17.7.10
16.7.10
03:26

Είμαι στο πέρα σπίτι. Φαντάζομαι πως το άλλο είναι το δώθε αλλά ποτέ δεν άκουσα κανέναν να το αναφέρει. Μασουλάω φρυγανιές, στ'αριστερά μου έχω το βαρύ παράθυρο απ'το οποίο πηδάω κάθε πρωί για να βγω στον μπαχτσέ κι από 'κει στο δώθε σπίτι που είπαμε. Σιχαίνομαι το κρύο του ερκοντίσιον αλλά είναι το μόνο που γουργουρίζει εδώ μέσα κι η φασαρία αυτή με ανακουφίζει. Καλά και τα τζιτζίκια κι οι γκιώνηδες κι οι κουκουβάγιες καλές αλλά τα βράδια αγριεύομαι.
Άρχισε να μου κάθεται ακόμα και το ξερόψωμο, πρέπει να σηκωθώ να το ρευτώ. Έχει δυό βράδια που μου'ρθε να τα πω όλα αλλά δεν έβρισκα στυλό μέσα στα σκοτάδια, έτσι αργά που πάντα το θυμόμουν. Απόψε επέμεινα σε κάτι συρτάρια που μου μύριζαν σα να 'ναι μολυβένια. Βρήκα τελικά κάτι παλιές ξυλομπογιές που'χαν όλες τις μύτες τελειωμένες. Μόνο μια άσπρη και μια πράσινη είχαν από κάτι στην άκρη. Πράσινο κι όσο αντέξει.
Οσο αντέξεις κι εσύ, είπανε μαζί με άλλες παραλογικές κουβέντες. Αλλάζεις χρώμα με τις ώρες, λες λάθη απ'τα τσιρότα, δε γελάς. Κάνουμε τους χαζούς, ξεκινάει η μάνα το ψέμα, το συνεχίζω εγώ. Σ'έξυσα -σ'έγδαρα νόμιζα έτσι που μου ζητούσες δυνατά- κι η πλατούλα σου ακόμα τρώγεται, τα χέρια αδύναμα, τα πόδια σου μισά. Άλλοτε σέρνεις πρώτη το χορό με την πυζάμα να δείξεις στα κορίτσια σου πώς να κρατάν περήφανα το χέρι. Άλλες φορές κιοτέυεις. Γαλάζιο φόρεμα, λες, θες και παπαουτσάκια άσπρα να σε πλύνουμε να 'σαι σαν τη Βουγιούκλω. Χαζογελάμε μπροστά, πίσω περιμένουμε.
Είμαι μια βδομάδα εδώ. Απλώνω ρούχα, μαζεύω τα στεγνά, κόβω καρδιά απ'το καρπούζι να δροσίζεσαι, κουτσομπολεύω με τις θειές, τους φτιάχνω καφεδάκια, καμαρώνουν και με δίνουν ευχές. Μιλώ τώρα χωριάτικα, δεν ακούς άλλη γλώσσα εδώ. Συνήθισαν όλοι να'χω κρεμασμένο απ'το λαιμό και το μηχάνημα κι ούτε γυρνάνε πια άμα τις σκοπεύσω. Κυνηγάω και τις μύγες μη σε ξυπνήσουν οι ρουφιάνες μα δε μου βαστάει να τις πετύχω, ρίχνω το φταίξιμο στις τρύπες της μυγοσκοτώστρας. Κι έτσι πάλι που'σαι τις τσακώνεις με τις παλάμες στον αέρα, τρέχω ύστερα να καθαρίσω τα χεράκια σου απ'τα φονικά. Πάτησα κι εγώ μια κουκουβάγια τις προάλλες, δεν τ'άντεξα, έστριψα μες στα καλαμπόκια να την κλάψω. Γουρλωσε τις ματάρες της πριν το κακό κι ύστερα ακόμα θυμάμαι τον ήχο, θέλω να τον ξεχάσω. Ας τον ξεχάσω.
Μετά τον Κλοκωτό η Μπάγια, που'χει μέσα τ'όνομά σου. Άλλο χαλίκι δεν έμεινε στο έρμο το βουνό της από τις εκρήξεις. Δώσ'του τα λατομεία, να και τα ραγίσματα κόντρα στα δοκάρια. Χρόνια έχω να πεταχτώ -από παιδί- κι η τρομάρα αυτή μου λείπει. Κάτω απ'τη μεγαλύτερη ρωγμή του δωματίου κρέμονται τα φορέματά μου. Το'να παρδαλλό, τ'άλλο άσπρο. Μου'ρχεται αύριο να τα φορέσω το'να πάνω στ'άλλο να τα χαρώ αν με πας στα αιωρούμενα μετέωρα του Μπελ. Και σε φαντάζομαι σκυφτό να μου διαβάζεις δεκασέλιδα από γερμαναράδες να μου κόβεται η ανάσα εκεί πάνω, πρώτα απ'τη φωνή σου κι ύστερα απ'το υψόμετρο. Πώς τα λες έτσι ωραία κι ας πέφτει η γραμμή απ'τα μικρόφωνα, τα μεγάφωνα, πώς τα εξήγησες δε θυμάμαι.
Μου βγήκε το χέρι πάνω στο χαρτί, μακάρι να'ξερε και το αριστερό μου γράμματα. Στο τετράδιο αυτό που μυρίζει σαν τις αλληλογραφίες που'φτιαχνα συλλογή μικρή, είναι γραμμένες ορθογραφίες και λέξεις της καρτέλας. Έχει δυό σκέφτομαι και γράφω, τρία μαζί με το δικό μου. Διάσπαρτες οι πράσινες βρωμιές μου όπου βρω καμιά λευκή -κίτρινη πια- σελίδα. Άντε να τις βάλω μ'αριθμούς, να τα βάλω όλα σε σειρά όπως με πιάνει καμιά φορά το παστρικό μου. Μ'έπιασε και σήμερα, το χάρηκες το σπιτάκι σου να λαμποκοπάει από την πρώτη εγγόνα. Και μου'ταξες πλεξίδα γαλλική, να φυλακίσεις τ'άγρια μαλλιά μου.
Γέμισα το σεντόνι ψίχουλα, τσιμπιέται ο κώλος μου, πώς να συγκεντρωθώ. Απ'τον καθρέφτη φαίνονται μόνο τα γόνατά μου κι από πάνω η μάνα μου νύφη, κούκλα, ζωγραφιά, μοιάζει στα μάτια εμένα. Κλείνουν τα δικά μου, τελειώνει η ξυλομπογιά, σέρνονται καρέκλες στην αυλή, κάποιος θα ξύπνησε στη νύχτα. Είναι δροσιά απόψε, να κοιτάξω αν είμαστε καλά κι ύστερα να κοιμηθώ κι εγώ εδώ στο πέρα τέρας, άδειο, άσπρο, μινιμάλ, με μάυρες λάκες και ιστούς παντού.

16.7.10
12:05
..λέει το ρολόι το διαφημιστικό

Έχω σκοτώσει τρεις μύγες ως τα τώρα. Μία κατάφερα την έσωσα, την έβγαλα έξω απ'τη σίτα, πέταξε. Πριν πέντε λεπτά πέρασε απ'το δρόμο ο παππούς που φτύνει. Κάποια συγγένεια έχουμε, δε θυμάμαι, σόι μου έχω όλο το χωριό. Βρυχάται ο παππούς, στριγγλίζει μετά, φτύνει μια και καλή. Κάθε μέρα τέτοια ώρα. Φαντάζομαι φτύνει και παρακάτω, δεν έχει τίποτα μαζί μας. Είναι κι η Φωφώ εδώ, φτιάχνει γεμιστά κι ιδρώνει σα γουρούνι. Πότε πότε με φωνάζει να τη βοηθήσω. Αφήνω κι εγώ τα χαρτιά και ψάχνω για ντομάτες. Δεν υπήρχαν πουθενά, στον μπαχτσέ άγουρες ή μαδημένες, στο ψυγείο όλες μικρές. Πήρα κι εγώ το μηχανάκι, πήγα στη θειά την Κούλα και μ'έδωσε απ'όλα. Είδα και τον παππού στο δρόμο να σκορπάει ροχάλες στο χωριό. Σίγουρα δεν έχει κάτι μαζί μας. Έβαλα τρεις ντομάτες στο μούλτι, το παραγέμισα, κλάταρε το εργαλείο κι άρχισε να φτύνει τη σάλτσα μου παντού. Μεγάλη σπλατεριά. Ευκολότερες δουλειές να κόψω δυόσμο, κάνα μαϊντανό, να βρέξω το τσιμέντο ή να πλύνω κάνα κουρέλι στην κοπάνα.
Είναι κι αυτό το βρωμοβουνό δίπλα εδώ στα λίγα βήματα και κόβει τον αέρα. Όσο μ'αρέσει και μ'αρεσε να τ'ανεβαίνω, τόσο θα το 'θελα να γίνει ισάδι.
Φέρνει ο κόσμος όλη μέρα γλυκά, σπάτουλα, ποτά και καραμέλες. Έχει γεμίσει ο τόπος, έγινε ο κώλος μου να.
Τέσσερις μύγες. Χρειάστηκε δεύτερη βολή.

13:20

Έφυγαν ολοι. Πήραν τη γιαγιά και φύγαν για το πανεπιστημιακό. Έμεινα εδώ στην κουζίνα της αυλής να κοιτάω τα γεμιστά. Δεν μπορώ ν'αποφασίσω πότε πρέπει να τα κλείσω. Απολαμβάνω την κάψα απ'το φούρνο, σκέφτομαι χαζά. Δίχτυα να κατεβάζουν τους παπάδες στα Μετέωρα σαν ασανσέρ. Τα ονόματα των γριών. Αποστόλινα, Θανάσαινα, Βάινα. Πώς τις λένε αλήθεια άμα δεν πάρουν το όνομα του αντρός; Σκέφτομαι εσένα. Πες μου πότε γίνονται τα γεμιστά, πες μου "στάσου λίγο", βάλε τα δαχτυλάκια σου στη ρυτίδα των φρυδιών. Πόσο μ'αρέσει.

14:05

Τρώει εδώ μπροστά μου ο παππούς. Ξέμεινε κι αυτός αλλά τι να τον κάνω. Δεν έχει πάρει χαμπάρι τι γίνεται, δεν ακούει και καλά, λέει στη γιαγιά να φάει μέλι να της περάσει. Δεν αρέζεται που δεν έριξα πολύ αλάτι στη σαλάτα, έβγαλα νωρίς τα γεμιστά λέει. Δεν τον έχω δει ποτέ να έχει άλλη έκφραση από αυτήν εδώ τη χρόνια. Προχτές μονάχα που'ταν δύσκολα πήγε κι έκανε χάδια στη γυναίκα του και διέκρινα στο μισοσκόταδο ίχνη αγωνίας πάνω στα μάτια. Ίσως να 'ταν ιδέα μου. Δεν έβλεπα καλά. Δεν ήθελα να δω καλύτερα.
Βρήκα και στυλό σήμερα, γράφω πιο εύκολα. Το χωριό δεν έχει ίντερνετ κι ούτε τηλεόραση μου πάει να ανοίξω. Κάθομαι στο δρόμο με τις γυναίκες τ'απόγεμα που πέφτει η ζέστη και χορταίνω περατζάδα. Πήρε μια φίλη τηλέφωνο. "Ανιώ" μου λέει φοβισμένη μη δε με νοιάξουν αυτά που θα μου πει, "μια γυναίκα φωνάζει πως την κλέβεις. Πως την ξέρεις κιόλας."
"Α" της κάνω "κι οι γιαγιάδες κι οι θειές εδώ γύρω που'χω τώρα, έτσι νομίζουν. Πως τις ξέρω. Δε βαριέσαι. Ιδέα δεν έχω από πού κρατάει η σκούφια τους και ποιο σπίτι είναι το δικό τους. Με ξέρουν αυτές τίνος είμαι, σε τέτοιους τόπους δεν κρύβεται κανείς. Κι οι κατηγόριες των ανθρώπων εδώ γίνονται επίσημα, μάρτυρας όλο το χωριό, στα χέρια των θυμάτων αποδείξεις. Κι άμα κανείς πει κουβέντα αναληθή, κουβέντα ψεύτικη, μισή γελάει μαζί του όλο το χωριό, μου φαίνεται γελάει και το βουνό. Κουβέντα να γίνεται κι εκεί" της είπα για να τα κάνω λιανά με λόγια της πόλης. "Να περνάνε οι ώρες εκείνων που δεν έχουν μέρος να τις βάλουν." Επέμενε η φιλενάδα "Έγινε χαμός" λέει. "Άει κλείσε τώρα. Εδώ καίγεται ο κόσμος μου, εκεί χτενίζουν τα μουνιά". Η Λουκίνα που καθόταν πιο κοντά είχε ακούσει την τελευταία μου λέξη κι άρχισε να χτυπάει επιδεικτικά το δικό της. "Χρόνια αγάμητο" μου'πε ύστερα στ'αυτί. "Χρόνια αχρείαστο" της απάντησα δείχνοντας κι εγώ το μαραφέτι που'χα στ'αυτί μου πριν. Φάνηκε να καταλαβαίνει. 96 χρονών γυναίκα. Αδερφή της γιαγιάς μου. Κλαίει όπου σταθεί.
είπε η aniaris στις 22:51 |



9 λόγια

At 18 Ιουλίου 2010 4:24 μ.μ., Blogger μάνος τρεμπεσίνας said........
...μια γυναίκα φωνάζει πως την κλέβεις. Πως την ξέρεις κιόλας."

και ποιός σου είπε οτι είναι απαραίτητα γυναίκα αυτή που αντιγράφεις;
Εγώ απλά ένα μπλογκ είπα,το νού σου,μην καρφώνεσαι μόνη σου!
Χαιρετήσματα στις θείες,θείτσα!
 




At 19 Ιουλίου 2010 1:32 π.μ., Blogger aniaris said........
τρομπέτα, το girl μετάφρασε. βρες τίποτα καλό να κάνεις και προσπάθησε να σκεφτείς πριν αφήσεις τη χολή σου σε τέτοια κείμενα. κι άμα το πέντε χρόνια μπλογκ χέζεται να εμφανιστεί και να κατηγορήσει επώνυμα, πάει να πει πως φοβάται το γιουχάισμα. οι θειές μου σου στέλνουν κωλοδάχτυλα.
 




At 20 Ιουλίου 2010 6:25 μ.μ., Anonymous Ανώνυμος said........
Καλο!
 




At 21 Ιουλίου 2010 4:34 π.μ., Blogger The copyscape girl said........
Πεθαίνει δεν πεθαίνει η γιαγιά πάντως ντροπή κι εσύ..
κάθεσαι κι ασχολείσαι με μένα αντί με τη γιαγιά.
Ανιαρίς κοριτσάκι δεν φοβάμαι να αποκαλύψω ποιά είμαι ( αν και το ξέρεις), απλά θέλω να γίνει με τον τρόπο μου και κυρίως θέλω να δεις πώς είναι να σε αντιγράφουν, είτε αυτολεξεί, έιτε όχι...Μικρή σημασία έχει...
Μη φορτώνεις. Ηρέμησε και σκέψου μόνο..
Απλό είναι..Ααα και τις φασιστικές μεθόδους του αφαιρείν κείμενα τις ξέρω κι εγώ. Λίγη υπομονή κάνε μόνο...
 




At 21 Ιουλίου 2010 4:59 π.μ., Blogger The copyscape girl said........
Και ξέρεις τί σκεφτόμουν?
Όλοι ( ες) εσείς που αντιγράφετε, ξέρετε πολύ καλά διάφορα χαζοcopyright κολπάκια και καλά ψαρωτικά!
Τυχαίο? δε νομίζω
 




At 6 Αυγούστου 2010 1:28 μ.μ., Anonymous Ανώνυμος said........
Ωραία κόλπα αυτά αλλά γιατί δε γράφεις κάτι, αγνόησε τα παραπάνω και γράψε κι κάνει κι η άλλη το ίδιο, αφήστε τους άλλους να διαλέξουν ποια θα διαβάζουν... αυτά.
 




At 13 Αυγούστου 2010 10:57 μ.μ., Blogger ΒΟΡΕΙΟΣ ΑΝΕΜΟΣ said........
ειχα την ψευδαισθηση οτι οσοι ασχολουνται με blogs ειναι ανθρωποι με ευαισθησιες και προπαντος με παιδεια...μετα τα κακεντρεχη σχόλια που δημοσιευονται, συνηδητοποιω οτι τελικα τσογλανια και μαλακισμενα υπαρχουν παντου...aniaris αστους να γαυγιζουν...και να θυμασαι παντα οτι η ζηλεια και η λασπη κατευθυνονται παντα απο τον πατο προς την κορυφη...συνεχισε και γραψε τους...ξερεις που.
 




At 15 Αυγούστου 2010 3:33 π.μ., Anonymous peres77 said........
Aniaris, δεν ξέρω τι μπορεί να έχεις κάνει σε αυτούς τους δύο που ξοδεύουν τον χρόνο τους γράφοντας παιδαριώδη σχόλια στα κείμενά σου, πάντως απορώ με την υπομονή σου. Χαίρομαι που δεν καταργείς τα σχόλιά τους και τους αφήνεις να ξεφτιλίζονται. Ελπίζω το καλοκαίρι να σου άφησε όμορφα πράγματα να μοιραστείς μαζί μας. Περιμένω το επόμενο post σου.
 




At 15 Αυγούστου 2010 1:58 μ.μ., Blogger The copyscape girl said........
Απο κει που μας χρωστούσαν μας πήραν και το βόδι...
Ανιαρίς αντε περιμένουν όλοι το επόμενο ποστ σου...Αλλά τώρα όλοι λείπουν και δε γράφουν και δεν έχεις τί να αντιγράψεις...Καταλαβαίνω γλυκειά μου, δεν πειράζει.