Έχει δεκαπέντε μέρες. Κι άλλες τόσες που ένα πράμα παλεύει ανάμεσα στα πνευμόνια μου. Είχα συνηθίσει στο χωριό. Τα βράδια πρόσεχα τη γιαγιά διαβάζοντας πετροβιβλία και πριν ξημερώσει με αντικαθιστούσαν οι γυναίκες. Μπήκε ο Αύγουστος, αποφάσισαν χέρια και πόδια να παγώσουν από το πρώτο του πρωί. Βήχει, τη σηκώνω, τη σηκώνουμε, ανοίγει τα τρομερά της μάτια, κοιτάζει το χάος που αφήνει και την αφήνω να το δει από μέσα μου, δε βλέπει, σίγουρα κάτι βλέπει μα τίποτα πίσω μου, μπροστά μου, γύρω. Τη ρωτάω τι θέλεις, θέλει να ζήσει. Δεν το λέει αυτή τη φορά, μόνο κοιτάει. Κι αυτά τα κίτρινα τα μάτια δε θα τα ξεχάσω ποτέ, βρήκανε χώρο στο κεφάλι μου, τα κενά της μάτια, δε λέγαν τίποτα, μόνο ήταν κενά. Πισωπατώ, βγαίνω έξω, δε θυμάμαι, κάθισα σε μια βρύση, ξυπόλυτη στα καυτά χαλίκια, είχα τόση φωνή, τρόμαζα τον κόσμο, τους γείτονες που ύστερα όλοι περάσανε να τη δουν, να κλάψουν. Ήταν όμορφη. Έτσι όπως ήθελε με το γαλάζιο φόρεμα το καλό και μια καρφίτσα, την αγαπημένη της που όλο τη στολιζόταν. Είχε καλύτερο χρώμα από πριν, περίμενα να πάρει ανάσα, έφταιγαν και τα λουλούδια ένιωθα κι οι τόσοι άνθρωποι. Κάντε χώρο ήθελα να φωνάξω, κάτι δεν πάει καλά άμα η κοιλιά δεν ανεβοκατεβαίνει ζόρικα κι ύστερα θυμόμουν πως όλα είναι σωστά, έτσι είναι τα πράγματα. Τραγουδούσαν οι γριές, οι θειές. Η Μούτη είχε παραγγείλει από παλιά να της πούνε Καζαντζίδη. Της τα'πανε, κι άλλα πολλά. Χαιρετηθήκαμε ώρες μετά, κρατούσα ένα νερό, της το'δωσα αφου άλλη λέξη από "νεράκι" δεν είχα ακούσει μέσα στα δόντια της για μέρες. Νόμιζα εκεί τελειώνει. Εκεί τα παραδέχεσαι όλα. Εκεί δέχεσαι τις θέσεις, τη σειρά. Μα οι μήνες αυτοί κάθονται πάνω στο στέρνο μου, φουσκώνουν το βράδυ και μου ζητάνε σαν τη γιαγιά καρπούζι. Τους ταϊζω, μ' αφήνουνε για λίγο να κοιμηθώ κι έτσι με πηγαίνει. Οι μυρωδιές είναι όλες ίδιες. Το μέταλλο από το στόμα της μπορώ να το βρω παντού, ο ιδρώτας μέσα στα μαλλιά της είναι τώρα στα νύχια μου, το απορρυπαντικό της αρωματίζει όλα μου τα ρούχα, όλα είναι εδώ, δεν τα ψάχνω, με χτυπάνε ξαφνικά, μου μπαίνουνε μέσα στη μύτη και το νεράκι βγαίνει από το στόμα μου ίδιο, ίδια είναι η φωνή μου γαμώτο μου άμα το πω, δε θέλω να ξαναπω 'νερό' δε θέλω να ξαναπιώ νερό. Κι άμα πω να κλείσω τα μάτια μου, ανοίγουνε τ'άλλα που ζούνε μέσα μου, που θα 'πρεπε να ζούνε μόνο μέσα σου, να ζεις και να'ρθω να μου πεις πώς να το γλεντήσω.