Δε μιλάω. Δεν υπάρχει άνθρωπος. Δε βγαίνει κι η φωνή. Έτσι γίνεται άμα κολλάς. Αρρώστιες. Και συνήθειες. Συνεχίζει ο ύπνος. Εσύ έρχεσαι φεύγεις. Φεύγεις πιο πολύ απ'όσο έρχεσαι. Έφτιαξα ένα σπίτι μπας και μείνεις. Από σκόνη και μωσαϊκό. Έχει μια πόρτα κι ένα παράθυρο. Δυό στρώματα κι
ενα κάρο γραφεία να με πονάει η μέση όταν βαριέσαι το αφρολέξ. Απ'έξω βλέπεις την αμερικάνικη αγορά να σου πουλαέι ό,τι σκατά θες. Βαρδάρης. Πάνω απ'τα φρουτάκια. Απέναντι απ'το καλύτερο μπουρδέλο. Δε βρήκαμε μπανιέρα να ξεπλυθούμε απ'το καυσαέριο, το υγραέριο και τα τρένα που μου πασάλειψες και μένα. Έτσι ταιριάξαμε στο μέρος. Τρεις μέρες υπαρκτής βρωμιάς και υπέροχων φυσικών αρωμάτων. Κι ύστερα οι πεντακάθαροι χρυσαυγίτες φοβερίζουν το παράθυρό μας, τα παράθυρα ολονών, φωνάζουνε, λένε έξω οι ξένοι από την υπέροχή μας χώρα και τους βλέπω, είναι κανονικοί. Τα πρόσωπά τους τα περίμενα αλλιώς, κάπως να ξεχωρίζουν σαν τους ξένους. Έτσι είναι μου λες και με καθίζεις. Μου κλειδώνεις τις μπαρέτες, ξύνεις το σουέντ. Πάμε για μάθημα, μαθαίνουμε, ξαναμαθαίνουμε, σνιφάρουμε χιουμέιντα, μυρίζουμε σαν άλλοι, σαν ξένοι. Κι είμαστε. Οι δυό μας. Μεταξύ μας. Εγώ με'σένα,εσύ με τις υπόλοιπες. Με σηκώνεις, ξανά, α τώρα είναι γρήγορο ας καθίσουμε, πάρε μιαν ανάσα, σήκω πάλι, μπες στον κύκλο, μην αφήνεις τον κύκλο, μην προσπερνάς, μείνε στον κύκλο, αγκαπάμε το γκύκλο. Σκατά. Κανείς δεν αγαπάει τον κύκλο. Θέλουμε την ελευθερία μας άνθρωπε. Πάμε καλύτερα να φάω τα πόδια μου στην Τσιμισκή, πριν τα φας εσύ. Μα τώρα μαλώνουμε για τα σλάιντς της βλακόφατσας. Τι ωραίος άντρας λέει η άλλη, τι καταπληκτικές φωτογραφίες λες εσύ. Σκατά να φάτε. Πάμε στο επόμενο δωμάτιο, ψηφιακό και δεν το θες. Έξι επί έξι στον πάνω όροφο κι έχεις κολλήσει, τρέχω ξοπίσω σου ν'αρχίσουμε καβγά. Τον στήνουμε στη μέση των ασπρόμαυρων, είσαι προκατειλημμένος σου λέω μαζί με άλλα τέτοια σοβαρά, έτσι μου απαντάς κι εσύ. Μας χωρίζει η κοπέλα να μου πει πως πούλησα. Να και τα λεφτά. Τι. Πούλησα λέει. Φωτογραφία. Δική μου. Ψηφιακή. Σε κοιτάω. Καλές είναι κι αυτές, διαβάζω στα μούτρα σου. Και το γιορτάζουμε. Πίσω στον κύκλο. Χορεύουμε στον κύκλο. Γιορτάζουμε στον κύκλο. Αγαπάμε τον κύκλο. Κι όλα τα σχέδια. Το πεντάγωνο κλειδί της Οδυσσέως, το κυλινδρικό σου φλάουτο, το τιπουτάφ, το τραπέζιο σχήμα της σοφίτας, τους ρόμβους της πίτας της ρίτας. Την τρίγωνή μου μύτη, τα ορθογώνια δόντια σου. Και προσθέτεις απ'το τηλεφωνο το τετράγωνο μυαλό. Το δικό μου. Τηλεφωνάς. Και το υψώνεις στο τετράγωνο άμα λάχει. Έφυγες και τηλεφωνάς. Μου εξηγείς κι από μακριά τι τρομερά όργανα δεν μπορούν να μου διαδάξουν στο ωδείο. Ξεφυσάω, κι αρχίζω να κάνω ζάπινγκ με το δώρο. Πατάω τα κουμπάκια και πρώτη φορά με υπακούν. Παίζω. Αλλάζω κανάλια ενώ κατουράω, μέσα απ'τον τοίχο, απ'το μπαλκόνι, με τo πόδι, αχ το καινούριο μου τηλεκοντρόλ. Τακτοποιώ τα βιβλία, τα νέα μαζί με τα παλιά, όλα μαζί, να ταιριάζουν, ψηλά, κοντά, ακουμπιούνται, μυρίζουν, τα 15 του μπουκόβσκι στη μέση, μπόρις βιαν στα δεξιά, χάινριχ μπελ αριστερά, φυσάω απ'την τρομπέτα του παυλή, δε βγάζω ήχο, σκόνη μόνο, χόρτο και κεζάπ. Μαζεύω λεφτά να φτιάξω το πικάπ. Μαζεύω λεφτά να φτιάξω τη ζενίτ. Μαζεύω λεφτά γιατί μ'αρέσουν. Κι ανθρώπους. Να'χω. Να μιλάω όταν μπορώ.