21.9.10
Έκανα πλάνα. Σχέδια. Πρότζεκτς. Δεν ήταν μεγαλεπίβολα. Σε ποιο πλευρό θα κοιμόμαστε, με τι ρυθμό θα τρέχουμε. Δίαλογκ στο μόνολογκ ότι θα κάναμε τα βράδια. Ρουέδα ντε κασίνο, βολέο, σαντουιτσίτο δυό φορές την εβδομάδα. Εργατικό απ'το Χρυσό, εφημερίδα εσύ, ένθετο εγώ. Θα καθάριζες κανένα αχλάδι, θ'αγόραζες το αιωνόβιο ψωμί, θα σε βαριόμουν, θα με βαριόσουνα. Θα 'τανε η αλήθεια.
Μ'έφερες εδώ τώρα να μου δείξεις το νέο πλάνο. Απο'δω κυρία μου τα βουνά. Παρασκευή με Κυριακή, λες, θ'ανάβουμε τα δυό σου τζάκια. Ύπνο, φαϊ, βούλα, βιβλία, σκυλιά. Στο γκάζι τη χύτρα, ξύλα στο θερμοσίφωνα κι όλα κομπλέ. Και ρεύμα αχρείαστο θα 'χουμε άμα σου ζωγραφίσω καθαρά το σπίτι. Πρώτα θα φτιάξω το πρόσωπο κι ύστερα τα της οικείας. Κι αν κρυώνω ρώτησα. Απάντησες κάτι για φλις κι έβγαλες απ'τα πλευρά σου ένα τσίγγινο μπουκάλι. Όλα τα έλυσες. Συμφωνώ κι εγώ τις πιο πολλές φορές. Θα σε βάζω -λέω εγώ τώρα- να φυσάς απ'το πνευστό άμα τελειώσει το κόκκινο ραδιόφωνο. Κι άμα μου λείπουν οι Πέμπτες θα ντύνομαι χοντρά να κάνουμε καμιά αιώρηση στα ξύλα της βεράντας.
Σε περιμένω να γυρίσεις απ'τα μικρότερα παιδιά να δοκιμάσουμε. Έχω μπατζίνα, έχω σοφίτα, τρία παράθυρα ουρανού. Βγάζω το κεφάλι. Είμαι κεραμίδι σουηδικό. Είμαι δεκαοχτούρα. Είμαι κεφάλι σε παράθυρο. Αεροπλάνα περνάνε απ'το κρεβάτι. Σηκώνω τα χέρια. Όχι εγώ. Αυτόματισμός, κάπως, κάτι μόνα τους. Αυτόματα. Φτάνω το ταβάνι. Σπάω νύχια. Παίρνεις φόρα, μπαίνεις. Άργησες. Φεύγεις. Μη φύγεις. Φεύγεις. Κάνω βόλτες σε σχήμα πι. Κατουράω, βάζω σιντί. Χορεύω στα μασίφ. Σκέφτομαι τα χεράκια σου που τα περάσαν ένα-ένα. Βολτες στη βιβλιοθήκη σου. Τηλέφωνα. Θυροτηλέφωνα. Κινητά τηλέφωνα. Υποκάμισα, πυζάμαι Εξαντρίκ. Ελληνικά κασμήρια Έσπερος, ηγγυημένα υφ'όλας τας απόψεις. Ασφαλιστική εταιρία πυρός "Η Μαγχαϊμ" ιδρυθείσα τω 1879. Κρρρρανκ. Πόρτα. Εσύ. Φολκσβάγκεν. Φιτζέραλντ. Φουρφουρής. Ο κύριος. Και η Κλοκλό. Η κυρία. Και το ψαριλέξ. Είμαι παιδί. Είμαι δικός σου. Είμαι γυναίκα. Ανιάρης έκτακτος και ανιαρός. Βουνίσιος. Πέτρινος. Του Πέτρου και της πέτρας. Ύψος 451 μέτρα και 75 εκατοστά. Κεφάλι ωοειδές. Μάτια καστανά. Καταγωγή Τρίκαλα και Τρίκαλα. Τώρα Νέα Ρόδα, Νέοι Πόροι, Νέα Λάρισα, Παλιός Παντελεήμων, Αλκαζάρ. Αλκατράζ. Πονάει ο κώλος μου από το σούπερ-υπερ ελαφρύ αλουμινένιο αλκααλικό αλεξίσφαιρο μαύρο ματ σκελετό του μπιάνκι. Εσύ σέλα, εγώ τιμόνι. Χωράμε σε δυό ρόδες. Φούιτ. Τέσσερις τώρα. Εθνική οδός. Παρακάμπτουμε διόδια. Κωλοδαχτυλο στα 2 και 90. Στο κάστρο αριστερά. Δυό μάφιν πάνω στη γέφυρα. Χαιρετάμε τους οδηγούς, οπαδούς του παοκ στα πούλμαν. Μουνάρα μου, φωνάζουν. Γελάς. Μάφιν στα δόντια σου. Μάφιν στη γέφυρα. Στην εθνική. Οι νταλίκες κορνάρουν. Γυναίκες, άντρες χαιρετάν. Εμάς. Εμείς είμαστε. Αυτοί είναι. Χαρούμενοι. Κι είμαι ψηλή, ψηλότερη, πολύ ψηλή. Φτάσαμε. Είναι ίδιο. Ψεύτικο. Έχεις το κλειδί. Είμαστε εκεί. Με θες εκεί. Σε θέλω και εκεί. Κυριακή. Δεν πρόλαβα να


Παρασκευή. Ψηλή. Ψηλότερη. Τόσο πολύ ψηλή.