Εικοσιδιόμιση λεπτά κοντσέρτο για βιολί. Είχε τελειώσει πριν τελειώσεις εσύ. Ύστερα δεν είχαμε τίποτα ν'ακούμε κι αποφάσισες να μου πεις μέσα έξω τα νέα σου. Τα'λεγε η φωνούλα σου κι εγώ τ'άκουγα μέχρι να λυγίσει. Δε θυμάμαι τη μέρα, ευτυχώς τη λέει εδώ κάτω δεξιά, μαζί και την ώρα που ποτέ δεν κοίταζα όσο ήμουνα εδώ κι εσύ εδώ. Εγώ έπρεπε να σε πηγαίνω, εσύ με πήγαινες. Μου αγόρασες και το καφέ το μαγιουδάκι, δώρο λες, να πηγαίνει με το δέρμα μου από κάτω, να πετάξω εκείνο το μωβχρυσό. Μα πότε θα πάμε στη θάλασσα δεν ξέρω. Προς το παρόν σ'ακολουθώ, το χαίρομαι. Σε βάζω στο τρένο να φύγεις μακριά, πετάγομαι κι εγώ την άλλη μέρα. Έρχεσαι'δω, να λείπω δε γίνεται, επιστρέφω στη βάση. Κράζει ο Πίκο στο γυναικολόγο, ζώο είναι, ζώο κι εσύ, τ'αγαπάς με μια κουβέντα. Μου μετράς πόσα σκυλιά μπορούν να μπουν ανάμεσα μας κι εγώ σου τα διπλασιάζω. Και ψάρια δε θες μαζί μου να ψαρέψεις, ούτε εγώ πια αφού μου εξήγησες πόσο κακό τους κάνει το αγκίστρι κι ας τα ξαναπετάω μέσα, δεν έχει σημασία. Ποτέ λοιπόν με τα χέρια σου δε θα'πιανες ένα μπακαλιάρο μα μου τον σέρβιρες λαχταριστό πάνω στη λαδόκολλα κι έφαγες αν θυμηθώ και λίγο απ'τον δικό μου. Πάντα να τσιμπας απ'τη μεριά μου κι ας αγχώνομαι όταν οι πατάτες στο τραπέζι είναι λίγες. Θα το ξεπεράσω, όπως μου'φυγε κι η στεναχώρια από'κείνη τη βίαια διαγραφή των φωτογραφιών μου στο λιμάνι. Ντάξει, δεν ήτανε τίποτα σπουδαίες εκείνες οι εφτά, αλλά τις ήθελα, τώρα δεν πειράζει. Παρηγοριέμαι που ξανάρχισα να βλέπω, που 'μαι κι ασπρόμαυρη στις τελευταίες σου στάσεις. Αυτό ειδικά το τελευταίο, πώς μ'άρεσε, να τις ξοδέψεις έτσι αλόγιστα πάνω μου
. Και σ'όλες γελάω, όλο γελάω μ'ανοιχτό το στόμα και λίγες με κλειστό, με κάνεις να γελάω, γελάς όλο κι εσύ. Μα γίνεσαι και σοβαρός να μου εξηγήσεις τι'ναι το απαρτχάιντ και το χάρντι γκάρντι. Μαθαίνω κι εγώ και τα θυμάμαι να σου απαντήσω τσακ μπαμ άμα σου βγει ο δάσκαλος και θες να με ελέγξεις. Μα δεν είσαι δάσκαλος, είσαι παιδί. Τυλίγεσαι στο κατωσέντονο και κοιμάσαι με το βρωμοπόδαρό μου να σου μπαίνει στο μάτι. Κάνεις το λάμδα ρό και πετάς 30 χρόνια απ'την πριν λίγο αντρική βαθιά φωνή σου. Πήγα κι εγώ να σου δείξω πώς κάνω τη δεκαοχτούρα με τα χέρια, με πρόλαβες μία φορά κι όλο με προλαβαίνεις από τότε πριν καταφέρω να κλείσω καλά τις παλάμες μου να βγει πουλίσια φωνή. Σε αγριοκοίταξα τις προάλλες και αποσύρθηκες για να το κάνω πρώτη. Ούτε που σφύριξε ο αέρας, το γάγγλιο θα φταίει. Σου'κανα νόημα να λάβεις θέση κι άρχισες την επίδειξη των πτηνών και των νοτών. Γελούσα πάλι, τι άλλο μπορώ να κάνω. Και στο πανεπιστημιακό δεν κλαίω, γελάω άμα'ρθεις εσύ και πεις κάνα καλό ανέκδοτο. Τα αναπαράγω, στο'πα, μα κάτι δε λέω καλά, ίσως να μην κοιτάζω πονηρά όπως κοιτάς εσύ ή μπορεί τ'ανέκδοτά σου να'ναι μάπα, χέστηκα, εγώ γελάω με την κοιλιά και την ψυχή. Φεύγω τώρα να οδηγήσω τρεις ανθρώπους κι ένα σκύλο στο κέντρο της ζέστης. Εκεί είσαι κι εσύ, βάφεις τη σοφίτα σου, εκεί κι η γιαγιά που ψήνεται και δεν πιστεύει στο 36 κι έξι. Ούτ'εγώ πιστεύω. Άμα καίγεσαι καλά από μέσα, απ'έξω είσαι πάντα δροσερός.