Ξέρω πως εκείνο το βράδυ, η ταράτσα ήτανε μόνο ένα πάτωμα, ένα καλά μονωμένο μπετό. Φοβήθηκα εκεί πάνω, σύρθηκα ως το τέλος να πω ότι έκατσα κι εγώ στην άκρη σαν αυτούς που ενδιαφέρονται να δουν τον χαμηλότερο. Τον μίμο. Τον μισό. Πιάνεσαι από τίποτα κάγκελα, αν έχει, και κοιτάς. Ξεχωρίζεις κάπως εσένα αλλά όχι και ίδιο. Το γραμμένο σώμα, τα μάτια σου. Όχι και ίδια. Κι ήταν πως μπορεί να 'ρχότανε κανένας άνθρωπος που θα του ανήκε πραγματικά ο αέρας ή να μου'ρχότανε εμένα τίποτα ή να άνοιγε την πόρτα κανένας καυλιάρης πυροσβέστης φωνάζοντας μου το μην πέσεις. Κι εγώ να μη θέλω. Να πέσω. Μόνο θέλησα να δω. Να πάρω ανάσα ν'ανοίξει αυτή η μύτη, να μακρύνουν κι άλλο τα μαλλιά.
Κανείς δεν ήρθε τελικά, μόνο εμένα μου'ρθε αυτό. Το μοναδικό. Κατέβηκα στο έδαφος, το πάτησα για τα καλά. Αγόρασα φως. Λαμπάκια. Τα τύλιξα για δώρο. Σε'μένα. Μου παίρνω δώρα φωτεινά. Τα βάζω στην πρίζα, είναι καμμένα, μόνο έχουν μουσικούλα για παρηγοριά. Στα σκοτάδια δείχνω τις εφημερίδες στον ψηλό, την ηχογραφημένη μου στεγνή συνέντευξη, στη σελίδα εβδομήντα το εκδιδόμενο φανταστικό γραφτό. Συγκινημένος με συγχαίρει κι ας μην μπορεί να ξεχωρίσει ποιο είναι ποιο. Φοράει μαγιώ, οι καρχαρίες κρατήθηκαν και σήμερα στα δίχτυα, οι καμήλες γονάτισαν πιο φιλικά. Είναι ζωντανός κι ευτυχισμένος. Αυτός κι οι ουρανοξύστες του για φόντο. Μου μιλάει για λεφτά και στρέμματα νοσοκομειακά. Η γυναίκα του έχει μαγειρέψει αυστραλέζικο αρνάκι και με κλείνει να παέι να το φάει κι ύστερα να ψάξει τρόπους για να πει ευχαριστώ. Τα πράγματα φαίνονται απλά. Τρία πατώματα πιο πάνω, βλέπω πάλι τις κεραίες, πατάω κουτσουλιές. Έγινε πρωί. Δεν μπορώ να ξυπνήσω πιο πολύ. Τα γράμματα με κρατάνε από την πλάτη. Τα δικά μου. Οι εικόνες μου είναι ψηλά κι ευθεία. Οι δικές μου. Πακτωμένη στον έκτο να μην μπορώ να γείρω άλλο χαμηλά για να σε δω. Εγώ ψηλά. Έστω και πάνω σε μπετά. Είμαι δικός μου. Μοναδικός μου. Μόνος μου. Εγώ.




είπε η aniaris στις 13:09
