Το πώς η απελπισία δεν γράφεται λάθος.
Η εξαφάνισή της και το κοίταγμα από το παράθυρο.
Τα παιδιά μου στις Λίγκρες.
Οι υπόλοιποι στη βάρκα με τα ψάρια. Εγώ οδηγός.
Ο κροκόδειλος και υπόσχεση του πατέρα.
Πείνασα και κρύωσα και λένε: νομίζω ότι θα βρέξει.
Σαν τέρας είναι!
Το βάρος των εξαρτημάτων.
Εμείς και να βρέξει θα βάλουμε τη φωτίτσα.
Το ψωμάκι.
Εκείνος που ήθελε να κάνει το ξύλο φωτιστικό (με μια τρυπανιά εδώ εδώ και εδώ)!
Οι πλαδαροί άνθρωποι! Ο φόβος!
Η ανικανότητά μου και το τσάι.
Χαλαρώνεις χαλαρώνεις χαλαρώνεις και περνάει το μηχανάκι.
Τα χωριά εκεί πάνω και τι σίδερο είναι αυτό που δεν το τρώει η θάλασσα!
Να έχεις να ασχολείσαι, ε μπαμπά;
Ένα μικρό φουσκωτό, ένα - δύο - τρία - πετάω, είμαι το δόλωμα!
Το πώς τσιμπάνε στα αγκιστράκια.
Ούτε εγώ δεν πατάω. Καλές ψαριές.
Το πώς σκοτεινιάζει από την Αφρική.
Βλέπεις.
Πάω να βρω μια πέτρα και τελικά μου έφερες ένα τούβλο από τη θάλασσα σαν νυχάκι, τα παράγει ένας κύριος πέντε μέτρα κάτω, τα λειαίνει τα λειαίνει τα λειαίνει.
Κι όλο μιλάμε.
Και θυμόμαστε.
Θα έρθω από πίσω σου και θα είναι καθημερινή και δεν θα λέω τίποτα, δεν θα με καταλάβεις.
Εσύ θα φοβάσαι πάλι, ύστερα θα έρθω από το μονοπάτι, από την εκκλησία και θα φωτογραφίσω τη βρύση.
Μήπως βρω; Μήπως;
Το τροχόσπιτό μου!
Κι ένα μεγάλο δέντρο δικό μου.
Η πλατεία.
Το πώς μεγάλωσα και λέει στην Αγία Φωτεινή η κυρία: είσαι εικοσιπέντε χρονών.
Πάλι εικοσικάτι χρονών. Και κάτι κουνιέται.
Ο άντρας μου.
Στο σώμα που ξαπλώνει και μοιάζει χαρούμενο.


