17.11.10
Έκανα να δέσω τα κορδόνια μου. Μήπως φανείς. Νωρίτερα απ'το κανονικό. Μήπως βιαζόσουν να με δεις. Κι εσύ. Λίγο ακόμη. Ένα γέλιο. Ένα αστείο για το Λας Βέγκας. Ή τον υπερευρυγώνιο υπερφακό. Τα'λυσα κρυφά να μη με δουν οι συνεργάτες. Οι συνεργοί. Σύμμαχοι. Δε με είδαν, δεν καταλάβαν τίποτα. Δεν κοίταξαν όσο εγώ σήκωνα το πόδι στον αέρα σχεδόν διακριτικά και τραβούσα το βρωμιάρικο σχοινί από τις δυό του άκρες. Δεν είδαν. Είπανε και να φύγουν μάλιστα. Μισό λεπτό, έχω ένα πρόβλημα με το παπούτσι. Πόση ώρα να πάρει όλο αυτό. Φιόγκος διπλός. Δεν πρόλαβες. Το γέλιο μου. Και τα κατσιασμένα μου μαλλιά να σέρνονται στο πεζοδρόμιο. Σωστή στιγμή. Για να κατέβεις. Από τον όροφο ένα στον μηδεν. Να δεις μια πλάτη σκυμμένη στα πόδια σου, έναν μαλλιά ψηλότερο και από'σένα. Μια αθώα κοντή λίγο πιο δίπλα κάτι να τραγουδάει. Έκανα ό,τι μπορούσα. Κι εσύ φαντάζομαι. Τώρα εδώ. Εγώ. Χωρίς ούτε τις κάλτσες. Φαντάζομαι πως χτυπούσες το πόδι σου ανυπόμονα στο πάτωμα. Πως μέσα στο κεφάλι σου είναι το δικό μου κεφάλι. Κολλημένο στην πόρτα. Μία πόρτα. Βαριά και πάντα ανοιχτή τα απογεύματα. Ακούμπησα την κλειδαριά στο αυτί κι έριξα ένα δυό χαμόγελα, λίγο υπερβολικά, λίγο λίγα. Κούνησα και το χέρι. Να φανώ άνθρωπος κατάλληλος για αποχαιρετισμούς. Στη μασχάλη σου σφηνωμένο το άδειο μπουκάλι. Χυμός ρόδι 3 ευρώ. 3 γουλιές. Τους παλιοκλέφτες. Κάπου στο μάγουλο έχω τη μυρωδιά και ίσως να πετούσα και λίγα ακόμα λεφταδάκια για να κρατήσει ως το πρωί. Έτσι φαντάζομαι πως γίνανε τα πράγματα. Στη διαδρομή πως με σκεφτόσουν. Και πως ντρεπόσουν να με συζητήσεις. Αυτά σκέφτομαι τώρα εδώ, τα λέω ή τα γράφω. Σε ανθρώπους. Όχι σε 'σένα. Αλίμονο. Τι να σου πω. Σ'εσένα τι να πω. Τώρα θα'χεις κλείσει διάφορα φώτα. Πράσινα μάτια. Θα ονειρεύεσαι το γκραν κάνυον και την μπλε σου μάστανγκ. Κι εμένα κάπου αργότερα. Να 'χω θλιμμένα μάτια. Χαρούμενη στο σύνολο του προσώπου που συντηρώ. Μέσα σε κανένα απ'αυτά τα ελικόπτερα που ναύλωσες να σε πάνε να σε φέρουν. Θα είμαι κι εγώ. Έτσι μου ήρθε μόλις. Εκεί ακόμα θα σου ζητάω συγγνώμες του αέρα για 'κείνη την επίγεια κλωτσιά. Κάτω, πριν. Εγώ με φόρα από τα δάχτυλα, εσύ με πόνο στο καλάμι. Έτσι κάπως μπορεί να γίνει. Να γίνεται. Να συμβαίνει τώρα. Σε όνειρα. Τα βράδια. Που εγώ λύνω και δένω.
είπε η aniaris στις 04:20 |



2 λόγια

At 12 Φεβρουαρίου 2011 2:30 μ.μ., Blogger Yannis Petsas said........
Πολλές φορές το κάνεις αυτό με την αλλαγή φύλλου μέσα στο κείμενο, μπορείς να μου πεις μήπως γιατί;
 




At 12 Φεβρουαρίου 2011 3:08 μ.μ., Blogger aniaris said........
Πρώτη φορά επιχειρώ να το εξηγήσω. Είναι φορές που είμαι σκέτος άνθρωπος, ανιάρης. Άλλες νιώθω το φύλο. Βέβαια, άμα είμαι με κάναν άντρα που μ'αρέσει κι είμαι στα σίγουρα ένα θηλυκό, τότε ό,τι πω για μένα θα καταλήγει παραδόξως σε -ος. Ανάποδος.
Δεν κατάλαβαίνεις, ξέρω. Ούτ'εγώ.