Είν'εδώ πάλι ένα σωρό κόσμος. Χτυπάω την πόρτα για να μπω στην τουαλέτα, ποτέ δε βρίσκω το ζευγάρι της παντόφλας μου. Ο μπαμπάς ζεσταίνεται, ο σκύλος δεν έχει πού να κάτσει κι ο αδερφός μου αρωματίζεται όλη μέρα. Η ξαδέρφη μου μιλάει με αγόρια σ'ένα κινητό που'χει και ίντερνετ κι οι υπόλοιποι, δεν μπορώ να πω, κάθονται ήσυχοι. Βρήκα λίγο χώρο ανάμεσα στις βαλίτσες, λίγο χρόνο μοναχή στα μουλωχτά κι είπα θα γράψω λιγάκι έτσι για σένα, να πω δυό πράματα μην τα ξεχάσω. Τι άλλο θα μπορούσα ν'ακούω τώρα, στον έκανα και δώρο χτες, χάρηκες, χάρηκα κι εγώ και ντράπηκα κι αναρωτήθηκα μήπως δεν κάνω τέτοια κι ύστερα είπα δεν πάει στο διάλο, κάνω. Σου πήρα εκεί και δυό ψάθες για το ξεκάρφωμα που'χαν κρυφό νόημα δήθεν αλλά ήταν το μόνο που θυμόμουνα καλά ότι δεν έχεις. Σου πήρα λοιπόν μια κίτρινη, μια κόκκινη και τις άφησα στο πόρτ μπαγκάζ τυλιγμένες δίπλα στη σακούλα με αυτόν να περιμένει μέσα. Το'χα στο μυαλό μου όλη μέρα που τριγυρνούσαμε να το γιορτάσουμε κι εδώ κι εκεί και με πνευστά, κρουστά, τηγανητά κι απ'όλα. Το'χα στο νου μου, έλεγα πώς θα γίνει, πώς. Να σου πετάξω τα δώρα στο κεφάλι κι ύστερα να φύγω, ο μόνος τρόπος να μη νιώσω έτσι όπως ένιωσα τελικά όταν φρέναρα με δύναμη έξω απ'το βασιλικό και σε διέταξα να κατέβεις και να μ'άκολουθήσεις στο πίσω μέρος του διακοσαεφτά. Έκανες κι εσύ όπως σου'πα, ανοίγω και σου δείχνω και σου λέω είν'όλα δικά σου. Εκεί το'νιωσα. Όπως και λίγο πιο μετά που διάλεξες ένα σιντί απ'τα τρία και τον έβαλες να βογγάει με τις ψάθες να χτυπιούνται δεξιά κι αριστερά απ'την παράλογη οδήγηση μου. Άρχισες τα σ'ευχαριστώ, τα πασατέμπο και τα συναφή, ξεκίνησα κι εγώ να ρεύομαι να έρθουμε στα ίσα. Τελειώσαμε μ'αυτά, τα ξεχάσαμε και βάλθηκες να περπατάς μισό βήμα μπροστά τραβώντας με απ'το χέρι, ξεναγός σε ξένη πόλη. Πριν τελειώσει η Ναυαρίνου μ'έχωσες ανάμεσα στ'αρχαία και μου'πες εδώ είμαστε. Έβαλες μια καρτούλα στην οθόνη, έκανε η πόρτα μπιπ κι εξαφανίστηκες. Ανέβηκα έναν όροφο, εναν ακόμη κι είχες ήδη ανοίξει σπίτι. Μας κόιταζε από 'κει μέσα ένας μεγάλος χωρίς μπλούζα και με σημάδι στο κούτελο απο καθιστό και ψιλοσάπιο ύπνο. Ήτανε ο Μπουκόφσκι σου λέω, μεθυσμένος, όμορφος, με μούσια και μπυροκοιλιά. Σ'αυτουνού το σπίτι κοιμηθήκαμε, αυτός ροχάλιζε όσο με φιλούσες. Του χάρισα τα μπισκότα μου μαζί μ'ένα παράξενο σημειωματάκι να τα φάει, δεν τα'φαγε και μου'πε ψέματα μη με σταναχωρήσει, το εκτίμησα κι αυτός σαν να εκτίμησε εμένα. Και ξημέρωσε τελικά, σου χάρισε κλειδιά, έχεις σπίτι στο κέντρο και θα το γεμίσεις γκομενάκια ντόπια. Θα τους δείχνεις το μπαντονεόν να καυλώνουν κι ύστερα θα τις διώχνεις μόλις σου γκρινιάξουνε που οι πόρτες σου αχ δεν κλείνουν. Αρέστηκα κι εγώ σ'αυτό το μέρος, ψοφάω να ξαναμπω κι ίσως να με βγάλεις καμία έκτακτη φωτογραφία μπροστά απ'τα πέντε και βάλε χρώματα του τοίχου. Θα σε παρακαλέσω αύριο άμα το θυμηθώ να περάσεις απο'δω να τα επαναλάβουμε όλα. Κι εκεί στους αντιρατσιστές να σου θυμίσω να με πας που μ'είδες μέσα απ'τον ψωροφακό μου όπως θέλω να με ξαναδεις και κάπου κάπου να με βλέπεις. Φορούσες τ'ασπρο το λακόστ απ'το πρωί, είχε νοτίσει από τον παιδικό σου ιδρώτα, σαλιαρίζαμε κιόλας, χαϊδολογιόμασταν εκεί μπροστά σ'εκείνηνα που χόρευε με το στενό τζινάκι σάμπα. Σκατόφατσα ήταν αλλά μας άναψε ο κώλος της και τα μαλλιά της που τον ακουμπούσαν. Όλη μέρα έξω είμαστε. Όλες τις μέρες έξω. Εκεί βρίσκω τα πόδια μου, εκεί βρίσκω τη σκέψη μου, το αληθινό μου γέλιο. Ξεποδαριάστηκα, έσκασαν κι οι φτέρνες μας και ξέρω θα στη γλείψω όσο εσύ θα γλείφεις πάλι τη δική μου. Αλλά μου φαίνεται πως η γλώσσα σου χάθηκε στα πόδια μου σ'εκείνα τα καυτά νερά. Ξημέρωνε, το'βλεπα απ'τις τρύπες του βυζαντινού ταβανιού, χαζογελούσα σαν από μεθύσι κι απολάμβανα τα πετραδάκια που'σκιζαν την πλάτη μου κι ύστερα τα γόνατα και λίγο τις παλάμες. Κι εκεί στους υδρατμούς, στην άκρη λες, στο τέρμα της γκρίχενλαντ, μ'έσυρες χωρίς χαπια όπως και πάνω στο βουνό που φάγαμε ό,τι βρήκαμε σαν σωστοί μουσαφιραίοι. Τέσσερις ώρες άχρηστος ύπνος και πάλι στους δρόμους να με ποτίζεις το λικέρ της ακακίας, να με ταϊζεις καβουρμά και παστουρμά, πατατούλες κομμένες στο χέρι και κομπόστα κεράσι για το τέλος. Γελάω, δεν ήταν τέλος. Κι άμα όλ'αυτά σου φαίνονται ρομαντικά, τρομακτικά, δεν έχω άλλη λύση, φίλε μου. Κράτα σφιχτά το χέρι όσο φιλάς το στόμα μου γλυκά. Πιο σφιχτά, πιο γλυκά, έτσι σφιχτότερα. Α, να. Περνάει. Πάει.