11.11.10
Τι να τη σκοτώσω. Γιατί. Παρέα είναι. Κίνηση. Αυτή και τα δάχτυλά μου. Πρέπει να 'χει οχτώ μάτια. Και τέσσερα πόδια. Κανονικά πράγματα δηλαδή. Είναι κανονική αυτή η μύγα. Γυροφέρνει. Ίσως να'τανε φίλη μ'αυτήν που έπνιξε με τη θέλησή του ο άντρας των σπιτιών. Στο νεροχύτη. Έτρωγα. Άμα τρώω δε δίνω σημασία σε κανέναν που σκοτώνει. Κανέναν γενικά. Άμα τρώω. Ή και πάντα. Αυτή η νύχτα.
Η νύχτα αυτή. Μισή.
Ταξί για πάνω. Ψηλά. Όχι πολύ. Ίσα ίσα να βλέπεις κάτω την πόλη να απλώνεται στα πόδια σου σαν μπλα μπλα μπλα. Ανεβαίνεις, νιώθεις τη χλιδή στο παπιγιόν του γκρουμ. Υπάρχει γκρουμ. Άνθρωπος ντυμένος γκρουμ. Μας ρωτάει πού πηγαίνουμε. Του δείχνουμε τη φασαρία. Κάνει επίκυψη, λέει περάστε. Περνάμε. Μέσα στο μπολρούμ (του γκρουμ) χορεύει ο ψηλός. Γνωστός, σκατόφατσα. Τα κορίτσια τον γουστάρουν. Όλη τη βδομάδα είναι κρεοπώλης, τα Σαββατοκύριακα καβαλάει άλογα χωρίς μπλούζα και τα βράδια χορεύει σάλσα. Μαζί μου. Τρέλα. Κοιτάει τον εαυτό του συνέχεια στον καθρέφτη. Του αρέσει. Αρέσει. Είναι εκεί λοιπόν και χορεύει. Κοιτάει με νόημα την ντάμα του. Αυτή έχει κάτι βυζιά υπερυψωμένα ως το στόμα της και δυό μαύρες γραμμές στα μάτια που φτάνουν ως τ' αυτιά. Κοιτάει κι αυτη με νόημα. Πολύ νόημα. Και χορεύουν. Με νόημα. Πραγγέλνω λευκό σε χαμηλό και κοιτάζω. Γκόμενοι παντού. Ημιγκόμενοι. Ξυρισμένα στήθη, είδα και κάτι ξυρισμένα χέρια, χόρεψα μαζί τους, με τσιμπούσαν, ξυρισμένες μάπες, γάμπες, αρώματα παντού. Εσύ δε φοράς. Αν φορούσες θα σου το'λεγα. Να μη φοράς. Αλλά δε φοράς. Κι εκείνη την ώρα που προσπαθούν τα ρουθούνια μου να σε θυμηθούν μέσα σ'αυτήν την αηδία της ψεύτικης μυρωδιάς, με πιάνει ο Κουβανός. Έχει τρίχες στην πλάτη κι ιδρώτα στις μασχάλες. Όλα σωστά. Ανοίγει τα πόδια μου με τα γόνατά του και με στριφογυρνάει, μου μεταφράζει στ'αυτί τι λέει το τραγούδι, κάτι για να ζεις τη ζωή σου και να χαμογελάς. Χαμογέλα μου λέει και με πιάνει από τη μέση. Χαμογελάω. Γιατί είναι άντρας και το είπε. Το κομμάτι τελειώνει, μ'αφήνει μόνη με το χαμηλό. Δε φαίνομαι μόνη, οι φιλενάδες γύρω μου τα λεν, αγκαλιάζονται άμα χαρούν, φιλάνε στο μάγουλο όποιον δουν. Είν'όμορφες όλες. Τα μαλλιά ισιωμένα, τα μουτράκια τους βαμμένα και περιμένουν να τον βρουν. Ονειρεύονται. Εκείνον. Θα τις χορέψει ένα χορό, ύστερα θα μιλήσει λίγο. Μια πρόταση ίσως. Θα'ναι αυτός. Κι εγώ μες στη μέση των ονείρων, ονειρεύομαι. Να'μαστε στην Κούβα. Ν'αφήσουμε τις μηχανές στα μπούτια μιας γυναικάρας που θα κάθεται και θα καπνίζει και δε θα ψάχνει τον αυτόν. Εκεί να χορέψεις μαζί μου μία ρούμπα. Μ'ανθρώπους γύρω σε κύκλο να πίνουν και να τραγουδάνε για τους ξένους. Εμάς. Να μας ποτίζουνε. Κουρασμένοι να ανεβάσουμε ρυθμό όπως θέλει η φιέστα αυτή. Γυρίσουμε δε γυρίσουμε εγώ να σε θέλω όπως σήμερα εδώ, όπως χτες εκεί. Φεύγω, κατεβαίνω με τα πόδια. Το σπίτι σου. Μέσα ένας μαντράχαλος. Κοιτάζει την τηλεόραση. Τρώει στον καναπέ σου κι ύστερα θα πέσει στην πλευρά που κοιμόμουνα όταν ήθελα εγώ. Λίγα βήματα πιο'κει, διασταυρώνονται οι οδοί. Εδώ ξεχνιούνται οι άνθρωποι απ'τη μιά, απ'την άλλη ξεκουράζονται. Θα χτίσω με τα χέρια μου εδώ. Θα μείνω εδώ. Έτσι είπα. Έτσι θυμάμαι να 'χες πει πρώτος εσύ. Κι η νύχτα όλη ήτανε μισή.
είπε η aniaris στις 02:31 |



0 λόγια