Τη βλέπω. Είναι καλά. Είναι νεκρή. Αλλά καλά. Έτσι δείχνει. Άκαμπτη. Τελείως νεκρή. Καμιά φορά είναι και ζωντανή αλλά πρόκειται να πεθάνει. Να ξαναπεθάνει. Άμα είναι νεκρή, τη βλέπω γιατί την έχουμε ξεθάψει. Για ηλίθιο λόγο. Οι παράλογοι λόγοι των ονείρων. Τη βγάζουμε, είναι με τη γνωστή πυζάμα -δε θα'πρεπε. Κάθεται σ'ένα μέρος. Κάποιος την έχει καθίσει. Ατσαλα, πρόχειρα, δεν κάθεται ακριβώς, στηρίζεται ας πούμε καθιστή όπως ακουμπάμε στον τοίχο τη σφουγγαρίστρα που ίσως γλιστρήσει και πέσει στο πάτωμα. Ένα βράδυ -μέρα στον ύπνο- μύριζε. Άσχημα. Ένα άλλο, κάτι πήγε να γίνει. Ανάσταση, κάτι τέτοιο. Σαν λάθος. Λάθος θάνατος. Και χτες ήταν οι τελευταίες ώρες ζωής. Αλλά ζωής κανονικής. Τραγουδούσε, έκλαιγα και την ηχογραφούσα. Μιλούσε, εγώ έκλαιγα . Ξάπλωνε με τον άντρα της, έκλαιγα, ξάπλωνα κι εγώ. Κάθε βράδυ αυτό. Με φώτα. Τρία συνήθως. Μες στα μάτια μου. Και αργά. Να νυστάζω μέχρι θανάτου. Θάνατος. Είχα δει πώς πεθαίνουνε τα καναρίνια. Ένα πουλί κίτρινο. Το πουλί έπεσε από ψηλά, παράξενοι ήχοι, όχι άσχημοι, απεβίωσε. Κι έτσι ακριβώς δεν πέθανε αυτή. Έτσι δεν έπεσε. Έτσι όμορφα δεν άκουσα τίποτα. Έτσι δεν πεθαίνει κανείς άνθρωπος. Σαν το πουλί. Ή δεν ξέρω. Δεν έμαθα κανείς να πέθανε έτσι. Σίγουρα δεν είδα εκείνη. Και δε χωράει μέσα αυτό. Σε 'μένα. Ζώο δεν ήταν. Ψάρι όχι. Ήταν άτομο. Άνθρωπος. Απάνθρωπος ανθρώπινος θάνατος. Κι άνθρωποι γύρω παρείσακτοι. Παρείσακτη κι εγώ, ακριβώς μπροστά, εμπόδιο ζωντανό, έμβιο, με αίμα γρήγορο που περνάει από παντού. Να κάνω τίποτα, να μου λένε να κάνω τίποτα, να βγω καλύτερα, να φύγω, να μη γυρνάω πίσω κανέναν που πρέπει να μη γυρίσει τωρα -λες και μπορώ- και μάλλον ποτέ παρα μόνο κατά τον ύπνο, στα όνειρα, τα βρωμερά μου, πεθαμένα όνειρα.