπήρξε τίποτα καλύτερο πριν και μετά.


Άρα φαντάζομαι πως φοβήθηκα τον θάνατο. 


Καθόλου να μη νομίζετε πως ο φόβος δείχνει ότι δεν θέλω να πεθάνω. 


Ο φόβος δείχνει ότι δεν θέλω να το ξέρω. 


Κάθε μέρα φοβάμαι.


Δεν έχεις κανέναν όταν φοβάσαι, γυρίζει το μυαλό σου από πρόσωπο σε πρόσωπο κι είναι όλα εκτός εμβέλειας, είναι ανοίκεια, είναι σουβλερά κι ευτυχισμένα μακριά σου, ξέρετε τι εννοώ.


Αν τελικά γίνει κάτι, θέλω να ξέρετε πως είμαι η αγάπη σας.


Ήθελα να σας αγαπήσω κι άλλο. Κι άλλο σφιχτά. 


Θέλω να ξέρουν όλοι ότι ήμουν καλή κι έτρωγα κι έπινα, απλώς ήταν ακατόρθωτο.


Θέλω να σταματήσω λίγο απλώς θέλω να ξέρουν ότι ήθελα να σταματήσω κάπως να μην πηγαίνουν κάπου όλοι ούτε κι εγώ και να μείνουμε μαζί όλοι σταματημένοι και να γελάμε. 


Α θα ´ταν ωραίο κάτι τέτοιο έξω από το υπόγειο.


Θα ήμασταν φίλοι.


Θα ήταν αγάπη.

28.9.21

δεν υποσχέθηκα μήπως να σου γράψω

εγώ το υπόδειγμα

της βιοπάλης άκου τι λέω

πώς μπορεί ένα ποίημα να είναι

ωραίο

μέσα στην ανάγκη μου

να υπάρχω όπως όπως

ξέχασα και πώς περιφέρεται κανείς

γύρω από τις λεξεις

πώς τις ψαρεύει 

και τις διαισθάνεται να ´ρχονται

δεν θυμάμαι πώς να κάνω 

τις λέξεις να δουλεύουν για εμένα

σαν μικρά παιδάκια 

έτσι τις άφησα 

στην ησυχία μας

τι να εκμεταλλευτώ από έναν άρρωστο

τι να γράψω 

μέσα στο νοσοκομείο αυτό

του λόγου

όλοι μιλάν και μιλάν

σε διαβεβαιώνω πως αν ερχόσουν εδώ

θα έβρισκες τέσσερα 

ραδιόφωνα ένα στο μπάνιο

ένα στην κουζίνα

ένα δίπλα 

στο κρεβάτι μου κι ένα σε όσο χώρο μένει

όλη την ημέρα κάποιος ακούγεται να μιλάει

κι εγώ μαθαίνω τι θα μπορούσα να πω

αν με ρωτούσανε

τι πιστεύω για το ´να και τ´ άλλο

όταν δεν μιλάν παίζει κλασική μουσική

τότε πάω και κλείνω και τα τέσσερα μηχανήματα

σιχαίνομαι συνήθως την κλασική μουσική

είναι τόσο πομπώδης κι αλλοπρόσαλλη

σαν να μην ξέρει τι της γίνεται κι όλο 

να τρέχει να τρέχει

να με κυνηγά! την κλείνω απευθείας

σου έγραψα ξέρεις για να σου πω 

τα νέα μου κυρίως

είμαι καλά

βλέπω τηλεόραση

όπως τηλεόραση βλέπει και ο απέναντι

πασχίζοντας να του μοιάξω το δυνατόν

περισσότερο

τρίβει την κοιλιά του συχνά

την τρίβω τώρα κι εγώ

σβήνει το φως

το σβήνω τώρα κι εγώ

δεν σκέφτεται τίποτα

δεν σκέφτομαι πια ούτ’ εγώ

27.6.21

Αθήνα αγάπη πόλη

είμαι στον δρόμο

Μόλις πέρασε μια ταμπέλα

που έγραφε «Πηγαίνετε Πολύ Καλά»

Κι εκείνος το ίδιο είπε

πως όλα θα πάνε καλά

γιατί είδε πάνω μου κάτι που έρχεται 

σκοτεινό σαν υποβρύχιο

Καθώς έρχομαι τώρα

έχω εκτός των άλλων την αίσθηση 

πως ξέχασα

κάτι

τόσο σημαντικό που είναι αδύνατο 

να τρέχω τόσο γρήγορα μακριά του

Μια οδοντόβουρτσα είναι ικανή

να με βασανίσει

σε όλη τη διαδρομή

κι αντί φτάνοντας να εκδώσω ένα βιβλίο

εγώ να ψάχνω στην πόλη την κατάλληλη κεφαλή για την οδοντοστοιχία μου

Τι ήθελα και φόρτωσα αυτό το αμάξι

Τι θέλω κι έρχομαι

Ένα μυθιστόρημα μπορεί να τυπωθεί και μόνο του

Εγώ είχα χρέος μονάχα να γράψω την αλήθεια

και να μην αφήσω τίποτα να με σταματήσει

Μιλάω και πάλι ίσως για την οδοντόβουρτσα

που με τραβάει προς τα πίσω

σαν να μην υπάρχουν άλλες

σαν να μην ήθελα να πάω κι εγώ πια πουθενά

Μα έχω ραντεβού στην κορυφή του λόφου της Καστέλλας 

στο άντρο των φιλάθλων του Εθνικού Πειραιώς

να φάω σ´ εκείνο το θρυλικό σουβλατζίδικο

κι έπειτα να δω το φως το χώμα τον αέρα

όπως τα είδε 

ο Renzo Piano

και να ξεναγηθώ άκρως μυστικά

στην ανοιχτή για εμένα μόνο ομορφοτερη αίθουσα

του κτιρίου που υποτείνει

Έχω να διασχίσω το φαράγγι των πολυκατοικιών πλάι στη γραμμή του Αγίου Διονυσίου κι αμέσως μετά 

είναι η ώρα πια των φίλων μου που αγωνιούν

και περιμένουν επιτέλους να φτάσω

Θέλω

να πάω μπροστά

κι όμως κάτι γυρίζει το πρόσωπό μου πίσω

Τι ξέχασα 

Τι ξέχασα να πω

πριν φύγω

Τι δεν θυμήθηκα να αποχαιρετίσω;





13.6.21

 Αχ

Κόντεψες να πεθάνεις

Τι θα έκανα αν τα κατάφερνες

Παλιάνθρωπε

Εγωιστή

Σε πρόλαβα στο σπίτι μας

Οι γλάστρες μου είχαν πάρει τον δικό τους δρόμο

Το τηγάνι μου είχε χαλάσει

Στην κρεβατοκάμαρα δεν μπήκα

Έναν χρόνο έλειψα και 

Αντί να πω

Πως γίναν τα πάντα ρημαδιό

Θα πω πως όλοι εκεί μέσα με ξεχάσανε

Οι πολυθρόνες μου 

Το πιάνο μου τ’ ωραίο

Ο μπιντές

Τα κουζινικά

Ήρθα δεν ήρθα τους κάνει το ίδιο

Η γάτα που ξετρύπωσα από μια μηχανή αυτοκινήτου

Με κοίταζε τώρα σαν να μη με θυμόταν

Δεν με θυμόταν η κάργια και κοιμάστε πια μαζί

Το κλουβί του πουλιού άδειο

Πώς να περιγράψω αυτόν τον ξένο χώρο

Μου είπες πως μιλώ για τα σπίτια 

Σαν να ´ναι άνθρωποι

Και τούτο εδώ είναι ένας νεκρός

Τέζα

Χώμα

Είμαι στη δυσάρεστη θέση να το ζητήσω πίσω

Εσύ παραλίγο να τα τινάξεις μα σε πρόλαβα

Κι εκείνο ίσως καταφέρω να το αναστήσω

Θα το βάψω

Έξω 

Και μέσα

Σε λίγες μερούλες θα γίνει όπως ήτανε πριν φύγω 

Και σας παρατήσω 

Τράβηξα τις κουρτίνες να μπει λίγο φως

Τέρμα ο πόνος

Σ´ αγκάλιασα κι είπα

Φτάνει

Αγάπη μου φτάνει

Μα όλο πιστεύω πως θα σε βρουν κάπου πεταμένο

Με τα μάτια σου ανοιχτά να γυαλίζουν

Και να κοιτάζουν όπου κι αν είμαι εμένα

Αχ καταραμένος να ´σαι

Πώς έγινες έτσι 

Γέμισε σπυριά το πρόσωπό σου

Τα δόντια σου σαπίσανε

Κι εγώ δούλευα μέρα και νύχτα 

Ώστε να ´χεις πρόσωπο και δόντια και ζωή

Ναι

Αρνήσου την 

Τι έφταιξα να θέλω και τώρα ακόμα να σε συντρέξω

Σ´ αγαπώ αχάριστε 

Γιατί εσύ μου ´λαχες

Και γιατί καταλαβαίνω το μίσος σου για τη ζωή

Τι νόμιζες

Πως δεν μου είναι ένας τεράστιος κόπος να περιφέρομαι

Μα σε αγάπησα κι είπα

Γι ´ αυτό εδώ το πράγμα είναι καλό να συνεχίσω

Τώρα κοίτα πώς καταντήσαμε

Εγώ μπορώ και συνεχίζω ούτως ή άλλως

Εσύ σταμάτησες

Τίποτα δεν βγάζει νόημα

Δεν υπάρχει κάποιο συμπέρασμα για το τέλος

Κοίτα να μην πεθάνεις 

Κι εγώ θα φροντίσω να κόψω τις τρέλες

Η αγάπη μ´ έχει κατακλύσει και δεν περίμενα

Ποτέ να πω

Πως δεν σε απεχθάνομαι 

Ή πως ίσως να σε συγχωρώ

Γίνε τώρα καλά

Τα βράδια προσεύχομαι για σένα

Σαν να 'μουν καμιά καλή

Καμιά του Θεού

Λες να με τιμωρεί κανείς εκεί απάνω;

Αχ ξέχνα τα όλα και γίνε καλά

Ζήσε αγάπη μου

Ζήσε κάπου

Κι αν ρωτώ και μου λεν πως υπάρχεις

Θα στρογγυλοκάθομαι και θα τρίβω την κοιλιά μου

Πώς γελάγαμε ε

Ε πως γελάγαμε 

Χα!

Και τις προάλλες γελάγαμε

Γιατί δεν είμαστε άνθρωποι

Γιατί αγαπιόμαστε 

Και κουραστήκαμε από οτιδήποτε άλλο

Μετά βέβαια σου ´πιασα τη σοβαρή κουβέντα

Κι εσύ ίσως να άρχισες τα ψέματα

Ποιος ξέρει

Τι μας περιμένει αγάπη μου 

Ζήσε τώρα λιγάκι να σε δω κι άλλο

Να γελάσουμε καμιά φορά ακόμη με τούτα τα χάλια

 

12.6.21

Δεν αισθάνομαι τίποτα πια

Δεν κλαίω

Κι όχι πως ποτέ μου έκλαψα

μα όταν τουλάχιστον αντίκρισα

εκείνους τους νεκρούς

ή τη μεγάλη θλίψη της ψυχής μου

έλιωσα από έναν βαθύ καημό

κι υπηρέτησα τον σκοπό μου

Τώρα

δεν με πονάει ούτε το χρέος μου να μείνω όρθια

Κάποτε ήταν κι αυτό ένα ακόμη βάσανο

-Να μην κατεδαφίζεσαι λέει ενώ σκάψαν βαθιά-

Μόνη τώρα

και μ´ έναν σωρό από ανθρώπους

που ζητούν να κάθονται κοντά μου

και γεμάτοι αγάπη να με αγαπούν

δεν αισθάνομαι τίποτα πια

Πέτυχα

να απορρίψω την οδύνη

φέρνοντάς μου εγώ η ίδια ένα νέο

Το νέο ήταν

πως είμαι ελεύθερη να είμαι ό,τι θελήσω

κι εγώ αμέσως σκέφτηκα πως ήμουν ελεύθερη

από κάθε πόνο

Έτσι

σταμάτησα να πονώ

και δεν αισθάνομαι ούτε πόνο ούτε άλλο τίποτα

Δεν με πειράζει που σκότωσαν τις γάτες που τάιζα

Δεν με πειράζει που ο κόσμος προδίδει τον κόσμο

Δεν με πειράζει το κακό

Αντέχω την αδικία και μάλιστα μου φαίνεται ίδια με τη δικαιοσύνη

Περνώ απέναντι και δεν κοιτώ τον δρόμο δεν κοιτώ κάτω δεν κοιτώ πού πάω

Άμα θέλω κλείνω τα μάτια μου και περνώ τον δρόμο

Κι άμα θέλω δεν περνάω κάπου

Δεν νιώθω πως πρέπει να περάσω

Δεν νιώθω τον εαυτό μου

Δεν έχω τον εαυτό μου να νιώθει

Είχα κάποτε έναν πόνο που μου είπαν πως θα πέρναγε σε πέντε ακριβώς χρόνια

ενώ εγώ σε έναν χρόνο δεν τον ξαναπόνεσα

και τώρα

έναν χρόνο μετά

δεν νιώθω

τίποτα

Ούτε γαλήνη

ούτε τίποτα

Μόνο κάνω τη δουλειά μου

και κουνάω καταφατικά το κεφάλι μου

γιατί έχουν όλοι δίκιο

και κάτι

να επιμένουν να αγαπούν καθώς εκείνο

επιμένει να εξαντλείται

Εγώ σταμάτησα να επιμένω

Εγώ σταμάτησα

να κάνω οτιδήποτε

Έχω τώρα ένα κορμί γεμάτο σφρίγος

που δεν νιώθει την ανάγκη να είναι κάπου

Έχω την ψυχή μου

που δεν νιώθει πως είναι ψυχή

και τεμπελιάζει

Έχω την αγάπη να με λατρεύει

και δεν αποκρίνομαι

Δεν απαντώ στην ερώτησή της

αν κι εγώ την αγαπώ

παρά λέω

πως κάποτε ήμουν εγώ η αγάπη

Κάποτε

ήμουν καλύτερη κι απο την ίδια

26.4.21
τις ημέρες που νιώθω όπως σήμερα

βγαίνω

στο μπαλκόνι και διαλέγω

ποιος θα ´θελα

από τους απέναντι να ήμουν

πάνω δεξιά μια καθαρίστρια

πλένει τις καρέκλες

από πάνω της

ένας καπνίζει κι αριστερά

ένα μικρό κορίτσι μιλάει με τον σκύλο της

από την άλλη μεριά είναι πάλι διάφοροι

και τους κοιτάζω

ποτίζουν απλώνουν κοιτάν αν βρέχει

γενικώς συνεχίζουν

θαυμάζω αυτή τους τη συνοχή

λέω μπράβο στην κυρία που πετάει

πάντα τα σκουπίδια της

στον ακάλυπτο

μπράβο άντρα της

μπράβο παιδί της

να μια ισχύουσα οικογένεια λέω

καθώς εύχομαι και σήμερα να ‘μουν

ένας

οποιοσδήποτε

κάποιος απ’ όλους

αντί εγώ

24.4.21

Μην ξεχάσεις

εκείνη την ημέρα

που εγώ κι εσύ περάσαμε εδώ κοντά

στο Καλοχώρι


Όλοι έχουνε τις καλές στιγμές τους

και κάτι άξιο να θυμηθούν

μα λίγοι θα έλεγαν πως μπορούν και να πεθάνουν τώρα δα


Έτσι κι εμείς θα πεθαίναμε σε εκείνη την καντίνα 

χωρίς να ξεχωρίζουμε αν 

μας πλησίασε ο θάνατος ή ένα μικρό σκυλάκι


Κι όταν νύχτωσε 

και μπήκαμε πια μέσα

στα τραγούδια και στον καπνό

μας κέρασε ως κι η τραγουδίστρια για το θέαμα

που είχαμε προσφέρει


Δεν βλέπεις τέτοιο πράμα πολλές φορές στη ζωή είπε


Μια γυναίκα ώρες να φροντίζει πάνω στην κούνια του

ο άντρας της να μην πάψει να κουνιέται

23.4.21

είναι όλες γύρω στα είκοσι

δεν μοιάζουν ούτε στα νιάτα μου

γιατί δεν ήταν εκείνα

ανέμελα 

δεν μοιάζουν με τίποτε σε εμένα

και αυτό μου θυμίζει πως πρέπει να πιστέψω

όπως συνήθως πως

τα σπασμένα παραμορφωμένα μου

αιχμηρά πρόσωπα

που εναλλάσσονται επάνω

στο πρόσωπό μου

είναι δυσβάσταχτα

του είπα να με λέει Ανιώ 

αν θέλει μα προτίμησε

να με φωνάζει

Άνια - έλα

να σου δείξω (έναν νέο τρόπο να αγαπηθείς)

εγώ

δεν θέλω τίποτε νεότερο

δεν ακούω κάτι

 αν κάποιος δεν με φωνάξει με το όνομά μου

είναι σαν

να με λέει Ιωάννα

 

με βάφτισαν και με ξέχασαν

με αγάπησαν και με ξέχασαν


Με Μετονόμασαν !


αν αύριο δεν φωνάξει κανείς

το αληθινό μου όνομα

ανιώ

θα καταφύγω μέσα σε μία κολυμπήθρα

 

Ανιώ Ανιώ Ανιώ 

Ανιώ 

Ανιώ

πού είμαστε όλοι εμείς που τ' όνομα 

αυτό

μας φέρνει μιαν ανατριχίλα;

12.3.21
Αν τα μάτια τους έχουν κοιτάξει τα δικά του τότε να κλείσουν! 
Να μη με κοιτάν! Σιχαίνομαι τα μάτια. Τα χέρια ειδικά. 
Αυτό είναι εύκολο. Μη με πιάνετε χέρια!

Ήμουν στον κάτω όροφο κι όταν ανέβηκα στον πάνω βρήκα τον ήλιο και την ομορφιά μακριά. Οι φίλοι μου να μη
λέγονται φίλοι δικοί μου. 

Ο δρόμος να μη λέγεται δρόμος. Όταν είπε 

ζω τόσο καιρό σε σχέση με εσένα, εκείνη ακριβώς τη στιγμή, εκείνος εκείνη τη στιγμή έγινε ένα άμορφο πράγμα.

Θέλει να λέγεται καλός. Θέλει να λέγεται δρόμος ενώ είναι

άσχημος

Εγώ δεν έχω δρόμο
δεν θέλω φίλους
Ανέβηκα στον άλλο όροφο και δεν είχα 

Είχα πολλές στoιβαγμένες γριές
Ευτυχισμένες νυχτικιές και κρεβάτια
Και δείπνο

Γιατί δεν πέθανε 
πριν αρρωστήσω 
Γιατί δεν αρρώστησε πριν 

Η Μάρθα είναι μαύρη κι εγώ δεν αντανακλώ τίποτε πέρα από αγάπη αγάπη αγάπη αγάπη αγ

Θα είμαι νεκρή άμα συνεχίσω τον πόνο
Ασ´τον λέει τον πόνο εκείνη 
δεν τον χρειάζεσαι 
και τρίβει κάποιον άλλον

Να μη με αγγίζει 

Τα ψάρια πεθαίνουν πριν από εμένα
Τα ψάρια είναι νεκρά και το νερό τους αντιθέτως
είναι μια χαρά το νερό 

Το κεφάλι μου όμως

Πήγα αργά στο ραντεβού και τώρα είμαι άρρωστη

Αν με ενδιέφερε
θα είχα πάει στο ραντεβού

Αν δεν πονούσα θα είχα συγχωρήσει το ραντεβού

Αν είχα συγχωρήσει δεν θα πονούσα
Κι αν δεν υπήρχε κανείς να συγχωρήσω θα ήμουν ελεύθερη ελεύθερη

Τι άσχημος

Ωχ πόνεσα πάλι τι κατάντια

Πίνω κάτι και γλίτωσα που δεν συνάντησα κανέναν γνωστό
Πίνω κάτι ζεστό 

Προσευχή: Ας φύγει κάποιος πολύ μακριά όποιος κι αν είμαι αυτός

Αντίδωρο: Κλοιός