Θα'σαι εδώ λοιπόν. Εκτός κι αν πας στη Ρόδο. Θα'σαι εδώ κοντά, μπορεί να κάνουμε διάφορα για λίγο καιρό. Θα διαβάζουμε κυρίως. Ναι. Σ'ένα από τα σπίτια, το πιο ζεστό. Τα πόδια σου να ανπαύονται κάτω από καμιά κουβέρτα. Να τη μοιράζεσαι και πότε. Μισή μισή. Καμιά πενηνταριά σελίδες θα στηρίζουν τα κέρατα κι εγώ θα σου τάζω ανταλλάγματα να μου τα δώσεις. Ξεχνάω πώς ήτανε το καλοκαίρι. Έτσι παθαίνω άμα φυσήξει κρύο. Τώρα η ζέστη είναι πολύ παλιά. Ήτανε στο πρώτο καταφύγιο, στο δρόμο για να φτάσουμε εκεί, στα χέρια μου που αγκύλωσαν στα 2100, σε βράδια που 'κανες μόνολογκ και μας ανέβαινε το φαϊ από τα γέλια. Άμα φοράω το βραχιόλι θυμάμαι και τους τρεις γιους. Τους δυό πορτοκαλί κυρίως. Αθώα αυτά. Και τα πονηρά στην αυλή που βάζαμε ξύλα να ζεστάνουν το νερό. Ζεστάθηκε το νερό, κρύωσε μετά. Κι εσύ επέμενες να σταματάς για να ακούσεις. Μεταφράσεις απ'το στόμα σου για το τι λένε οι γερμανοί που δεν προλάβαν να μας δουν. Όλο Γερμαναράδες στο χωριό. Όλους τους έπιασες κουβέντα. Βι γκετς και ναχ μπερλίν και γω κάιν ντόιτς ή άντε άιν μπίσχεν. Έλα που καύλωνα όσο τα μιλούσες, τι ωραία που τα μιλάς. Τα αθώα λοιπόν. Πολλά τέτοια. Στην αιώρα κυρίως. Ρομαντικά πράματα. Κάτω από κισσούς. Μπορεί να μη φυσούσε πουθενά. Στη βεράντα σου φυσούσε. Α. Πριν απ'ολα αυτά.
Ήτανε πρώτα στο χωριό με τα χωρίς φυτά. Τρώγαμε σάντουιτς. Εγώ με σουβλάκι, εσύ γύρο, εκείνος είχε μόνο μια έγκυο σκύλα στη ζωή κι απ'το στόμα έπινε, μιλούσε, δεν έτρωγε. Ταϊζαμε το τσεπόσκυλό του και μιλούσαμε για κουνγκ φου και φλάουτα, ειδικότητες παράξενων αντρών. Πώς να σε κοίταξα και πώς το'δε και πώς στο καλό έχωσε τη μάπα του στο οπτικό μας πεδίο πετώντας αυτές τις δύο λέξεις με το αμφίβολο ερωτηματικό; "Είσαστε" ήταν η πρώτη κι η άλλη άμα γραφτεί δεν είναι ωραία, δεν τη γράφω, μόνο την αρνήθηκα με δίπλωμα στις μπύρες. Φάγαμε τα υπόλοιπα, πώς άραγε κατέβηκαν, τον ακούσαμε που'χε κι άλλα να μας πει, δώσαμε χέρια με τη σκύλα, φύγαμε. Δε μ'άρεσε ποτέ το μέρος να σου πω. Αλλά τότε ήταν καλό. Ωραία ήταν. Κι ύστερα το επόμενο που μπορώ να θυμηθώ είναι το χεράκι σου να με κουνάει στην αιώρα. Την αιώρα που 'λεγα πριν, δεν υπάρχει άλλη. Στη ζωή μου τη δικιά μου δεν υπάρχει. Καλύτερη σίγουρα όχι. Αιωρούμαι εγώ και βραδιάζει, απ'το μυαλό σου βγαίνει φως για να διαβάζεις το βιβλίο. Ένα απ'όλα. Τρεις σελίδες και για μένα φωναχτά πριν κοιμηθώ μέσα στις πέτρες, κάτω απ'τα ξύλα, δίπλα στη φωτογραφία του λήσταρχου Καντάρα. Στη βεράντα πάλι απ'το πρωί, κάτι μου ψήνεις, πλευρώτους τι νόστιμη λέξη, δίνουμε πιάτα και σ'όσους πήραν μυρωδιά, στο ραδιόφωνο παλάμης λένε τα νέα, δεν είναι δικά μας, εδώ το μόνο άγχος μην και τα πόδια κανενός φτερανθρώπου μας ξύσουν τη σκεπή. Η θάλασσα. Καλή κι αυτή. Οι βάθρες. Καλύτερες. Όχι καλύτερες. Είναι άλλο πράμα. Ανεβαίνεις, ανεβαίνεις πολύ, ώρες, ιδρώνεις, μυρίζω την υγρασία σου όσο σ'έχω μπροστά. Και φτάνω, φτάνεις. Ξέρεις ότι έφτασες άμα δεις κάτι σαν παράδεισο. Βουτάς και πίνεις. Πονάς, σε πονάει το άτιμο, παγάκι είναι αλλά το θες. Βούτηξα κι εγώ, έχω αποδείξεις. Μα πιο πολύ μου μπήκανε και δε μου βγαίνουν τα πριόνια. Όλη μέρα ανηφόρα κατήφόρα και λίγο πριν βραδιάσει φτάνουμε, καθόμαστε, κοιτάμε στις φωτογραφίες την κορυφή που δεν πατήσαμε, μας ρωτάει κι ένα παιδί με ορειβατικά τι θα θέλαμε. Τι να θέλουμε; Ένα πιάτο. Ζεστό. Το μοιραστήκαμε. Ψωμί και φασολάδα. Τίποτ' άλλο. Αυτά κι εσένα. Τι άλλο. Στο σπίτι πάλι. Δεν είναι σπίτι ρε αυτό. Κάτι άλλο θα είναι. Ποιος το'βαλε εκεί να είναι; Ποιος έστησε τις τόσες πέτρες, ποιος έμπηξε τα ξύλα, πώς στο καλό γίνεται τωρα πια να 'ναι ολοδικό σου; Τα βράδια με ανέβαζες στη σοφίτα. Κι άμα κατουριόμουνα κατέβαινα στα σκοτάδια με τον κώλο. Ένα βράδυ ήταν που. Στηρίζω λοιπόν τα πόδια μου στο ταβανι να μην κουνιόμαστε και μας ακούσουν οι φίλοι σου. Κουνηθήκαμε. Εγώ κουνήθηκα σίγουρα. Κι οι φωνητικές μου χορδές κουνήθηκαν. Μας άκουσαν, πάντα μας ακούν, φίλοι ξεφίλοι, ξένοι, εργαζόμενοι. Μας ακούν κι όταν βάζουμε το σκληρό σου να γυρνάει στο αμάξι του λαού. Ρουφάει από την μπαταρία του και μας κάνει καρεκλάδες. Ξεδίναμε όταν δεν είχαμε ρεύμα πουθενά αλλού. Γυρίσαμε στον πολιτσιμό, ξεδίνουμε αλλιώς. Θα γίνουμε λιντιχόπερς μωρέ. Ακροβατικά θα κάνουμε και παραλίγο φέτος να σαλπάρεις. Θα σαλπάρεις, με πανιά και ιστορίες. Άλλή ώρα. Θα 'χεις κάνα ιστιοφόρο μ'όνομα τρομερό, δεν μπορώ να το φανταστώ, θα'χει ξύλο το πλοιάριο, θα'ναι σπάνιο, θα λες πάμε μια βόλτα κι αντί για πόδια, θα'χεις μια καρίνα να. Θα γίνει.
Το Σαββατιανό με τα θειώδη τέλειωσε. Κι είναι Τρίτη, δεν ταιριάζει. Αύριο δε θα μοιράζομαι μέρος με κανέναν. Γυρίζω πίσω. Πίσω πολύ. Σε προσκαλώ στο σπίτι μου να βρεις δικό σου σπίτι κι άργησέ το κάπως. Κάνε τον δύσκολο, δες τίποτα τρώγλες, άθλιες νοικοκυρές, φωταγωγούς και διαμερίσματα σαν το δικό μου πριν να βρεις το καλό. Έτσι. Να δω αν θέλω. Μη γίνει και σε θέλω λέω κανονικά σ'αυτήν την από αύριο αλήθεια.




είπε η aniaris στις 02:13